[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μαμά, μη κάνεις έτσι, τι έπαθες;» μου είπε ο Στέλιος και μου πήρε το κινητό από το χέρι. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Στην οθόνη ήταν μια φωτογραφία από το τραπέζι του αρραβώνα τους. Ο Στέλιος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαμά, μη κάνεις έτσι, τι έπαθες;» μου είπε ο Στέλιος και μου πήρε το κινητό από το χέρι.

Δεν μπορούσα να μιλήσω.

Στην οθόνη ήταν μια φωτογραφία από το τραπέζι του αρραβώνα τους. Ο Στέλιος χαμογελούσε, αγκαλιά με τη Μαρίνα.

Και πίσω από το δικό της χαμόγελο, εγώ έβλεπα άλλο πρόσωπο.

Έβλεπα το κορίτσι που είχε γυρίσει την κόρη μου σπίτι κλαίγοντας, με σκισμένη τσάντα και ένα χαρτί κολλημένο στην πλάτη που έγραφε «ψώνιο». Ένιωσα το αίμα να μου φεύγει από το πρόσωπο. «Αυτή είναι;» ψιθύρισα. «Ποια αυτή; Η Μαρίνα.

Η κοπέλα μου. Μαμά;» Κάθισα στην καρέκλα της κουζίνας γιατί λύγισαν τα πόδια μου.

Η κατσαρόλα ακόμα έβραζε, μύριζε κοκκινιστό, το ραδιόφωνο έπαιζε χαμηλά, κι εγώ είχα φύγει δέκα χρόνια πίσω.

Τότε που η Ελένη ερχόταν από το σχολείο και κλειδωνόταν στο δωμάτιο.

Τότε που μου έλεγε «καλά είμαι» και μετά την άκουγα να κλαίει με το μαξιλάρι στο στόμα για να μην την ακούσει κανείς. Η Μαρίνα δεν ήταν μια «παλιοπαρέα». Ήταν η αρχηγός.

Αυτή ξεκίναγε τα γέλια, αυτή πέταγε τις ατάκες, αυτή έκανε τις άλλες να την ακολουθούν.

Σχόλια για τα ρούχα της Ελένης, για το σώμα της, για το πώς μιλούσε.

Της έκρυβαν τα πράγματα, της έσκιζαν τετράδια, της έφτιαξαν ψεύτικο προφίλ και την κορόιδευαν δημόσια.

Το παιδί μου έφτασε να αλλάξει σχολείο στη Β’ Λυκείου.

Και μετά, μήνες σε ψυχολόγο για να μπορεί να κοιμηθεί χωρίς κρίσεις πανικού. Ο Στέλιος με κοιτούσε σαν να έβλεπε ξένη. «Μαμά, εξήγησέ μου.» Του τα είπα όλα.

Όχι ωραιοποιημένα.

Όχι μισά.

Όπως τα είχα ζήσει κι εγώ, σαν μάνα που έβλεπε το παιδί της να σβήνει και δεν μπορούσε να το προστατεύσει όσο έπρεπε.

Στην αρχή έπαθε σοκ.

Το είδα.

Έβαλε τα χέρια στο κεφάλι, περπάτησε πέρα δώθε στο σαλόνι, είπε δύο φορές «δεν γίνεται». Για λίγα λεπτά πίστεψα ότι κατάλαβε.

Μετά άλλαξε. «Κι εσύ είσαι σίγουρη ότι ήταν τόσο χάλια τα πράγματα;» Αυτό πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα. «Τι εννοείς είμαι σίγουρη; Εγώ μάζευα την αδερφή σου από το πάτωμα.» «Δεν λέω ότι λες ψέματα.

Λέω... ήταν πριν δέκα χρόνια.

Ήταν παιδιά.» «Παιδιά; Παιδιά ήταν και η Ελένη όταν παρακαλούσε να μην πάει σχολείο.» Εκείνος νευρίασε. «Η Μαρίνα έχει αλλάξει.

Δεν μπορώ να τιμωρήσω έναν άνθρωπο για κάτι που έκανε στα δεκαέξι του.» Το βράδυ πήρα την Ελένη τηλέφωνο.

Μόλις της είπα ότι πρέπει να της μιλήσω για τη Μαρίνα, κατάλαβε από τη σιωπή μου. «Όχι», μου είπε μόνο. «Μην μου πεις ότι είναι αυτή.» Δεν πρόλαβα να απαντήσω και άρχισε να κλαίει.

Όχι δυνατά.

Εκείνο το πνιχτό κλάμα που κάνει έναν άνθρωπο όταν έχει γυρίσει κάπου που πάλευε χρόνια να ξεχάσει. «Με τον αδερφό μου; Με τον Στέλιο; Όχι, μαμά... όχι.» Από εκείνη τη μέρα έκοψε κάθε επαφή μαζί του.

Ούτε μηνύματα, ούτε τηλέφωνα.

Στο οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής δεν ξαναήρθε.

Αν ήταν να περάσει ο Στέλιος από το σπίτι, η Ελένη έφευγε νωρίτερα.

Σαν κυνηγημένη.

Και η Μαρίνα; Ήρθε μια μέρα μόνη της να με βρει.

Κρατούσε γλυκά από ένα ζαχαροπλαστείο στη Νέα Σμύρνη, λες και πήγαινε σε γιορτή.

Μόλις έκλεισε η πόρτα, έβαλε τα κλάματα. «Ξέρω γιατί με κοιτάτε έτσι», μου είπε. «Ντρέπομαι.

Αλήθεια ντρέπομαι.

Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω...» «Δεν γυρίζει», της είπα. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences