ΦΑΚΕΛΟΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑ Η διαφθορά είναι ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Η διαφθορά δεν είναι μόνο πρόβλημα των πολιτικών και των θεσμών. Είναι και πρόβλημα κοινωνικής ανοχής...
ΦΑΚΕΛΟΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑ Η διαφθορά είναι ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Η διαφθορά δεν είναι μόνο πρόβλημα των πολιτικών και των θεσμών.
Είναι και πρόβλημα κοινωνικής ανοχής, νοοτροπίας και συλλογικής συμπεριφοράς.
Θα έλεγα, όμως, ότι χρειάζεται να διακρίνουμε δύο πράγματα: άλλο ο Έλληνας που διαφθείρει και άλλο ο Έλληνας που έχει μάθει να ζει μέσα σε ένα διεφθαρμένο περιβάλλον, χωρίς να πιστεύει ότι μπορεί να το αλλάξει.
Η δεύτερη περίπτωση είναι πολύ πιο σύνθετη — και ίσως πολύ πιο διαδεδομένη. 1. Πόσο εθισμένος είναι ο Νεοέλληνας στη διαφθορά; Δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έναν ολόκληρο λαό ως διεφθαρμένο.
Μπορούμε, όμως, να εξετάσουμε πόσο έχει κανονικοποιηθεί η διαφθορά στην καθημερινότητα.
Υπάρχουν ορισμένες συμπεριφορές που αποκαλύπτουν αυτή την κανονικοποίηση: Το «έχω έναν γνωστό και θα σε βολέψει». Το «έτσι γίνονται οι δουλειές στην Ελλάδα». Η αποδοχή του ρουσφετιού, εφόσον εξυπηρετεί εμάς.
Η φοροδιαφυγή που παρουσιάζεται ως εξυπνάδα.
Η παράκαμψη της αξιοκρατίας, όταν μας συμφέρει.
Η ανοχή στην πολιτική διαφθορά, εφόσον την ασκεί η δική μας παράταξη.
Εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αντίφαση: ο πολίτης μπορεί να καταγγέλλει τη διαφθορά του συστήματος και ταυτόχρονα να επιδιώκει ένα μικρό προσωπικό προνόμιο από το ίδιο σύστημα.
Αυτό δεν είναι απλώς υποκρισία.
Είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής προσαρμογής: όταν πιστεύεις ότι οι άλλοι παρανομούν και ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν, αρχίζεις να θεωρείς τη δική σου παράκαμψη αναγκαία για την επιβίωσή σου. 2. Τι δείχνουν οι έρευνες για την Ελλάδα; Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. 83% των πολιτών θεωρούν ότι η διαφθορά υπάρχει σε πολύ μεγάλο ή αρκετά μεγάλο βαθμό στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025. Στο Ευρωβαρόμετρο του 2025, το 69% των Ελλήνων θεωρεί τα πολιτικά κόμματα βασικούς φορείς διαφθοράς, ενώ το 89% αναφέρει το σύστημα υγείας ως χώρο όπου η διαφθορά είναι διαδεδομένη.
Στην έρευνα του ΟΟΣΑ για το 2025, μόλις το 24% των Ελλήνων δήλωσε υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση, έναντι 40% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Transparency International για το 2025 η Ελλάδα συγκέντρωσε 50/100 βαθμούς και κατατάχθηκε στην 56η θέση μεταξύ 182 χωρών.
Ο δείκτης μετρά την αντιλαμβανόμενη διαφθορά στον δημόσιο τομέα, όχι το ποσοστό των πολιτών που δωροδοκούν.
Το συμπέρασμα είναι ότι η δυσπιστία απέναντι στη διαφθορά είναι εξαιρετικά εκτεταμένη.
Δεν σημαίνει, όμως, ότι όλοι συμμετέχουν σε αυτήν ή ότι όλοι την αποδέχονται. 3. Γιατί δεν αντιδρά ο πολίτης; Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Πρώτον: Έχει χάσει την πίστη του στη δυνατότητα αλλαγής.
Όταν ο πολίτης βλέπει υποθέσεις να αποκαλύπτονται, να προκαλούν πρόσκαιρο θόρυβο και στη συνέχεια να χάνονται μέσα σε δικαστικές και πολιτικές διαδικασίες, αρχίζει να σκέφτεται: «Τι θα αλλάξει αν διαμαρτυρηθώ εγώ;» Η παραίτηση γίνεται τρόπος ψυχολογικής αυτοπροστασίας. Δεύτερον: Έχει αναπτύξει σχέση εξάρτησης από το σύστημα.
Το ρουσφέτι δεν είναι απλώς μια παράνομη ή αθέμιτη εξυπηρέτηση.
Είναι και μια μορφή εξάρτησης.
Ο πολίτης που χρειάζεται πολιτικό μέσο για να βρει δουλειά, να μετακινήσει μια υπόθεσή του ή να εξασφαλίσει μια εξυπηρέτηση, δυσκολεύεται να συγκρουστεί με εκείνον από τον οποίο εξαρτάται. Τρίτον: Βάζει το προσωπικό συμφέρον πάνω από το συλλογικό.
Αυτή είναι μια ιδιαίτερα δυσάρεστη διάσταση.
Πολλοί δεν ενοχλούνται τόσο από την αδικία όσο από το γεγονός ότι αδικούνται οι ίδιοι.
Αν κάποιος άλλος αποκτήσει ένα αθέμιτο πλεονέκτημα, αγανακτούν.
Αν όμως το αποκτήσουν οι ίδιοι, μπορεί να το θεωρήσουν δικαιολογημένο.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όλοι καταγγέλλουν το σύστημα, αλλά αρκετοί επιθυμούν να έχουν πρόσβαση στα προνόμιά του. Τέταρτον: Η κομματική ταυτότητα υπερισχύει της θεσμικής συνείδησης.
Όταν αποκαλύπτεται μια υπόθεση διαφθοράς, ένα τμήμα της κοινωνίας δεν εξετάζει πρώτα τα στοιχεία.
Εξετάζει ποιος βρίσκεται πίσω από την υπόθεση.
Αν αφορά τον πολιτικό χώρο που υποστηρίζει, αναζητά δικαιολογίες.
Αν αφορά τον αντίπαλο, απαιτεί τιμωρία.
Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική αντιπαράθεση υποκαθιστά την απαίτηση για ισονομία. Πέμπτον: Φοβάται το κόστος της αντίδρασης.
Η καταγγελία μπορεί να σημαίνει επαγγελματική σύγκρουση, κοινωνική απομόνωση, οικονομική ζημία ή μια μακρά δικαστική περιπέτεια.
Δεν είναι όλοι σε θέση να αναλάβουν αυτό το κόστος.
Γι' αυτό η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και η ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών είναι τόσο σημαντικές. 4. Μήπως έχουμε εθιστεί στην ατιμωρησία; Εδώ θα σταθώ ιδιαίτερα.
Ο εθισμός δεν είναι απαραίτητα στην ίδια τη διαφθορά.
Είναι ενδεχομένως στην προσαρμογή στην αδικία.
Όταν μια κοινωνία συνηθίζει να ακούει για: σκάνδαλα χωρίς σαφή λογοδοσία, δημόσιο χρήμα χωρίς επαρκή έλεγχο, διορισμούς χωρίς αξιοκρατία, ευνοϊκή μεταχείριση ισχυρών, διαφορετικά μέτρα και σταθμά ανάλογα με την κοινωνική ή πολιτική θέση, τότε κινδυνεύει να χάσει κάτι πολύ σημαντικό: την αίσθηση ότι υπάρχουν απαράβατοι κανόνες.
Και τότε συμβαίνει κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: ο έντιμος πολίτης αρχίζει να αισθάνεται αφελής.
Σκέφτεται ότι εκείνος που ακολουθεί τους κανόνες είναι ο χαμένος, ενώ εκείνος που τους παρακάμπτει είναι ο έξυπνος.
Αυτή η αντιστροφή αξιών είναι ίσως μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές συνέπειες της διαφθοράς. 5. Τι θα μπορούσε να τον κάνει να αντιδράσει; Δεν αρκεί να περιμένουμε μια μεγάλη διαδήλωση ή μια εκλογική ανατροπή.
Η αντιμετώπιση της διαφθοράς απαιτεί αλλαγή τόσο στους θεσμούς όσο και στην κοινωνική συμπεριφορά.
Κατά τη γνώμη μου, χρειάζονται πέντε πράγματα: Πραγματική και ισότιμη τιμωρία.
Όχι μόνο για τον μικρό υπάλληλο ή τον πολίτη, αλλά και για όσους διαθέτουν εξουσία και πολιτική προστασία. Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.
Με ταχύτητα, διαφάνεια και ουσιαστική λογοδοσία.
Κατάργηση της πελατειακής λογικής.
Οι δημόσιες θέσεις και οι κρατικές παροχές να μην αποτελούν ανταλλάγματα πολιτικής υποστήριξης.
Προστασία όσων καταγγέλλουν παρανομίες.
Κανείς δεν πρέπει να καταστρέφει την επαγγελματική και προσωπική του ζωή επειδή αποκάλυψε μια αδικία.
Αλλαγή κοινωνικών προτύπων.
Να πάψει το ρουσφέτι να θεωρείται εξυπνάδα και η αξιοκρατία αφέλεια.
Και κάτι ακόμη: η κοινωνική αντίδραση χρειάζεται διάρκεια, όχι μόνο εκρήξεις αγανάκτησης όταν αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο. 6. Το βαθύτερο πρόβλημα Θα διατυπώσω μια σκέψη που ίσως είναι σκληρή, αλλά αξίζει να συζητηθεί: Η διαφθορά δεν επιβιώνει μόνο επειδή υπάρχουν διεφθαρμένοι άνθρωποι στην εξουσία.
Επιβιώνει και επειδή ένα μέρος της κοινωνίας έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η εντιμότητα δεν αποδίδει.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο λαός είναι συλλογικά ένοχος.
Η ευθύνη δεν κατανέμεται ισότιμα.
Άλλη η ευθύνη εκείνου που κατέχει δημόσια εξουσία και διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα και άλλη εκείνου που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε ένα προβληματικό σύστημα.
Η πολιτική ηγεσία έχει αυξημένη ευθύνη να δημιουργήσει κανόνες και να τους εφαρμόζει.
Η κοινωνία, από την πλευρά της, έχει ευθύνη να μην επιβραβεύει την παρανομία όταν αυτή την εξυπηρετεί.
Και θα κλείσω με τρία ερωτήματα που θεωρώ θεμελιώδη για την ελληνική κοινωνία: Μήπως ο Νεοέλληνας δεν εξεγείρεται επειδή, κατά βάθος, δεν θέλει να αλλάξει το σύστημα, αλλά θέλει να αποκτήσει καλύτερη θέση μέσα σε αυτό; Μήπως η ανοχή στη διαφθορά έχει γίνει ένας άτυπος κοινωνικός κανόνας, που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά; Και τελικά, μπορεί να υπάρξει πραγματική πολιτική αλλαγή χωρίς προηγούμενη αλλαγή της κοινωνικής συνείδησης; Ειδικά το τελευταίο είναι το πιο δύσκολο.
Γιατί μια δημοκρατία δεν χρειάζεται απλώς πολίτες που ψηφίζουν.
Χρειάζεται πολίτες που απαιτούν λογοδοσία ακόμη κι όταν αυτή αφορά τη δική τους παράταξη, τα δικά τους συμφέροντα και τους δικούς τους ανθρώπους.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους