Στὴν Ῥωσία, ἕνας κακοποιός - ληστής, στὴν προσπάθειά του, νὰ πραγματοποιήσῃ κάποια ληστεία, τελικὰ συνελήφθη. Στὸ Δικαστήριο, κλήθηκε ὡς μάρτυρας, κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε δεῖ, νὰ...
Στὴν Ῥωσία, ἕνας κακοποιός - ληστής, στὴν προσπάθειά του, νὰ πραγματοποιήσῃ κάποια ληστεία, τελικὰ συνελήφθη. Στὸ Δικαστήριο, κλήθηκε ὡς μάρτυρας, κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε δεῖ, νὰ διαπράττῃ τὴν ληστεία, τὴν ὁποία, καὶ ἀποκάλυψε, στὸ Δικαστήριο.
Ἀποτέλεσμα τῆς συγκεκριμένης μαρτυρίας, ἦταν νὰ καταδικασθῇ, καὶ τελικὰ νὰ φυλακισθῇ ὁ ληστής.
Μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἀποφυλακίσθηκε, καὶ ἔχοντας θεριέψει, ἡ ἐκδίκηση μέσα του, ἔμαθε ποὺ μένει ὁ ἄνθρωπος, ποὺ κατέθεσε στὸ Δικαστήριο, ἐναντίον του.
Πῆρε, λοιπόν, ἕνα μεγάλο μαχαίρι, καὶ μιὰ νύχτα, μπῆκε ἀθόρυβα, στὸ σπίτι ἐκείνου, ξεχνώντας, τὴν πόρτα μισὴ ἀνοικτὴ, καὶ κρύφθηκε πίσω, ἀπὸ ἕνα μεγάλο μπαούλο.
Κατάλαβε ὅτι, ὁ νοικοκύρης δὲν ἦταν ἐκείνη τὴ στιγμὴ στὸ σπίτι, ὁπότε ἔχοντας κρυφθῇ καλὰ, περίμενε μὲ ὑπομονή, ἐνῷ ἄκουγε τί ἔλεγε ἡ ὑπόλοιπη οἰκογένεια, ἡ γυναίκα καὶ τὰ τρία παιδιά.
Θὰ τοὺς σκοτώσω ὅλους καὶ ὅταν γυρίσῃ, θὰ τοὺς βρεῖ ὅλους σκοτωμένους, συλλογιζόταν, καὶ ἔτσι θὰ τὸν κάνω, νὰ πονέσῃ πιὸ πολύ. Ξημέρωνε Πάσχα.
Ἡ μητέρα ἑτοίμασε, ἕνα φτωχικὸ τραπέζι, καὶ κάλεσε τὰ παιδιά της νὰ φᾶνε.
Τὸ κοριτσάκι, βλέποντας τὴν πόρτα μισάνοιχτη, εἶπε: Μαμά, κάποιος μπῆκε, μέσα στὸ σπίτι.
Μήπως εἶναι, κάποιος κακὸς κλέφτης, καὶ μᾶς σκοτώσῃ; Ὄχι, μὴ λὲς κακὰ λόγια.
Ἐμεῖς διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο, τί μᾶς λέει; Ὁ Χριστὸς, πῆρε μαζί του, στὸν Παράδεισο τὸν ληστή.
Πρέπει ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, νὰ κάνουμε προσευχή, γιὰ ὅλους, καὶ γιὰ τοὺς κλέπτες, καὶ τοὺς ληστές.
Ὁ ληστὴς κρυμμένος, ποὺ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ, ἦταν κλέπτης καὶ ἄνομος, ἄκουγε τέτοια περίεργα λόγια, γιὰ πρώτη φορά.
Μετὰ ἄκουσε, τὴ μητέρα νὰ λέῃ: Παιδιά μου, αὔριο εἶναι Πάσχα! Μεγάλη ἡμέρα! Θὰ πᾶμε στὴν Ἐκκλησία! Ἄντε, φᾶτε γρήγορα, καὶ πηγαίνετε γιὰ ὕπνο.
Προτοῦ ξαπλώσετε, νὰ κάνετε προσευχὴ, γιὰ μένα, γιὰ τὸν μπαμπὰ ποὺ δουλεύει στὰ ξένα, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς κακοποιούς.
Ὁ ληστὴς, συνέχισε νὰ ἀκούῃ, σαστισμένος.
Ἄρχισε τὴν προσευχὴ, πρῶτα τὸ ἀγοράκι, ὁ Σέργιος: Θεέ μου, κάνε νὰ εἶναι καλὰ ἡ μαμά, ὁ μπαμπᾶς καὶ οἱ κακοὶ ἄνθρωποι, νὰ μὴν πᾶνε στὴν κόλαση.
Ὕστερα ἄκουσε, τὸ κοριτσάκι νὰ λέῃ: Θεέ μου, ἔχε καλὰ τὸν πατερούλη μου, καὶ τοὺς κακοὺς, νὰ τοὺς πάρῃς μαζί σου στὸν Παράδεισο, ὅπως τὸν ληστὴ ἐπάνω στὸν Σταυρό.
Ὁ ληστής, ἀκούγοντας τέτοια λόγια, ἄρχισε νὰ κλαίῃ, καὶ τὸ μαχαίρι του ἔπεσε ἀπὸ τὰ χέρια, μαζὶ μὲ τὴ μανία του, γιὰ ἐκδίκηση.
Περίμενε λίγο, καὶ ἀφοῦ κοιμήθηκαν ὅλοι, πῆγε ἐκεῖ, ποὺ κοιμόντουσαν τὰ παιδάκια.
Πλησίασε τὸν Σέργιο, πῆρε τὸ χεράκι του, καὶ τὸ φίλησε.
Ὕστερα ἄφησε, μερικὲς λίρες, κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι του.
Στὸ τραπέζι εὗρε τὸ Εὐαγγέλιο, πῆρε ἕνα μολύβι, καὶ πρὶν φύγῃ, ἔγραψε σὲ ἕνα χαρτί: Ἤθελα νὰ σᾶς σκοτώσω ὅλους.
Ἀλλὰ τὰ δικά σου λόγια, καὶ ἡ προσευχὴ τῶν παιδιῶν γιὰ ἐμένα, δὲν μὲ ἄφησαν νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ ἤθελα.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα, γύρισε ἡ οἰκογένεια, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καὶ τὸ σπίτι γέμισε ἀπὸ παιδικὲς φωνὲς καὶ τραγούδια.
Τότε ὁ Σέργιος, ἀνακάλυψε τὶς λίρες.
Μητέρα, μητέρα, πολλὰ λεφτά, φώναξε ὁ μικρὸς, καὶ ἔτρεξε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του, δίδοντάς της τὶς λίρες.
Ποῦ βρῆκες αὐτὰ τὰ λεφτά; Ἔχουμε ἐμεῖς λίρες; Ἐν συνεχείᾳ, βλέπει τὸ σημείωμα στὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἡ ἔκπληξή της ἔγινε φόβος, ἀνακαλύπτοντας παράλληλα, τὸ πεσμένο μαχαίρι τοῦ ληστῆ, πίσω ἀπὸ τὸ μπαούλο.
Ἀφοῦ πέρασαν μερικὲς μέρες, ἔλαβαν ἕνα φάκελο ἀπὸ μακρινὴ πόλη.
Ὁ ληστής, ὅπως καὶ κάθε χρόνο, ἔστελνε καὶ ἄλλα χρήματα, γιὰ νὰ πάῃ ὁ Σέργιος καὶ ἡ ἀδελφούλα του στὸ Σχολεῖο.
Ἡ μόνη ἐπανάσταση, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο πιὸ εὐγενικὸ, εἶναι ἡ ἐπανάσταση τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Κάθε ἄλλη ἐπανάσταση, κάνει τὸν ἄνθρωπο πιὸ ὠμὸ ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι.
Συγκρίνετε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δημιούργησε, καὶ σύγκρινε, ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπανάσταση στὸν κόσμο, μὲ τὰ πρόσωπα, ποὺ δημιούργησε ἡ Χριστιανικὴ Ἐπανάσταση στὴν ἱστορία, καὶ θὰ σᾶς εἶναι ἀμέσως ὀφθαλμοφανὴς, ἡ ἀνωτερότητα, καὶ ἡ εὐγενικὴ ὑπεροχὴ, τῶν τελευταίων σὲ σχέση μὲ τοὺς πρώτους.
Σχεδὸν ὅλες οἱ ἄλλες ἐπαναστάσεις στόχευαν νὰ δημιουργοῦν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους χορτασμένα ζῶα.
Μόνο ἡ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, στόχευε νὰ δημιουργήσῃ, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πεινασμένους θεούς.
Μακάριοι οἱ πεινασμένοι, καὶ διψασμένοι, γιὰ τὴ δικαιοσύνη. Πηγη: Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Φωτο: Ιερός Προσκυνηματικός Ναός Αγίου Νεκταρίου Άνω Λιοσίων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους