[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η υπόθεση της τροποποίησης των Ποινικών Κωδίκων από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2019 εξακολουθεί, επτά χρόνια μετά, να προκαλεί σοβαρά πολιτικά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα. Είναι γεγονός ότι με...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η υπόθεση της τροποποίησης των Ποινικών Κωδίκων από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2019 εξακολουθεί, επτά χρόνια μετά, να προκαλεί σοβαρά πολιτικά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα.

Είναι γεγονός ότι με τις αλλαγές που ψηφίστηκαν τότε, ορισμένες αξιόποινες πράξεις που προηγουμένως χαρακτηρίζονταν κακουργήματα μετατράπηκαν σε πλημμελήματα, ενώ για άλλες προβλέφθηκαν ευνοϊκότερες ποινές.

Οι διατάξεις αυτές μπορούσαν να αξιοποιηθούν, λόγω της αναδρομικής εφαρμογής του ευμενέστερου ποινικού νόμου, και από πρόσωπα που εμπλέκονταν σε υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος.

Ας θυμηθούμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Η βαριά μορφή της ενεργητικής δωροδοκίας υποβαθμίστηκε σε πλημμέλημα.

Αντίστοιχες αλλαγές έγιναν στην κατ’ επάγγελμα τοκογλυφία και σε ορισμένες μορφές επαγγελματικής απάτης.

Ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση προβλέφθηκε επίσης για πράξεις κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών υλών, ενώ μειώθηκαν οι προβλεπόμενες ποινές για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, από κάθειρξη 10 έως 20 ετών σε κάθειρξη 5 έως 15 ετών.

Οι συνέπειες δεν ήταν θεωρητικές.

Στην πολύκροτη υπόθεση Siemens, η αλλαγή του νομικού καθεστώτος για τη δωροδοκία επηρέασε καθοριστικά την ποινική αντιμετώπιση κατηγορουμένων, με την εισαγγελική αρχή να εισηγείται την απαλλαγή λόγω παραγραφής για συγκεκριμένες πράξεις.

Αξίζει μάλιστα να θυμηθούμε ότι οι νέοι Ποινικοί Κώδικες ψηφίστηκαν στις 6 Ιουνίου 2019, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις εθνικές εκλογές, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη εισέλθει στην τελική ευθεία της θητείας της.

Για το ζήτημα αυτό είχε τοποθετηθεί με ιδιαίτερα επικριτικό τρόπο και ο Σταύρος Κοντονής, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης της ίδιας της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.

Επομένως, δεν πρόκειται για ένα θέμα που αναδείχθηκε αποκλειστικά από τους πολιτικούς αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ερώτημα επανέρχεται ακόμη και σήμερα.

Και όταν ο Αλέξης Τσίπρας κλήθηκε να απαντήσει, επέλεξε να παραπέμψει στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή που επεξεργάστηκε τους νέους Κώδικες.

Μόνο που εδώ υπάρχει ένα θεμελιώδες ζήτημα πολιτικής και θεσμικής ευθύνης.

Οι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές αποτελούνται από επιστήμονες και νομικούς που επεξεργάζονται και εισηγούνται νομοθετικές ρυθμίσεις.

Δεν ασκούν όμως κυβερνητική εξουσία, ούτε υποκαθιστούν την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης.

Οι κυβερνήσεις αναλαμβάνουν τη νομοθετική πρωτοβουλία και η Βουλή ψηφίζει τους νόμους.

Συνεπώς, η επίκληση της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής δεν αποτελεί επαρκή πολιτική απάντηση. Ο Αλέξης Τσίπρας οφείλει να εξηγήσει ποιο ήταν το πολιτικό και ποινικό σκεπτικό της κυβέρνησής του για τις συγκεκριμένες αλλαγές.

Γιατί κρίθηκε αναγκαίο ορισμένα κακουργήματα να μετατραπούν σε πλημμελήματα; Ποιους στόχους εξυπηρετούσαν οι ευνοϊκότερες ποινικές ρυθμίσεις; Είχαν αξιολογηθεί οι πιθανές συνέπειες στην αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος; Είναι απολύτως θεμιτό μια κυβέρνηση να έχει διαφορετική αντίληψη για την ποινική πολιτική, την αναλογικότητα των ποινών, τον σωφρονισμό και την επανένταξη των καταδικασμένων.

Μπορεί να επιλέγει ένα διαφορετικό μοντέλο απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

Οφείλει όμως να το εξηγεί, να το υπερασπίζεται και να αναλαμβάνει την ευθύνη των αποτελεσμάτων του.

Αυτό ακριβώς ζητείται και από τον Αλέξη Τσίπρα.

Διότι άλλο πράγμα είναι να υποστηρίζει κανείς ότι οι συγκεκριμένες αλλαγές αποτελούσαν μέρος μιας συνειδητής μεταρρύθμισης του ποινικού και σωφρονιστικού συστήματος, ακόμη και αν αποδείχθηκαν προβληματικές, και εντελώς διαφορετικό να αποφεύγει την πολιτική εξήγηση παραπέμποντας σε μια επιτροπή ειδικών.

Και υπάρχει ένας ακόμη σοβαρότερος λόγος για τον οποίο χρειάζεται μια καθαρή απάντηση.

Το γεγονός ότι πρόσωπα του οργανωμένου εγκλήματος μπορούσαν να επωφεληθούν από ευνοϊκότερες διατάξεις δεν αποδεικνύει ότι οι διατάξεις θεσπίστηκαν για να τα εξυπηρετήσουν.

Ακριβώς όμως για να μη δημιουργούνται τέτοιες υπόνοιες, η πολιτική ηγεσία που ανέλαβε τη συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία οφείλει να εξηγήσει δημόσια τις επιλογές της.

Γιατί η πολιτική ευθύνη δεν μεταβιβάζεται σε καμία νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Ανήκει σε εκείνους που κυβερνούν, νομοθετούν και ζητούν την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences