ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ… ΑΛΛΑ ΟΛΟΙ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ! Στην Ελλάδα των απαγορεύσεων, των ασυμβίβαστων και των εξαιρέσεων! Απαγορεύεται η καθηγήτρια να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στους μαθητές της. Κι όμως, όλοι...
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ… ΑΛΛΑ ΟΛΟΙ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ! Στην Ελλάδα των απαγορεύσεων, των ασυμβίβαστων και των εξαιρέσεων! Απαγορεύεται η καθηγήτρια να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στους μαθητές της.
Κι όμως, όλοι γνωρίζουμε ότι τα ιδιαίτερα έχουν γίνει μια παράλληλη αγορά, με το ερώτημα να παραμένει: πόσοι τηρούν πραγματικά τους κανόνες; Απαγορεύεται ο δικαστής να ασκεί δεύτερο επάγγελμα.
Αλλά όταν τα παιδιά του είναι δικηγόροι, πού τελειώνει η οικογενειακή συμβουλή και πού αρχίζει η πιθανή σύγκρουση συμφερόντων; Η συγγένεια δεν είναι παράβαση.
Η παρέμβαση όμως σε υποθέσεις που επηρεάζουν την αμεροληψία είναι άλλο ζήτημα.
Απαγορεύεται ο γιατρός του Δημοσίου να έχει ιδιωτική δραστηριότητα χωρίς τις προβλεπόμενες άδειες και προϋποθέσεις.
Κι όμως, το ερώτημα για το δημόσιο ιατρείο και το ιδιωτικό ιατρείο εξακολουθεί να απασχολεί τους πολίτες.
Απαγορεύεται ο βουλευτής να βρίσκεται σε ασυμβίβαστες επαγγελματικές δραστηριότητες.
Όμως μπορεί να έχει αγροτική περιουσία, να καλλιεργεί ακτινίδια ή να διαθέτει άλλες νόμιμες δραστηριότητες.
Το ζήτημα δεν είναι αν έχει 100 στρέμματα.
Το ζήτημα είναι αν τηρούνται οι κανόνες και αν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.
Απαγορεύεται ο διευθυντής της Πολεοδομίας να εκμεταλλεύεται τη θέση του προς όφελος συγγενών του.
Αλλά αν τα παιδιά του είναι πολιτικοί μηχανικοί, δικαιούνται να ασκούν το επάγγελμά τους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: υπάρχει ισότιμη μεταχείριση όλων των μηχανικών ή κάποιοι έχουν προνομιακή πρόσβαση και μεταχείριση; Και πάμε παρακάτω… Απαγορεύεται ο δημόσιος υπάλληλος να χρησιμοποιεί την υπηρεσιακή του ιδιότητα για προσωπικό όφελος.
Κι όμως, πόσες φορές ο πολίτης αισθάνεται ότι χωρίς γνωριμία δεν προχωράει ο φάκελός του; Απαγορεύεται να χρησιμοποιείται δημόσιο χρήμα για προσωπικές εξυπηρετήσεις.
Κι όμως, όταν αποκαλύπτονται υποθέσεις κακοδιαχείρισης, όλοι αναρωτιούνται ποιος έλεγχε και ποιος γνώριζε.
Απαγορεύεται η διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών.
Κι όμως, πολλές φορές οι πληροφορίες φαίνεται να φτάνουν σε ορισμένους πριν ακόμη γίνουν γνωστές στους υπόλοιπους.
Απαγορεύεται η ευνοιοκρατία στις προσλήψεις.
Κι όμως, ο πολίτης εξακολουθεί να αναρωτιέται αν μετράει περισσότερο το προσόν ή το γνωστό όνομα.
Απαγορεύεται η κατάχρηση εξουσίας.
Κι όμως, υπάρχουν πολίτες που αισθάνονται ότι απέναντι σε μια δημόσια υπηρεσία είναι αδύναμοι, ενώ απέναντι σε έναν ισχυρό όλα γίνονται ευκολότερα.
Τελικά, τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Έχουμε νόμους, έχουμε κανονισμούς, έχουμε απαγορεύσεις, έχουμε ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Αυτό που πολλές φορές λείπει είναι η εφαρμογή τους με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Δεν είναι παράνομο να έχει κάποιος παιδιά δικηγόρους, μηχανικούς ή γιατρούς.
Δεν είναι παράνομο να έχει ένας βουλευτής αγροτική περιουσία.
Δεν είναι παράνομο να έχει ένας δημόσιος λειτουργός συγγενείς που εργάζονται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο.
Παράνομο είναι να χρησιμοποιείται η εξουσία, η θέση ή η υπηρεσιακή επιρροή για προσωπικό όφελος, όταν αυτό παραβιάζει τον νόμο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Ο απλός πολίτης καλείται να τηρεί κάθε κανόνα, να πληρώνει κάθε υποχρέωση και να περιμένει στη σειρά του.
Οι ισχυροί, όμως, οφείλουν να αποδεικνύουν ότι δεν βρίσκονται πάνω από τους κανόνες.
Γιατί η νομιμότητα δεν μπορεί να είναι αυστηρή για τον πολίτη και ελαστική για εκείνον που έχει εξουσία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερες απαγορεύσεις.
Χρειάζεται ίση εφαρμογή των νόμων, διαφάνεια και πραγματικό έλεγχο.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το μεγαλύτερο σκάνδαλο δεν είναι μόνο αυτό που απαγορεύεται.
Είναι όταν όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει, αλλά κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να το σταματήσει. ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ, ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ; Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά που σπάνια συζητάμε.
Μήπως ορισμένες καταγγελίες εναντίον δημόσιων λειτουργών δεν γίνονται πάντα από ανθρώπους που αναζητούν τη νομιμότητα, αλλά από εκείνους που δεν εξυπηρετήθηκαν όπως ήθελαν; Όταν ένας δημόσιος λειτουργός αρνείται να παρακάμψει τη σειρά προτεραιότητας, να παραβιάσει τη νομοθεσία ή να εξυπηρετήσει κάποιον παράνομα, υπάρχει περίπτωση ο δυσαρεστημένος πολίτης να επιστρέψει με μια καταγγελία εναντίον του.
Και τότε γεννιέται το μεγάλο ερώτημα: Καταγγέλλουμε επειδή ανακαλύψαμε πραγματική παρανομία ή επειδή δεν μας έγινε το χατίρι; Ασφαλώς, κάθε καταγγελία που αφορά πιθανή διαφθορά πρέπει να εξετάζεται σοβαρά.
Κανένας δημόσιος λειτουργός δεν είναι υπεράνω του νόμου.
Όμως ούτε μια καταγγελία αποτελεί από μόνη της απόδειξη ενοχής.
Η δικαιοσύνη οφείλει να εξετάζει τα στοιχεία, τα πραγματικά περιστατικά και τις προθέσεις, χωρίς να καταδικάζει κανέναν πριν αποδειχθεί η ευθύνη του.
Γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία όπου ο δημόσιος λειτουργός θα φοβάται να εφαρμόσει τον νόμο, μήπως βρεθεί κατηγορούμενος επειδή δεν εξυπηρέτησε μια παράνομη απαίτηση.
Η καταγγελία είναι δικαίωμα.
Η συκοφαντία είναι άλλο πράγμα.
Και η πραγματική διαφθορά πρέπει να αποκαλύπτεται, όχι να χρησιμοποιείται ως όπλο εκδίκησης. Η νομιμότητα δεν είναι προνόμιο. Είναι υποχρέωση όλων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους