Κυριακή 1 Νοεμβρίου, πρωί, την ώρα που ο φίλος ο Παναγιώτης με τα δυο του σκυλιά φέρνει βόλτες στις βάρκες στο μικρό μας λιμάνι, στη μικρή μας πλατεία, στη μικρή μας πόλη. Τι να τις κάνουμε τις...
Κυριακή 1 Νοεμβρίου, πρωί, την ώρα που ο φίλος ο Παναγιώτης με τα δυο του σκυλιά φέρνει βόλτες στις βάρκες στο μικρό μας λιμάνι, στη μικρή μας πλατεία, στη μικρή μας πόλη.
Τι να τις κάνουμε τις μεγάλες πόλεις; Τους απρόσωπους ανθρώπους, που ο ένας τραβάει τον δρόμο του για να σωθεί.
Να βγάλει το ψωμί του με πολλούς τρόπους τίμιους αλλά και πονηρούς γεμάτο λάσπη, και ανάλογα αυτός τραβάει το δρόμο του, ασφάλτινο, ή χωμάτινο, αλλά και δρόμους του βουνού γεμάτο βράχια.
Κουρασμένοι , που ο ένας προσπερνάει τον άλλον χωρίς ούτε μια καλημέρα.
Ένας άγνωστος να πει καλημέρα σε έναν άγνωστο; Δεν πρόκειται να γίνει, τα προβλήματα είναι ένας τοίχος μπροστά του που σφηνώνουν ιδέες στον εγκέφαλο τον τρομοκρατούν και τον κάνουν να βλέπει μόνο μπροστά, επιταχύνει το βήμα του , να φτάσει στο σπίτι του, κουρασμένος και μετά πάλι την άλλη μέρα το ίδιο και το ίδιο.
Ίδιες συνήθειες, με στόχο την επιβίωση. Ο Παναγιώτης ζει μόνος του, αλλά τι λέω δεν ζει μόνος του.
Έχει τα δυο του σκυλιά, πιστοί σύντροφοι, αφού οι άλλοι τον έχουν απαρνηθεί.
Μια ζωή στα καράβια, μια ζωή στη βιοπάλη, μια ζωή τώρα με αναμνήσεις.
Η μνήμη του λειτουργεί άψογα, όπως του επίσης φίλου μου, εκατό και βάλε χρονών που κάποτε μου είπε, « τώρα είμαι ένα χαμένο κορμί.» Αλλά αν αναλύσουμε τώρα αυτή τη φράση , θα δούμε ότι κρύβει μέσα της ένα παράπονο για τη ζωή.
Πώς ήταν κάποτε, και πώς είναι τώρα.
Περίεργα φαινόμενα, να ερχόμαστε στη ζωή για να πεθάνουμε.
Ώρες - ώρες σκέφτομαι και λέω, γιατί; Καμμιά απάντηση.
Υποθετικές απαντήσεις, ίσως για έναν άλλον χώρο ή ένα άλλο μέρος.
Κανείς δεν ξέρει.
Αυτό που ξέρω πολύ καλά είναι ότι ο θάνατος σε ισοπεδώνει, σε κάνει πάλι να γίνεις ένας πολύ μικρός, όπως τότε που δεν μπορούσες να σύρεις τα βήματα σου, όπως τότε που δεν μπορούσες να φας και η μάνα σου σε τάιζε με το κουταλάκι.
Τέλος πάντων.
Τώρα που γράφω αυτό το κείμενο, σκέφτομαι από την μια μεριά τον Παναγιώτη που τώρα σε μια καφετέρια στη μικρή μας πόλη πίνει το καφεδάκι του με κάτι ψιλά αυτά που του μείναν.
Κάθε μέρα το μεσημέρι του φέρνουν σε μια σακούλα φαγητό από το ΣΙΤΙΖΩ.
Αλλά ο Παναγιώτης είναι ο Παναγιώτης, κανένας άλλος.
Και από την άλλη μεριά σκέφτομαι την έννοια του μιμητισμού.
Οι περισσότεροι, κυρίως νέοι, μιμούνται.
Προχθές λοιπόν έβλεπα κάποιους να μιμούνται τα λόγια κάποιου Υπουργού και να χορεύουν μαζί του.
Κάνουμε ό, τι κάνουν και οι άλλοι, σωστό ή λάθος.
Τότε που είναι η δικιά μας σκέψη, πού είναι οι δικές μας ιδέες; Παίρνοντας αφορμή αυτό το γεγονός του μιμητισμού, που δεν είναι μόνο στους νέους, αλλά και παντού σε όλους τους τομείς της ζωής μας λέω πως οι γλάροι έχουν την δικιά τους φωνή.
Κυριακή 1 Νοεμβρίου πρωί.
Όλες οι βάρκες στο λιμάνι.
Και ο καιρός είναι έτοιμος για βροχή.
Μάλλον έχουμε Φθινόπωρο. «Και απορώ.
Και φυσικά απόρησες κι εσύ.
Ήταν νύχτα.
Το δωμάτιο θύμιζε κάτι απ’ αυτά τα τζιν τα παντελόνια σχισμένα στο γόνατο, στενά στο βάθος μιας άβαθης έννοιας, ή κάτι όμοιο σαν αυτό που κλείνουν τους παραπτωματίες ζητιάνους σε κάποιο πεζοδρόμιο ή σε κάποιο σημείο του μετρό ακριβές κολόνιες, μακιγιάζ που αλλάζει όψη, ζάρες, γραμμές, επιδιώξεις.
Για μια βραδιά, ανάλογα με το πόσο ζητάς.
Φώτα άνοιγαν, για δευτερόλεπτα προσπερνούσαν τους δήθεν φανταστικούς τοίχους και πέφταν πάνω μας έτσι από περιέργεια και μόνο.
Να δουν.
Τι να δούν; Σε τέτοια δωμάτια βλέπεις το αύριο που έρχεται ή το μετά μιας επικοινωνίας.
Ντουλάπες άνοιγαν, ντουλάπες έκλειναν, με μια αναπνοή γρήγορη για μια διαδρομή, δρόμοι και μόνο δρόμοι.
Και απορώ.
Και φυσικά απόρησες κι εσύ. « Ένα κομμάτι του εαυτού μας σεργιανούσε μέσα στην υγρασία του Φθινοπώρου, ή μπορεί και να το θέλησε έτσι να γίνει για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι.» Φθινόπωρο και οι γλάροι έχουν το δικό τους τραγούδι.
Καμμιά σχέση με τον μιμητισμό του τάδε Υπουργού, που ξεσηκώνει τους νέους με τα Α και με τα ΟΥ. Εντάξει ο Υπουργός είναι Υπουργός και κάνει την δουλειά του, οι νέοι όμως γιατί να ακολουθούν; Φθινόπωρο, σε λίγο θα βρέξει.
Κάθομαι στο παγκάκι του μικρού μας λιμανιού και χαζεύω τους γλάρους.
Ένα τραγούδι άγνωστο, αλλά πολύ αγαπημένο.
Οι γλάροι είναι γλάροι και δεν επηρεάζονται από καμμιά άλλη μελωδία, της θάλασσας ας πούμε, των ανθρώπων ας πούμε, του Παναγιώτη ας πούμε.
Οι γλάροι είναι γλάροι. Φθινόπωρο.
Και απέναντι μου ένα πορτρέτο ζωγραφικής.
Δεν μιμούμαι κανέναν.
Κάνω αυτό που θέλω.
Μια ήρεμη μορφή.
Άλλοι λένε πως είναι μελαγχολία, άλλοι λένε πως είναι αυτό το ίδιο το Φθινόπωρο το γεμάτο χρώματα. Το Φθινόπωρο μιμείται μόνο τον εαυτό του, ούτε την Άνοιξη, ούτε το Καλοκαίρι, ούτε τον Χειμώνα, μιμείται μόνο αυτόν από τους χιλιάδες εαυτούς. Άγγελος Φωτιάδης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους