* Διαφάνεια με φιμέ τζάμια (Πώς εφαρμόζει η Ελλάδα τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την Ελευθερία του Τύπου) Ο Όργουελ, στο «1984», έγραφε ότι «Η ελευθερία του Τύπου, αν σημαίνει κάτι, σημαίνει την...
* Διαφάνεια με φιμέ τζάμια (Πώς εφαρμόζει η Ελλάδα τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την Ελευθερία του Τύπου) Ο Όργουελ, στο «1984», έγραφε ότι «Η ελευθερία του Τύπου, αν σημαίνει κάτι, σημαίνει την ελευθερία να ασκεί κανείς κριτική και να αντιτίθεται». Στην Ελλάδα του 2026 η κυβέρνηση επικαλείται δύο νόμους εναρμόνισης με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την Ελευθερία του Τύπου (European Media Freedom Act – EMFA) και μιλά για μεταρρύθμιση.
Πόσο ελεύθεροι είναι, όμως, οι δημοσιογράφοι να ασκούν κριτική στην εξουσία; Οι αριθμοί δείχνουν μια όχι τόσο ρόδινη πραγματικότητα. Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα κατατάσσουν τη χώρα στην 86η θέση από τις 180, τρεις θέσεις ψηλότερα από πέρυσι, αλλά με χαμηλότερη βαθμολογία και στον πάτο της ΕΕ. Κατά το Reuters Institute, μόλις το 18% των πολιτών εμπιστεύεται τις ειδήσεις, το χαμηλότερο ποσοστό της τελευταίας δεκαετίας, ενώ το 60% τις αποφεύγει.
Η ελευθερία του Τύπου δεν αποδεικνύεται με την ψήφιση δύο νόμων.
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του International Press Institute, η Ελλάδα εφαρμόζει τον EMFA «εν μέρει»: έχει σημειωθεί πρόοδος στη διαφάνεια, όχι όμως στην ανεξαρτησία των ΜΜΕ.
Οι νόμοι 5253/2025 και 5308/2026 υποχρεώνουν τα μέσα να δηλώνουν τους πραγματικούς ιδιοκτήτες τους και την κρατική διαφήμιση που λαμβάνουν.
Η εθνική βάση ιδιοκτησίας, όμως, δεν είναι ακόμη δημόσια και τη διαχειρίζεται η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας, δηλαδή η κυβέρνηση, όχι μια ανεξάρτητη αρχή.
Παράλληλα, το ΕΣΡ δεν έχει δημοσιεύσει την προβλεπόμενη ετήσια έκθεση για την κατανομή της κρατικής διαφημιστικής δαπάνης.
Η διάθεση δημόσιου χρήματος στα μέσα συνδέεται άμεσα με την πολυφωνία και την ανεξαρτησία τους.
Η ανεξαρτησία παραμένει ζητούμενο.
Τέσσερα από τα εννέα μέλη του ΔΣ της ΕΡΤ διορίζονται από υπουργούς, ενώ ο πρόεδρος επιλέγεται από τον υπουργό ανάμεσα σε υποψηφίους που προτείνει το ΑΣΕΠ. Η ΕΡΤ και το ΑΠΕ-ΜΠΕ υπάγονται στον πρωθυπουργό, ήταν το πρώτο πράγμα που έκανε ο Κ. Μητσοτάκης μετά τις εκλογές του 2019, μαζί με την υπαγωγή σε αυτόν της ΕΥΠ.
Επιπλέον, τα μέλη του ΕΣΡ ορίζονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων χωρίς ανοιχτή πρόσκληση. Το ΠΑΣΟΚ προτείνει δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος, σαφή προσόντα και αξιολόγηση με βάση την ακαδημαϊκή και επαγγελματική επάρκεια.
Να πάψουν τα κομματικά παζάρια.
Οι δύο νόμοι αγνοούν, επίσης, το άρθρο 22 του EMFA: οι συγχωνεύσεις μέσων κρίνονται μόνο με οικονομικά κριτήρια, βάσει του δικαίου ανταγωνισμού, χωρίς αξιολόγηση των επιπτώσεων στον πλουραλισμό.
Έτσι, η συγκέντρωση των ΜΜΕ στα χέρια λίγων ισχυρών επιχειρηματιών γίνεται πιο ορατή, όχι όμως πιο περιορισμένη.
Επιπλέον, το άρθρο 25 απαιτεί διαφανή, αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια για την κρατική διαφήμιση, αλλά κανένας από τους δύο νόμους δεν τα θεσπίζει.
Κάθε δημόσιος φορέας αποφασίζει πού θα διαθέσει τα χρήματα, χωρίς ενιαία διαφανή κριτήρια.
Η λογική της «Λίστας Πέτσα» αναπαράγεται.
Κι όμως, η τοπική δημοσιογραφία είναι δημοκρατική υποδομή: ελέγχει δήμους, έργα, νοσοκομεία και αδειοδοτήσεις.
Η ενίσχυσή της πρέπει να στηρίζει πραγματική δημοσιογραφική και ερευνητική παραγωγή, με εκ των προτέρων δημοσιευμένα κριτήρια, χωρίς πολιτική ευνοιοκρατία και χωρίς αδειοδοτικά εμπόδια για τους μικρούς.
Στον ψηφιακό χώρο, το 12% των Ελλήνων ενημερώνεται από chatbots, διπλάσιο ποσοστό από πέρυσι.
Χρειαζόμαστε αλγοριθμική διαφάνεια, πλατφόρμες που λογοδοτούν, δίκαιη αμοιβή για το δημοσιογραφικό έργο που τροφοδοτεί την τεχνητή νοημοσύνη και προστασία των μικρών εκδοτών.
Η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης δεν μπορεί να σημαίνει ότι η κυβέρνηση ορίζει κάθε φορά την αλήθεια, όπως το «Υπουργείο Αλήθειας» στο «1984». Πρέπει να διακρίνουμε το παράνομο περιεχόμενο και τη συντονισμένη χειραγώγηση από την κριτική, τη σάτιρα και την πολιτική διαφωνία.
Η νομοθέτηση έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από εφαρμογή.
Παρά τη νομοθεσία κατά των SLAPPs, των καταχρηστικών αγωγών και μηνύσεων που αποσκοπούν στον εκφοβισμό δημοσιογράφων, οι πρακτικές αυτές συνεχίζονται, ενώ οι παρακολουθήσεις δημοσιογράφων δεν έχουν διαλευκανθεί.
Όποιος ζητά από τους πολίτες να εμπιστευτούν τους θεσμούς ενημέρωσης οφείλει πρώτα να αντιμετωπίσει τα αίτια της δυσπιστίας: πολιτική επιρροή, συγκέντρωση, αδιαφάνεια και έλλειψη λογοδοσίας. *Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Των Συντακτών, 06/11/2026 (link σχ.1)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους