[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Αν περάσεις αυτή την πόρτα, μην περιμένεις να σε παρακαλέσω», είπε ο Νίκος, κρατώντας ακόμη το τηλεκοντρόλ. Εγώ πάλευα με το φερμουάρ της βαλίτσας και η μητέρα του στεκόταν στον διάδρομο με τα χέρια...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Αν περάσεις αυτή την πόρτα, μην περιμένεις να σε παρακαλέσω», είπε ο Νίκος, κρατώντας ακόμη το τηλεκοντρόλ.

Εγώ πάλευα με το φερμουάρ της βαλίτσας και η μητέρα του στεκόταν στον διάδρομο με τα χέρια σταυρωμένα. «Άφησέ την.

Θα πάει στην αδελφή της, θα της βάλει κι εκείνη λόγια και θα γυρίσει». Το φερμουάρ είχε πιάσει μια ζακέτα.

Τράβηξα απότομα και σκίστηκε.

Αυτό θυμάμαι περισσότερο από εκείνο το βράδυ.

Το μικρό σκίσιμο και πόσο ντράπηκα που άρχισα να κλαίω γι’ αυτό.

Επτά χρόνια μέναμε στο διαμέρισμα της κυρίας Δέσποινας, στο Περιστέρι.

Στην αρχή θα ήταν για έξι μήνες. Ο Νίκος είχε κλείσει το συνεργείο του με χρέη κι εγώ δούλευα ταμείο σε σούπερ μάρκετ.

Με έναν μισθό και τα μεροκάματά του, ενοίκιο δεν έβγαινε. «Εδώ είναι σπίτι σας», μας είχε πει.

Μόνο που δικό μου δεν έγινε ποτέ.

Δεν άλλαζα θέση ούτε στην καφετιέρα χωρίς να ακούσω παρατήρηση.

Αν έβαζα πλυντήριο το απόγευμα, σπαταλούσα ρεύμα.

Αν το έβαζα βράδυ, της χάλαγα τον ύπνο.

Το φαγητό μου ήταν ή άνοστο ή βαρύ.

Τα ρούχα μου πολύ στενά, η φωνή μου πολύ δυνατή, η κούρασή μου υπερβολική.

Στην αρχή γελούσα αμήχανα.

Ύστερα άρχισα να προσέχω πώς ακουμπούσα το ποτήρι στον πάγκο. Ο Νίκος έλεγε πάντα τα ίδια. «Έτσι είναι η μάνα μου, Ελένη.

Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά». «Μα για μένα τα λέει». «Πάλι δράμα; Μια κουβέντα είπε». Στις οικογενειακές μαζώξεις εκείνη με παρουσίαζε σαν κακομαθημένη φιλοξενούμενη. «Ευτυχώς μαγειρεύω εγώ, γιατί αλλιώς ο γιος μου θα ζούσε με τοστ». Οι άλλοι χαμογελούσαν.

Εγώ μάζευα τα πιάτα για να μη βλέπουν το πρόσωπό μου.

Δεν ήταν πως δεν βοηθούσε.

Μας είχε στεγάσει, το αναγνώριζα.

Όμως κάθε βοήθεια εμφανιζόταν στον επόμενο καβγά σαν λογαριασμός.

Εγώ πλήρωνα τα ψώνια, το ρεύμα και μέρος της ρύθμισης του Νίκου.

Είχα κόψει ακόμη και το κομμωτήριο.

Κι όταν πρότεινα να βρούμε ένα δυάρι, εκείνος μου έδειξε τις δόσεις στο κινητό. «Θες να μας καταστρέψεις για να μην ακούς δυο παρατηρήσεις;» Άρχισα να πιστεύω ότι ίσως πράγματι ήμουν δύσκολη.

Το λέω και θυμώνω τώρα, αλλά τότε ζητούσα συγγνώμη ακόμη κι όταν δεν ήξερα τι είχα κάνει.

Η αδελφή μου, η Κατερίνα, το κατάλαβε μια Κυριακή.

Είχαμε βγει για καφέ και πετάχτηκα μόλις χτύπησε το τηλέφωνο. «Ποιος είναι;» «Η πεθερά μου.

Μάλλον άργησα». Κοίταξε το ρολόι.

Ήταν δώδεκα και μισή. «Ελένη, σαράντα χρονών είσαι.

Δεν χρειάζεσαι άδεια για καφέ». Δεν της απάντησα.

Ένιωσα μόνο έναν κόμπο στον λαιμό.

Το τελευταίο βράδυ είχα γυρίσει από δεκάωρη βάρδια.

Μια συνάδελφος αρρώστησε και έμεινα παραπάνω.

Άφησα την τσάντα στην καρέκλα και πήγα να ζεστάνω λίγο φαγητό.

Η κυρία Δέσποινα μου έκλεισε τον φούρνο μικροκυμάτων. «Πρώτα να μιλήσουμε. Ο Νίκος θέλει παιδί κι εσύ όλο το αναβάλλεις.

Δεν θα περιμένει μια ζωή επειδή σε βολεύει». 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences