Γράφει ο Κλεάνθης – Ταξιάρχης Κουκέλλης Μετά και τις τελευταίες βροχοπτώσεις, ήρθε για ακόμα μια χρονιά η ώρα για το μάζεμα της ελιάς. Έτσι γίνεται εδώ στο νησί μας, χρόνια τώρα. Αν και ο ίδιος δεν...
Γράφει ο Κλεάνθης – Ταξιάρχης Κουκέλλης Μετά και τις τελευταίες βροχοπτώσεις, ήρθε για ακόμα μια χρονιά η ώρα για το μάζεμα της ελιάς.
Έτσι γίνεται εδώ στο νησί μας, χρόνια τώρα.
Αν και ο ίδιος δεν έχω επαγγελματική σχέση με τον πρωτογενή τομέα, γνωρίζω καλά αυτή τη διαδικασία.
Όλη η οικογένειά μου είχε κάποτε κτήματα, ενώ η γιαγιά μου ήταν επαγγελματίας αγρότισσα και, μέχρι να της το στερήσει η υγεία της, βρισκόταν καθημερινά στα χωράφια.
Ο πατέρας μου, όποια δουλειά κι αν έκανε, ήταν πάντα δεμένος με τη γη. Πήγαινε σταθερά στα κτήματα του παππού και της γιαγιάς, καθώς του άρεσε –και του αρέσει ακόμα– αυτό το «σπορ». Όσο σκληρό κι αν ήταν, το επεδίωκε.
Βλέπετε, κάποτε το μάζεμα της ελιάς είχε ενδιαφέρον.
Και μην βιαστείτε να πιστέψετε πως το έκανε για τα χρήματα.
Κάθε άλλο.
Το έκανε αρχικά για να έχει η οικογένεια το δικό της, αγνό λάδι, για την προσωπική του υγεία, αλλά και για τη γλυκιά άμιλλα, το «τρέξιμο» για το ποιος θα γεμίσει πρώτος το καλάθι.
Ήταν μια ανάσα ζωής: να σηκωθεί από το γραφείο, να βγει από το τυπογραφείο, να βρεθεί στη φύση και να ελαττώσει το τσιγάρο.
Θυμάμαι ακόμα, από τότε που ήμουν μικρός, τα λόγια του: «Άντε να βρέξει να βγούμε στο λιόφυτο» ή «Έβρεξε, ώρα να πάμε για ελιές». Μέσα από τα δικά του μάτια, ζωντανεύει η εικόνα από τους «νταϊφάδες» –τις παρέες των γυναικών και των ανδρών που συγκεντρώνονταν τα χαράματα σε ένα σημείο και ξεκινούσαν όλοι μαζί για τα κτήματα. «Γινόντουσαν γλέντια.
Παρά την κούραση και την εξάντληση που ένιωθαν όλες οι γυναίκες σκυφτές όλη τη μέρα, αλλά και οι άντρες που ράβδιζαν από κάτω και από πάνω τα δέντρα, το κέφι δεν έφευγε ποτέ.
Οι γυναίκες τραγουδούσαν, και οι ραβδιστές χόρευαν... πάνω στα δέντρα! Ήμασταν δύο – τρεις που δεν κατεβαίναμε από το δέντρο, αλλά πηδούσαμε από το ένα στο άλλο, μόνο και μόνο για να μας κάνουν χάζι.
Όταν έφθανε η ώρα για το φαγητό, πάντα στις 12 η ώρα που χτυπούσε η μπουρού, το κέφι άναβε... Υπήρχαν όμως και οι δύσκολες στιγμές.
Αυτές που ο καιρός μας ανάγκαζε να φύγουμε στις 11 το πρωί και το μεροκάματο πήγαινε χαμένο.
Ειδικά κάτι δεκαήμερα που, ενώ από τις 7 το πρωί δεν έβρεχε και κάναμε τον σταυρό μας να μας νυχτώσει, ο καιρός άλλαζε και η βροχή μας έδιωχνε αναγκαστικά». Σήμερα, έτσι όπως έχουν διαμορφώσει την κατάσταση, αυτό το «χόμπι» δεν συμφέρει πια.
Τα κυβερνητικά μέτρα, η συχνή ακαρπία, τα δυσβάσταχτα έξοδα και η ατελείωτη γραφειοκρατία σε αναγκάζουν να προτιμάς να αγοράσεις λάδι από κάποιον γνωστό, παρά να μπεις σε όλη αυτή τη βασανιστική διαδικασία με τα χαρτιά, απλώς και μόνο για να πας στο κτήμα σου.
Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και το δυσβάσταχτο κόστος στα ελαιοτριβεία, με το ποσοστό της «ξαφρίσματος» (του δικαιώματος) να έχει ανέβει τόσο, που στο τέλος νιώθεις ότι μοιράζεσαι τον κόπο σου αντί να ανταμείβεσαι.
Για εμάς, τα ιδιόκτητα κτήματα δεν υπάρχουν πια, όλα αυτά τα χρόνια, οι εκτάσεις που μαζεύονταν ήταν με ενοίκιο (ή «με τα χρόνια», όπως το έλεγε ο πατέρας μου). Στις μέρες μας, βλέπω φίλους, γνωστούς και συγγενείς να γυρίζουν την πλάτη στην ελαιοκομία.
Όχι γιατί δεν θέλουν ή δεν μπορούν, αλλά γιατί με την πάροδο του χρόνου, το μάζεμα της ελιάς έχασε τη μαγεία του.
Έπαψε να έχει ενδιαφέρον.
Οι νέοι άνθρωποι της ηλικίας μου δεν θέλουν ούτε να ακούσουν για το επάγγελμα αυτό.
Αν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι, το «νησί της ελιάς» σύντομα θα πάψει να υφίσταται όπως το γνωρίσαμε.
Μονάχα τα δέντρα θα απομείνουν –αν δεν τα ξεριζώσουν κι αυτά– για να θυμίζουν βουβά το παρελθόν.
Οι σημερινοί αρμόδιοι και υπεύθυνοι αυτής της χώρας πρέπει επιτέλους να ξαναδούν το θέμα σοβαρά. Η Λέσβος ήταν και είναι το νησί του λαδιού.
Τα εμπόδια που υψώνονται καθημερινά και η οικονομική αιμορραγία από τα έξοδα της παραγωγής θα διώξουν και τους τελευταίους από τα κτήματα. Είναι κρίμα κι άδικο να αφήσουμε μια τέτοια ζωντανή παράδοση να χαθεί για πάντα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους