«Δεν μπορώ να έρχομαι κάθε μέρα, έχω κι εγώ ζωή». Αυτό μου είπε η μητέρα μου στην κουζίνα, ενώ έπλενα τα πιάτα και έκανα ότι δεν τρέμουν τα χέρια μου. Και το είπε ήρεμα, όχι από κακία. Νομίζω αυτό...
«Δεν μπορώ να έρχομαι κάθε μέρα, έχω κι εγώ ζωή». Αυτό μου είπε η μητέρα μου στην κουζίνα, ενώ έπλενα τα πιάτα και έκανα ότι δεν τρέμουν τα χέρια μου.
Και το είπε ήρεμα, όχι από κακία.
Νομίζω αυτό πόνεσε περισσότερο.
Είχαν περάσει οχτώ μήνες από τότε που έφυγα από το σπίτι που έμενα με τον πρώην άντρα μου.
Δεν έγινε κάτι θεαματικό.
Δεν υπήρξε τρίτο πρόσωπο, ούτε φωνές που άκουσε η γειτονιά.
Είχαμε φτάσει στο σημείο να μιλάμε μόνο για λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ και το ποιος θα περάσει από το φαρμακείο για τον πατέρα του.
Κάποια στιγμή μου είπε «έτσι θα πάμε μέχρι να γεράσουμε;» και αντί να πω την αλήθεια, ότι φοβόμουν να ξεκινήσω από την αρχή στα 46, του είπα το κλασικό «αν δεν σου αρέσει, φύγε». Δεν έφυγε εκείνος.
Έφυγα εγώ μετά από δύο μήνες, όταν κατάλαβα ότι το είχαμε τελειώσει και απλά το σέρναμε.
Νοίκιασα ένα δυαράκι στο Περιστέρι, τρίτος χωρίς ασανσέρ, με παλιό θερμοσίφωνα και ντουλάπια που δεν έκλειναν καλά.
Στην αρχή το έλεγα σε όλους σαν να ήταν επιλογή μου. «Ήθελα την ησυχία μου». «Ήθελα να σταθώ στα πόδια μου». Η αλήθεια είναι ότι κάθε βράδυ άφηνα ανοιχτή την τηλεόραση για να ακούγεται μια φωνή μέσα στο σπίτι.
Δουλεύω σε γραμματεία σε διαγνωστικό κέντρο, πρωινό ωράριο, όχι μεγάλα λεφτά αλλά σταθερά.
Πριν τον χωρισμό, ό,τι κι αν λέμε, υπήρχε ένα μοίρασμα.
Ενοίκιο δεν δίναμε γιατί μέναμε σε διαμέρισμα του πεθερού, πληρώναμε όμως κοινόχρηστα, ρεύμα, όλα τα υπόλοιπα.
Μετά τον χωρισμό βρέθηκα να μετράω και το τελευταίο δεκάρικο.
Ρεύμα, ενοίκιο, βενζίνη, σούπερ μάρκετ.
Και μαζί, ένα κενό που δεν χωρούσε πουθενά.
Τότε μπήκε πολύ η μητέρα μου στη μέση.
Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα.
Μου έφερνε φαγητό, μου άλλαζε κουρτίνες, μου έλεγε «μην κάθεσαι στο σκοτάδι σαν τη χήρα». Εγώ στην αρχή το χρειαζόμουν.
Μετά το συνήθισα.
Και χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να την περιμένω.
Αν αργούσε, εκνευριζόμουν.
Αν έλεγε ότι δεν θα περάσει, έπεφτα.
Η αδερφή μου μού το είχε πει. «Την έχεις κάνει βάρδια, δεν είναι σωστό». Θύμωσα τότε.
Της είπα ότι δεν ξέρει τι περνάω, ότι εκείνη έχει παιδιά, άντρα, φασαρία, δεν μπαίνει σε άδειο σπίτι.
Μόνο που κάπου μέσα μου ήξερα ότι είχε λίγο δίκιο.
Το θέμα είναι ότι εγώ δεν είχα πει όλη την αλήθεια σε κανέναν.
Ούτε στη μητέρα μου, ούτε στην αδερφή μου.
Ο πρώην άντρας μου δεν ήθελε στην πραγματικότητα να χωρίσουμε έτσι απότομα.
Μου είχε προτείνει να πάμε σε σύμβουλο, έστω να προσπαθήσουμε.
Εγώ είπα όχι.
Όχι γιατί ήμουν σίγουρη ότι δεν σώζεται.
Αλλά γιατί ντρεπόμουν να πω μπροστά σε τρίτο άνθρωπο ότι είχα γίνει κάποια που γκρίνιαζε συνέχεια, που δεν ήθελε να βγει, που είχε αφήσει τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από το σπίτι και τις ανάγκες των άλλων.
Ήθελα να φταίει εκείνος, για να αντέχεται πιο εύκολα.
Και υπήρχε κι άλλο.
Στο διαζύγιο δεν είχαμε μεγάλες κόντρες, αλλά εγώ επέμενα να πάρω κάποια έπιπλα που πρακτικά δεν χωρούσαν στο καινούριο σπίτι.
Μια τραπεζαρία, μια πολυθρόνα του πατέρα μου, δύο βιβλιοθήκες.
Τα έφερα όλα στριμωγμένα, σχεδόν για να αποδείξω ότι δεν έφυγα με άδεια χέρια.
Μόνο που μετά δεν χωρούσα να κινηθώ μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Τη μέρα που μου μίλησε έτσι η μητέρα μου, είχε προηγηθεί καβγάς.
Είχε έρθει κρατώντας γεμιστά και μου είπε ότι το Σαββατοκύριακο θα πάει στο χωριό με τον πατέρα μου.
Εγώ, αντί να πω «να περάσετε καλά», της είπα «και εγώ τι θα κάνω δύο μέρες μόνη;». Γύρισε και με κοίταξε σαν να μην με αναγνώριζε. 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους