«Μην του δίνεις άλλο γιαούρτι, Ελένη. Θα κρυώσει το παιδί και μετά θα τρέχετε στα νοσοκομεία», είπε η κυρία Ευδοξία, αρπάζοντας σχεδόν το κουταλάκι από το χέρι μου. Ο μικρός μου, ο Πέτρος, ήταν...
«Μην του δίνεις άλλο γιαούρτι, Ελένη. Θα κρυώσει το παιδί και μετά θα τρέχετε στα νοσοκομεία», είπε η κυρία Ευδοξία, αρπάζοντας σχεδόν το κουταλάκι από το χέρι μου.
Ο μικρός μου, ο Πέτρος, ήταν δυόμισι χρονών.
Με κοίταξε με μάτια γεμάτα απορία, με το γιαούρτι στο πηγούνι.
Εγώ κρατούσα την ανάσα μου.
Ήταν οκτώ το πρωί, είχα κοιμηθεί τρεις ώρες γιατί έβηχε όλη νύχτα, και η πεθερά μου στεκόταν πάνω από το τραπέζι με τη ρόμπα της, σαν να είχα κάνει έγκλημα. «Μαμά, φτάνει», είπε χαμηλά ο Σταύρος από την πόρτα.
Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε πληγωμένη.
Αυτό το βλέμμα το ήξερα πια καλά.
Το βλέμμα που έλεγε: “Εγώ σε μεγάλωσα, κι εσύ τώρα παίρνεις το μέρος της;” «Δεν μιλάω σε σένα.
Στο σπίτι μου είμαι και βλέπω το εγγόνι μου να το ταΐζουν λάθος.» Το “σπίτι μου” έπεφτε κάθε μέρα πάνω μου σαν πόρτα που κλείνει.
Είχαμε μετακομίσει στο Περιστέρι οκτώ μήνες πριν.
Το ενοίκιο στο μικρό δυάρι που μέναμε στα Πατήσια είχε φτάσει σε σημείο να μετράμε μέχρι και τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Ο Σταύρος δούλευε σε συνεργείο αυτοκινήτων, εγώ σε ένα φαρμακείο με ωράρια που άλλαζαν συνέχεια.
Κάθε τέλος του μήνα, αφού πληρώναμε ενοίκιο, ρεύμα, παιδικό σταθμό και δόσεις, μας έμεναν κάτι ψίχουλα. Η Ευδοξία μάς το πρότεινε με ύφος σωτήρα. «Ελάτε στο πάνω σπίτι.
Κάθεται άδειο.
Να σταθείτε στα πόδια σας.
Οικογένεια είμαστε.» Το σπίτι ήταν παλιό, διώροφο, με ξεχωριστή είσοδο για εμάς. Θεωρητικά.
Στην πράξη, η πεθερά μου είχε κλειδί, ανέβαινε όποτε ήθελε και δεν χτυπούσε ποτέ.
Μπορεί να άνοιγα τα μάτια μου Κυριακή πρωί και να τη έβλεπα στην κουζίνα να μετακινεί τα ποτήρια. «Έτσι τα βάζετε; Τα μεγάλα μπροστά; Δεν τα έμαθες αυτά από τη μάνα σου;» Άλλοτε άδειαζε το πλυντήριο και ξαναέπλενε ρούχα που θεωρούσε πως δεν είχαν καθαρίσει.
Μια φορά πέταξε το φαγητό που είχα ετοιμάσει για τον Πέτρο, επειδή είχε βάλει λίγο κύμινο στις φακές. «Τα παιδιά θέλουν απλά πράγματα.
Όχι τις μοντερνιές σου.» Δεν ήταν οι φακές.
Δεν ήταν τα ποτήρια.
Ήταν ότι μέσα σε εκείνο το σπίτι ένιωθα πως δεν επιτρεπόταν να είμαι μητέρα, σύζυγος, ούτε καν άνθρωπος με δικές του συνήθειες. Ο Σταύρος στην αρχή έλεγε πως θα της μιλήσει.
Κι εγώ τον πίστευα.
Μετά άρχισε να γυρίζει από τη δουλειά κουρασμένος, να πετάει τα κλειδιά στο τραπεζάκι και να λέει: «Ελένη, μη δίνεις σημασία.
Ξέρεις πώς είναι η μάνα μου.» Μα αυτό ήταν ακριβώς το πρόβλημα.
Όλοι ήξεραν πώς ήταν η μάνα του και όλοι περίμεναν από εμένα να το καταπιώ.
Το χειρότερο έγινε ένα απόγευμα του Νοέμβρη.
Γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά και άκουσα φωνές από κάτω. Η Ευδοξία μιλούσε με τη γειτόνισσα στο πεζοδρόμιο.
Δεν με είδε. «Τι να σου πω, Ασπασία μου… Ο Σταύρος άλλαξε από τότε που παντρεύτηκε.
Αυτή ούτε σπίτι ξέρει να κρατήσει ούτε παιδί.
Και μου τον έχει κάνει να μη μου μιλάει.» Στάθηκα πίσω από την κουρτίνα και ένιωσα τα χέρια μου να τρέμουν.
Δεν ανέβηκα καν πάνω.
Κατέβηκα κατευθείαν στην αυλή. «Αν έχετε κάτι να μου πείτε, πείτε το σε μένα», της είπα.
Η γειτόνισσα μάζεψε βιαστικά την τσάντα της και έφυγε μουρμουρίζοντας ένα “γεια σας”. Η Ευδοξία δεν ντράπηκε ούτε λίγο. «Αλήθεια λέω.
Τι θες, να λέω ψέματα;» «Θέλω να μη με ξεφτιλίζετε στη γειτονιά.» «Εγώ ξεφτιλίζομαι που βλέπω το σπίτι μου να γίνεται όπως να ’ναι.» Τότε ήρθε ο Σταύρος.
Είχε ακούσει τις τελευταίες κουβέντες.
Περίμενα, για μια φορά, να σταθεί δίπλα μου.
Να πει “ως εδώ”. Αντί γι’ αυτό, κοίταξε πρώτα τη μάνα του και μετά εμένα. «Μπείτε μέσα και οι δύο.
Μας ακούει όλος ο κόσμος.» Το βράδυ, αφού κοιμήθηκε ο Πέτρος, έγινε ο καβγάς που ακόμα με ξυπνάει μερικές φορές. «Δεν αντέχω άλλο», του είπα. «Θα φύγουμε.» Ο Σταύρος καθόταν στον καναπέ, σκυμμένος, με τα χέρια στο κεφάλι.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μιλούσε.
Κι ύστερα σήκωσε το βλέμμα του.
Ήταν κόκκινος από ένταση. «Και πού θα πάμε, Ελένη; Με ποια λεφτά; Η μάνα μου μας έκανε χάρη.» «Η χάρη δεν είναι να μπαίνει στο σπίτι μας χωρίς να χτυπάει. Ούτε να με λέει άχρηστη.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους