Ανασηκώθηκε και κάθησε στο κρεβάτι, σκεπάζοντας με την κουβέρτα το σώβρακό του. Από πάνω φορούσε μια φανέλα,που μου φάνηκε μάλλινη .Είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που τον είχα δει .Τα...
Ανασηκώθηκε και κάθησε στο κρεβάτι, σκεπάζοντας με την κουβέρτα το σώβρακό του.
Από πάνω φορούσε μια φανέλα,που μου φάνηκε μάλλινη .Είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που τον είχα δει .Τα μαλλιά του και το μουστάκι του είχαν ασπρίσει και έτσι όπως ήταν πολύ μελαχρινός έμοιαζε με αρνητικό φωτογραφίας.
Στο μισοσκόταδο οι ρυτίδες στο προσωπό του έδειχναν πιο βαθιές.
Το βλέμμα του ήταν ως συνήθως συνοφριωμένο. "Εσύ είσαι ";είπε χωρίς ακριβώς να ρωτάει. "Καλημέρα πατέρα ",είπα εγώ με φωνή σταθερή. "Ναι ,εγώ είμαι.
Ποια είμαι όμως; " Νομίζω ότι ενοχλήθηκε που τον κοιτούσα ίσα στα μάτια . Έπιασα μια καρέκλα και κάθισα απέναντί του . "Τι ποια είσαι;" "Ποια είμαι πατέρα; Πώς με λένε; Ήθελα να τον ακούσω να λέει το όνομά μου, πράγμα που δεν είχε κάνει ποτέ ως τότε.
Σάστησε . "Ίντα πώς σε λένε; Δεν κατέεις το όνομα σου;...τραβήξου τώρα! πήγαινε αποκεί στην κουζίνα ,μέχρι να ντυθώ... Γιάντα πατέρα ;Ντρέπεσαι μπας και δω τα αχαμνά σου ;Τον έλεγα διαρκώς "πατέρα" πράγμα που κι εγώ δεν είχα κάνει ποτέ ως τότε .Δεν του είχα ποτέ απευθυνθεί.
Τα φρύδια του έσμιξαν κι άλλο .Κάτι πήγε να πει ,αλλά το μάσησε ανάμεσα στα δόντια του. "Πώς με λένε πατέρα;" ύψωσα κι άλλο τον τόνο της φωνής μου . Άσε με πρωί-πρωί...ούτε καφέ δεν έχω πιει ακόμα..."Τράβηξα την καρέκλα προς το μέρος του .Μια σπιθαμή μόνο χώριζε τα πρόσωπα μας ."Πώς με λένε πατέρα ;" Τραβήχτηκε ασυναίσθητα προς τα πίσω και κοίταξε κάπου λοξά . "Ελισσώ..."είπε με κάτι το ελαφρώς θρηνητικό στη φωνή του.
Πήρε μία βαθιά ανάσα και επανέλαβε" Ελισσώ..." Άπλωσε το χέρι μου και έπιασα ένα από τα δικά του ,έτσι όπως ήταν ακουμπισμένο σαν άψυχο πάνω στην κουβέρτα που του σκέπαζε τα πόδια.
Μου φάνηκε ταυτόχρονα ξερό και πλαδαρό, όπως πολλές φορές συμβαίνει με τα χέρια των γέρων.
Έκανε να το τραβήξει, αλλά το έσφιξα. "Και τι είμαι εγώ ,πατέρα;" Δεν απάντησε, συνεχίζοντας να κοιτάζει κάπου αλλού.
Τι είμαι, πατέρα ;τι σου είμαι; Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά μου.
Μαύρα ,κατάμαυρα.
Άντεξε μόνο για λίγο να με κοιτάζει . Αναζήτησε και πάλι εκείνο το αόρατο που βρισκόταν κάπου λοξά. "Τι σου είμαι πατέρα;" Με ξανακοίταξε και τούτη φορά διέκρινα στα μάτια του θλίψη ανάμικτη με οργή. "Πήγαινε...Πήγαινε στο διάολο..."είπε σιγανά . Από εκεί έρχομαι πατέρα .Από το διάολο . Έκλεισα μάλιστα και την πόρτα πίσω μου και πέταξα το κλειδί... Μήπως θυμάσαι ποιος με έστειλε εκεί; Μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα :Με θέα την ψυχή μου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους