[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕ!!!(ένα σιωπηλό μνημείο τόσο για τον χαμένο έρωτα όσο και για τους χιλιάδες Εβραίους της Θεσσαλονίκης που εξοντώθηκαν στο Ολοκαύτωμα) Είμαστε στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Η...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕ!!!(ένα σιωπηλό μνημείο τόσο για τον χαμένο έρωτα όσο και για τους χιλιάδες Εβραίους της Θεσσαλονίκης που εξοντώθηκαν στο Ολοκαύτωμα) Είμαστε στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Η Μπάρα, με τα καπηλειά, τα χαμόσπιτα, τα πορνεία, τους ναυτικούς, τους εργάτες και τους ανθρώπους του περιθωρίου, δεν είναι απλώς το σκηνικό, αλλά ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας.

Ακόμη κι αυτής της μικρής, ταπεινής κι άχρωμης ιστορίας.

Εκεί ήταν κι η γυναίκα που περίμενε τον έρωτα στη Μπάρα της Θεσσαλονίκης Η Μπάρα δεν κοιμόταν ποτέ.

Ακόμη κι όταν η πόλη βυθιζόνταν στη νυχτερινή σιωπή, εκεί, πίσω από τον Βαρδάρη, στα στενά με τα χαμηλά σπίτια, τα κόκκινα φανάρια και τις μισόκλειστες πόρτες, τις νταγκιασμένες μυρωδιές από το φτηνό κρασί και τ αψέντι μαζί με τις φτηνιάρικές απομιμήσεις των γαλλικών αρωμάτων η ζωή συνέχιζε να κυλάει με τον δικό της παράξενο ρυθμό.

Μυρωδιά από ούζο, καπνό, ιδρώτα και φτηνό άρωμα ανακατευόταν με την υγρασία του Θερμαϊκού.

Άντρες έμπαιναν και έβγαιναν βιαστικά, μουσικές ακούγονταν από τα καπηλειά, γυναίκες γελούσαν δυνατά, άλλοτε από κέφι κι άλλοτε για να μη φανεί η θλίψη τους.

Εκεί ζούσε η Ελένη.

Δεν ήταν το πραγματικό της όνομα. Στη Μπάρα κανείς δεν κρατούσε για πολύ το όνομα που είχε γεννηθεί.

Τα ονόματα άλλαζαν όπως άλλαζαν οι άντρες, τα σπίτια και οι εποχές. Η Ελένη είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη ένα βροχερό φθινόπωρο, με ένα μικρό δέμα στα χέρια και μια ιστορία που δεν έλεγε σε κανέναν.

Ήταν όμορφη, μα είχε εκείνη την ομορφιά που κουβαλάει ήδη μέσα της μια μικρή καταστροφή.

Μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια και ένα χαμόγελο που εμφανιζόταν σπάνια, σαν να έπρεπε κάθε φορά να ζητήσει άδεια από την καρδιά της.

Οι άντρες την πλήρωναν για να τους ακούει, να τους χαμογελά, να τους χαιδεύει και να ξεχνούν για λίγο τη ζωή τους.

Κανείς δεν τη ρωτούσε τι ήθελε εκείνη.

Μέχρι που ήρθε ο Νταβίντ.

Ήταν άνοιξη του 1940. Ο Νταβίντ Λεβή ήταν ένας νεαρός Εβραίος της Θεσσαλονίκης, γιος εμπόρου αποικιακών.

Ψηλός, με μαύρα κυματιστά μαλλιά, καθαρό πρόσωπο και μάτια που έμοιαζαν να έχουν μέσα τους όλο το φως της Μεσογείου.Γαλανά.

Τον είδε πρώτη φορά ένα βράδυ, όταν μπήκε στο μαγαζί με δυο φίλους του.

Δεν έμοιαζε με τους άλλους πελάτες.

Δεν κοίταζε τις γυναίκες με εκείνο το συνηθισμένο βλέμμα της αγοράς.

Κάθισε σ' ένα τραπέζι, παράγγειλε κρασί και την παρατηρούσε διακριτικά.

Όταν εκείνη πλησίασε, της είπε: «Πώς σε λένε;» «Ελένη». «Αλήθεια;» «Εδώ μέσα όλοι λέμε κάπως αλλιώς». Ο Νταβίντ χαμογέλασε. «Τότε θα σε φωνάζω όπως θέλεις εσύ». Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που κάποιος τη ρωτούσε τι ήθελε.

Από εκείνο το βράδυ άρχισε να έρχεται συχνά.

Στην αρχή καθόταν μαζί της για λίγη ώρα.

Ύστερα άρχισε να την περιμένει έξω από το μαγαζί.

Περπατούσαν στα στενά, έφταναν μέχρι την παραλία, εκεί όπου η πόλη άφηνε για λίγο πίσω της τη φασαρία και τα μυστικά της. Ο Νταβίντ της μιλούσε για τα βιβλία που διάβαζε, για τη θάλασσα, για ένα ταξίδι που ονειρευόταν να κάνει στην Ιταλία.

Εκείνη του μιλούσε για το μικρό χωριό της, για τη μητέρα της, για μια ζωή που δεν είχε καταφέρει ποτέ να ζήσει. «Όταν τελειώσει ο πόλεμος», της έλεγε, «θα φύγουμε από εδώ.

Θα νοικιάσουμε ένα μικρό σπίτι κοντά στη θάλασσα.

Θα έχεις ένα παράθυρο γεμάτο λουλούδια». «Κι εσύ θα με αγαπάς;» τον ρωτούσε. «Αυτό δεν χρειάζεται να στο υποσχεθώ.

Το ξέρεις». Ήταν ένας παράξενος έρωτας, ένας έρωτας που δεν χωρούσε στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής.

Εκείνος, ο γιος μιας μεσοαστικής εβραϊκής οικογένειας της πόλης.

Εκείνη, μια γυναίκα της Μπάρας, που οι ευυπόληπτοι άνθρωποι προσπερνούσαν με κατεβασμένα μάτια και μουρμούριζαν ακατάληπτα.

Όμως η αγάπη δεν γνώριζε ούτε θρησκείες ούτε κοινωνικές τάξεις.

Και για πρώτη φορά η Ελένη δεν αισθανόταν πως ήταν ένα σώμα προς ενοικίαση.

Αισθανόταν γυναίκα.

Ύστερα ήρθε ο πόλεμος.Και μαζί του ήρθε ο φόβος.

Στην αρχή ήταν οι φήμες. Οι Γερμανοί είχαν μπει στην πόλη. Οι Εβραίοι άρχισαν να ζουν διαφορετικά, να μιλούν χαμηλόφωνα, να κοιτάζουν πίσω τους. Ο Νταβίντ σταμάτησε να έρχεται τόσο συχνά.

Ένα πρωινό του Μαρτίου του 1943 η Ελένη έμαθε πως οι Γερμανοί συγκέντρωναν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης.

Τους έκλειναν σε συνοικίες, τους ανάγκαζαν να φορούν το άστρο, τους έπαιρναν τα σπίτια και τα υπάρχοντά τους.Έτρεξε να τον βρει.

Τον συνάντησε κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό.

Ήταν χλωμός, αξύριστος, μα εξακολουθούσε να έχει εκείνο το βλέμμα που την έκανε να ξεχνάει τα πάντα. «Θα φύγουμε», της είπε. «Πού;» Δεν απάντησε.

Της έβαλε στην παλάμη ένα μικρό ασημένιο φυλαχτό. «Κράτησέ το. Θα γυρίσω». «Νταβίντ, μη μου λες ψέματα». Την αγκάλιασε σφιχτά.

Εκείνη έκλαψε πάνω στο στήθος του, ενώ γύρω τους άνθρωποι περνούσαν βιαστικά, κουβαλώντας βαλίτσες, παιδιά και τη μοίρα τους.

Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο Νταβίντ Λεβή επιβιβάστηκε σε ένα από τα τρένα που αναχώρησαν από τη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Πολωνία.

Το όνομά του χάθηκε μέσα σε χιλιάδες άλλα.

Το τρένο τον οδήγησε στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Η Ελένη δεν ήξερε τότε τι ήταν το Μπίρκεναου.

Δεν ήξερε για τους θαλάμους αερίων, τις καμινάδες, τα στρατόπεδα εξόντωσης.

Ήξερε μόνο πως ο αγαπημένος της είχε φύγει και της είχε υποσχεθεί ότι θα επιστρέψει.

Κι έτσι άρχισε η αναμονή.

Οι μήνες έγιναν χρόνια. Η Μπάρα άλλαξε.

Ο πόλεμος τελείωσε, οι Γερμανοί έφυγαν, η Θεσσαλονίκη προσπάθησε να ξαναβρεί τον εαυτό της.

Όμως οι εβραϊκές γειτονιές είχαν αδειάσει.

Τα σπίτια είχαν άλλους ιδιοκτήτες.

Οι συναγωγές πενθούσαν.

Στους δρόμους της πόλης υπήρχαν άνθρωποι που αναζητούσαν πρόσωπα, γράμματα, συγγενείς, μια απόδειξη ότι κάποιος είχε επιζήσει. Η Ελένη πήγαινε συχνά στον σταθμό.

Στεκόταν στην αποβάθρα και παρατηρούσε κάθε τρένο που έφτανε.

Έβλεπε τους επιβάτες να κατεβαίνουν, τους συγγενείς να αγκαλιάζονται, τους στρατιώτες να επιστρέφουν.

Κάθε φορά η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.

Ίσως να ήταν αυτός.

Ίσως να είχε χάσει το δρόμο.

Ίσως να είχε αρρωστήσει και να ερχόταν καθυστερημένα.

Μερικοί την κορόιδευαν. «Ξέχασέ τον, Ελένη.

Δεν γυρίζει κανείς από εκεί». Εκείνη δεν απαντούσε.

Κάθε βράδυ έβγαζε από το συρτάρι το ασημένιο φυλαχτό και το κρατούσε στην παλάμη της.

Είχε αρχίσει να φθείρεται από το άγγιγμα.

Το χάιδευε με τον αντίχειρα και θυμόταν τη φωνή του. «Θα γυρίσω». Πέρασαν δέκα χρόνια.

Ύστερα δεκαπέντε.

Η ομορφιά της χάθηκε σιγά σιγά.

Τα μαλλιά της άσπρισαν, τα χέρια της γέμισαν ρυτίδες, τα μάτια της κουράστηκαν.

Δεν ήταν πια η γυναίκα που περίμεναν οι άντρες στη Μπάρα.

Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που καθόταν συχνά σε ένα καφενείο κοντά στον σταθμό.

Κάποιο απόγευμα, ένας νεαρός Εβραίος την πλησίασε.

Είχε έρθει από το Ισραήλ στη Θεσσαλονίκη αναζητώντας ίχνη της οικογένειάς του. Η Ελένη τον ρώτησε αν γνώριζε το όνομα Λεβή.

Ο νεαρός χαμήλωσε το βλέμμα. «Πολλοί Λεβή χάθηκαν στο Άουσβιτς». Εκείνη έβγαλε το φυλαχτό. «Τον έλεγαν Νταβίντ.

Ήταν όμορφος.

Πολύ όμορφος.

Μου είχε υποσχεθεί πως θα γυρίσει». Ο νεαρός δεν ήξερε τι να της απαντήσει.

Τότε εκείνη χαμογέλασε με μια παράξενη γαλήνη. «Δεν πειράζει.

Εγώ θα συνεχίσω να τον περιμένω». Τα χρόνια συνέχισαν να περνούν.

Η πόλη μεγάλωσε, οι δρόμοι άλλαξαν, η Μπάρα έσβησε σιγά σιγά κάτω από τις πολυκατοικίες και τις καινούργιες λεωφόρους. Η Ελένη έφυγε ένα χειμωνιάτικο πρωινό, μόνη, σ' ένα μικρό δωμάτιο με θέα σ' έναν δρόμο που δεν θύμιζε πια τίποτα από εκείνη την παλιά Θεσσαλονίκη.

Στο κομοδίνο της βρέθηκε το ασημένιο φυλαχτό.

Και δίπλα του ένα χαρτάκι, γραμμένο με τρεμάμενα γράμματα: «Νταβίντ μου, αν γύρισες και δεν με βρήκες, συγχώρεσέ με. Εγώ σε περίμενα.

Όσο μπορούσα, σε περίμενα.

Και δεν υπήρξα ποτέ τόσο ευτυχισμένη όσο εκείνα τα βράδια που ερχόσουν στη Μπάρα και με φώναζες με το αληθινό μου όνομα». Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται ο τάφος της.

Ίσως κάπου εκεί, κοντά στους ανθρώπους που δεν τους αναζήτησε κανείς.

Όμως, αν κάποιος περπατήσει σήμερα στα παλιά ίχνη της Μπάρας και σταθεί για λίγο στη σιωπή της πόλης, μπορεί να ακούσει ακόμη ως αντίλαλο μια γυναικεία φωνή να ρωτάει: «Μήπως ήρθε κανένα τρένο από την Πολωνία;»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences