Ο Πέτρος κατέβαζε τη βαλίτσα από το πατάρι, κι ένα σύννεφο σκόνης έπεφτε κατευθείαν μέσα στην κατσαρόλα με τη σούπα. — Λυδία, σε παρακαλώ, ας το κάνουμε χωρίς υστερίες, είπε ο άντρας μου. Φεύγω...
Ο Πέτρος κατέβαζε τη βαλίτσα από το πατάρι, κι ένα σύννεφο σκόνης έπεφτε κατευθείαν μέσα στην κατσαρόλα με τη σούπα. — Λυδία, σε παρακαλώ, ας το κάνουμε χωρίς υστερίες, είπε ο άντρας μου.
Φεύγω. — Τότε τουλάχιστον μη μου σκονίζεις το φαγητό, απάντησα και σκέπασα την κατσαρόλα με το καπάκι.
Πού πας, αν επιτρέπεται; Ακούμπησε τη βαλίτσα πάνω στο σκαμπό και την άνοιξε.
Οι κινήσεις του ήταν τόσο μελετημένες, λες και είχε κάνει πρόβα αυτή τη σκηνή στο μυαλό του για μέρες. — Στην Ιλόνα.
Τη θυμάσαι; Εκείνη που παρουσίαζε τη γιορτή της Καλλιόπης.
Τη θυμόμουν.
Κίτρινο παλτό, μικρόφωνο στο χέρι και μια φωνή τόσο διαπεραστική, που τα ποτηράκια στο σκρίνιο της αδελφής του έτριζαν. — Είσαι καλή γυναίκα, Λυδία, συνέχισε ο Πέτρος.
Αλλά είσαι πολύ του σπιτιού.
Μαζί σου όλα είναι βαρετά.
Είσαι σαν μαγείρισσα, και η ζωή σου πάει με πρόγραμμα: Τετάρτη μπιφτέκια, Σάββατο σφουγγάρισμα, Πρωτοχρονιά κάρτες στους συγγενείς.
Ποιος στέλνει πια κάρτες; Μόνο εσύ έχεις απομείνει να κρατάς ζωντανό το ταχυδρομείο. — Γράφει όποιος έχει ανθρώπους να θυμηθεί, είπα.
Με την Ιλόνα, λοιπόν, έχεις διασκέδαση; — Μαζί της κάθε μέρα είναι γιορτή. — Φυσικά.
Εκείνη πληρώνεται για να κάνει τη γιορτή.
Δεν γέλασε.
Σπάνια γελούσε με τα δικά μου λόγια.
Αντίθετα, με τα αστεία της τηλεόρασης μπορούσε να ξεκαρδιστεί μέχρι να τον πιάσει βήχας. Ο Πέτρος δίπλωνε τα πουκάμισά του όπως πάντα, με τα μανίκια προς τα μέσα.
Έβαλε μέσα το ξυραφάκι, φορτιστές, τον φάκελο με τα χαρτιά του αυτοκινήτου που πήρε από το συρτάρι στο χολ.
Ύστερα μπήκε στην κουζίνα, τράβηξε τον πολυμάγειρα από την πρίζα και τον έσφιξε πάνω του σαν γάτα. — Θέλω να ζήσω, καταλαβαίνεις; Κανονικά.
Όχι με φασολάδα βάσει προγράμματος. — Βλέπω, πάντως, πως τη φασολάδα βάσει προγράμματος τη παίρνεις μαζί σου, είπα.
Κοίταξε πρώτα τον πολυμάγειρα κι έπειτα εμένα. — Αυτόν εγώ τον αγόρασα. — Με τη δική μου κάρτα. — Άντε πάλι.
Τον λυπάσαι δηλαδή; — Απλώς έχω περιέργεια, είπα.
Τι άλλο σκοπεύεις να πάρεις από τη ζωή που τόσο σε πλήττει; Έκανε πως δεν άκουσε και κατέβασε τον πολυμάγειρα μέσα στη βαλίτσα, πάνω στα πουκάμισα.
Για να κλείσει το φερμουάρ, χρειάστηκε να πιέσει με το γόνατο. Στο χολ είχε ήδη ... (συνέχεια στο LINK στα σχόλια 👇)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους