[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η τεχνολογία προχωράει. Εμείς γιατί κάνουμε βήματα πίσω; Πληρώνουμε περισσότερα, αποκτούμε λιγότερα και στο τέλος αναρωτιόμαστε αν αυτά που αγοράζουμε μας ανήκουν πραγματικά. Γράφει ο Μιχάλης...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η τεχνολογία προχωράει. Εμείς γιατί κάνουμε βήματα πίσω; Πληρώνουμε περισσότερα, αποκτούμε λιγότερα και στο τέλος αναρωτιόμαστε αν αυτά που αγοράζουμε μας ανήκουν πραγματικά.

Γράφει ο Μιχάλης Χαιρετάκης Έβλεπα ένα βίντεο στο youtube για το Google Jamboard και, παρότι ασχολούμαι με την τεχνολογία σχεδόν ολόκληρη τη ζωή μου, ομολογώ ότι έμεινα άναυδος.

Για όσους δεν γνωρίζουν, το Jamboard ήταν ένας διαδραστικός πίνακας 55 ιντσών της Google, με τιμή αγοράς περίπου 5.000 δολάρια και επιπλέον ετήσια χρέωση διαχείρισης και υποστήριξης 300 δολάρια.

Ένα ολοκληρωμένο εργαλείο συνεργασίας για επιχειρήσεις, σχολεία και επαγγελματίες, που επέτρεπε στους χρήστες να σχεδιάζουν, να γράφουν, να μοιράζονται πληροφορίες και να συνεργάζονται από διαφορετικές τοποθεσίες.

Μέχρι που η Google αποφάσισε ότι δεν είχε πλέον λόγο να συνεχίσει την υπηρεσία. Τον Οκτώβριο του 2024 οι βασικές διαδικτυακές και συνεργατικές λειτουργίες καταργήθηκαν και μια συσκευή χιλιάδων δολαρίων περιορίστηκε ουσιαστικά σε έναν offline ψηφιακό πίνακα και μια μεγάλη οθόνη αφής που μπορούσε να συνδεθεί μέσω HDMI σε υπολογιστή.

Το εξοργιστικό δεν είναι μόνο η οικονομική ζημιά.

Είναι ότι η συσκευή δεν είχε χαλάσει.

Δεν κάηκε κάποια πλακέτα, δεν καταστράφηκε η οθόνη, δεν υπήρξε κάποια φυσική φθορά που να δικαιολογεί την απαξίωσή της.

Απλώς κάποιος, σε κάποιο γραφείο της Google, αποφάσισε ότι το προϊόν ολοκλήρωσε τον εμπορικό του κύκλο.

Και μαζί του, χωρίς να ερωτηθούν, τον ολοκλήρωσαν και οι δυνατότητες που είχαν πληρώσει οι πελάτες της.

Αυτή η ιστορία μού θύμισε πολλές άλλες.

Οι περισσότερες δεν είναι πράγματα που διάβασα κάπου, αλλά καταστάσεις που έχω ζήσει ο ίδιος, είτε ως καταναλωτής είτε μέσα από την επαγγελματική μου ενασχόληση με την πληροφορική.

Για δεκαετίες, η τεχνολογική εξέλιξη είχε μια σχετικά απλή λογική.

Αγόραζες έναν υπολογιστή, ένα κινητό, μια τηλεόραση και περίμενες ότι η επόμενη γενιά θα είχε περισσότερες δυνατότητες, μεγαλύτερη ευελιξία, καλύτερες επιδόσεις.

Κρατούσες μάλιστα αρκετές συσκευές για πολλά χρόνια, τις επισκεύαζες, τις αναβάθμιζες και, όταν τελικά αποφάσιζες να τις αντικαταστήσεις, ήταν δική σου απόφαση.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ μια παράξενη αντιστροφή αυτής της λογικής.

Οι συσκευές γίνονται αναμφίβολα ισχυρότερες, όμως σε αρκετές περιπτώσεις προσφέρουν λιγότερες επιλογές στον ιδιοκτήτη τους.

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι κάθε τέτοια αφαίρεση παρουσιάζεται περίπου σαν τεχνολογικό επίτευγμα.

Ας πάρουμε τα κινητά τηλέφωνα.

Κάποτε μπορούσες να αφαιρέσεις την μπαταρία μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, να τοποθετήσεις μια καινούργια και να συνεχίσεις τη δουλειά σου.

Μπορούσες επίσης να προσθέσεις μια κάρτα μνήμης, να συνδέσεις οποιαδήποτε ενσύρματα ακουστικά και, φυσικά, ο φορτιστής περιλαμβανόταν στη συσκευασία.

Σταδιακά, πολλές από αυτές τις δυνατότητες εξαφανίστηκαν.

Οι μπαταρίες ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό, οι υποδοχές ακουστικών καταργήθηκαν, οι θέσεις για κάρτες microSD περιορίστηκαν και τελικά άρχισαν να εξαφανίζονται ακόμη και οι φορτιστές από τα κουτιά.

Κάθε φορά ακούγαμε και μια καινούργια εξήγηση.

Καλύτερη στεγανοποίηση, λεπτότερη κατασκευή, μεγαλύτερη ασφάλεια, προστασία του περιβάλλοντος.

Ορισμένα επιχειρήματα έχουν πράγματι τεχνική βάση.

Εκείνο όμως που δεν εξηγείται τόσο εύκολα είναι γιατί η πρόοδος πρέπει σχεδόν πάντα να συνοδεύεται από την κατάργηση μιας επιλογής που προηγουμένως διαθέταμε. Η Apple υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένη σε αυτή την τακτική, χωρίς φυσικά να είναι η μοναδική.

Το 2016 κατάργησε τη θύρα ακουστικών από το iPhone 7, την ίδια περίοδο που παρουσίασε τα AirPods.

Δεν ήταν η πρώτη εταιρεία που αφαίρεσε τη συγκεκριμένη θύρα, αλλά ήταν εκείνη που συνέβαλε αποφασιστικά στην καθιέρωση της τάσης.

Το 2020 ακολούθησε η κατάργηση του φορτιστή από τη συσκευασία των iPhone, με βασικό επιχείρημα την προστασία του περιβάλλοντος. Η Samsung αρχικά ειρωνεύτηκε την απόφαση, αλλά στη συνέχεια ακολούθησε.

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της σύγχρονης αγοράς.

Μια μεγάλη εταιρεία δοκιμάζει πόσα μπορεί να αφαιρέσει από ένα προϊόν χωρίς να χάσει σημαντικό μέρος των πελατών της.

Εφόσον αποδειχθεί ότι η αγορά το ανέχεται, οι ανταγωνιστές ακολουθούν.

Δεν χρειάζεται να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Αρκεί να διαπιστώσουν ότι μπορούν να εξοικονομήσουν χρήματα χωρίς ιδιαίτερο εμπορικό κόστος.

Ο πρώτος εισπράττει την γκρίνια και οι υπόλοιποι το κέρδος.

Παρόμοια ιστορία ζούμε και με τους υπολογιστές.

Έχω χρησιμοποιήσει και αναβαθμίσει αρκετά παλιά PC, μεταξύ άλλων τώρα τελευταία κάποια iMac, MacBook Pro και Mac mini, που αγοράστηκαν μεταχειρισμένα με ελάχιστα χρήματα.

Με την προσθήκη SSD και περισσότερης μνήμης RAM, μηχανήματα ηλικίας πολλών ετών εξακολουθούν να είναι απολύτως χρήσιμα για αρκετές εργασίες.

Αυτό ήταν κάποτε ένα από τα ωραιότερα χαρακτηριστικά των προσωπικών υπολογιστών.

Μπορούσες να επέμβεις στο μηχάνημά σου, να το προσαρμόσεις στις ανάγκες σου και να παρατείνεις τη ζωή του.

Σήμερα, σε πολλά laptop, η μνήμη είναι κολλημένη στη μητρική και σε ορισμένα δεν μπορείς να αντικαταστήσεις ούτε τον αποθηκευτικό χώρο.

Αν αγοράσεις ένα MacBook με συγκεκριμένη ποσότητα μνήμης, αυτή θα παραμείνει η ίδια μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η ενιαία αρχιτεκτονική μνήμης έχει πραγματικά τεχνικά πλεονεκτήματα, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο αγοραστής χάνει τη δυνατότητα αναβάθμισης.

Αν χρειαστεί περισσότερο αποθηκευτικό χώρο ή μνήμη, θα πρέπει είτε να έχει πληρώσει από την αρχή ακριβότερη διαμόρφωση είτε να αντικαταστήσει ολόκληρο το μηχάνημα.

Και δεν είναι μόνο αυτό.

Θυμάμαι την περίοδο που η Apple αφαίρεσε από τα MacBook Pro σχεδόν όλες τις παραδοσιακές θύρες, αφήνοντας κυρίως USB-C. Ξαφνικά, για να συνδέσεις μια συνηθισμένη συσκευή USB, μια οθόνη HDMI ή μια κάρτα μνήμης, χρειαζόσουν αντάπτορες και πρόσθετα εξαρτήματα.

Το αποκορύφωμα της ειρωνείας ήρθε το 2021, όταν η ίδια εταιρεία επανέφερε στο MacBook Pro την HDMI, την υποδοχή SD και τη μαγνητική φόρτιση MagSafe.

Αυτά που λίγα χρόνια νωρίτερα θεωρούνταν περίπου ξεπερασμένα επέστρεψαν ως σημαντικά χαρακτηριστικά ενός καινούργιου προϊόντος.

Φτάσαμε δηλαδή στο σημείο να πανηγυρίζουμε επειδή μια εταιρεία μάς επέστρεψε κάτι που η ίδια είχε αφαιρέσει.

Στις τηλεοράσεις η κατάσταση επίσης ξέφυγε.

Πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια οι κατασκευαστές διαφήμιζαν το 3D σαν το μέλλον της οικιακής ψυχαγωγίας.

Ακριβές τηλεοράσεις, ειδικά γυαλιά, ταινίες τριών διαστάσεων και ολόκληρες διαφημιστικές καμπάνιες γύρω από τη νέα εμπειρία.

Και ύστερα, μέσα σε λίγα χρόνια, το 3D εξαφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από την αγορά.

Προφανώς η ζήτηση δεν ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει τη συνέχισή του.

Όμως αυτό που με ενοχλεί είναι ότι δεν μιλάμε για μια τεχνολογία που έπαψε να λειτουργεί, αλλά για μια δυνατότητα που οι κατασκευαστές σταμάτησαν να προσφέρουν, ακόμη και σε ακριβά μοντέλα.

Αν σήμερα κάποιος θέλει μια σύγχρονη τηλεόραση υψηλών προδιαγραφών με δυνατότητα 3D, οι επιλογές του στη μαζική αγορά είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες.

Η βιομηχανία αποφάσισε ότι δεν το χρειαζόμαστε πια.

Την ίδια στιγμή που εξαφανίζονταν τέτοιες δυνατότητες, οι τηλεοράσεις άρχισαν να αποκτούν κάτι άλλο: διαφημίσεις, λογαριασμούς χρηστών και ολοένα περισσότερους μηχανισμούς συλλογής δεδομένων.

Οι λεγόμενες Smart TV απέκτησαν λειτουργικά συστήματα, ηλεκτρονικά καταστήματα εφαρμογών και μενού γεμάτα προωθητικό περιεχόμενο.

Δεν αμφισβητώ τη χρησιμότητα της πρόσβασης σε διαδικτυακές υπηρεσίες.

Αμφισβητώ όμως το δικαίωμα ενός κατασκευαστή να χρησιμοποιεί την τηλεόραση που πλήρωσα ως διαφημιστικό μέσο μέσα στο σπίτι μου.

Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων.

Η τεχνολογία Automatic Content Recognition επιτρέπει σε ορισμένες τηλεοράσεις να αναγνωρίζουν τι παρακολουθεί ο χρήστης, ακόμη και από εξωτερικές πηγές εικόνας, ανάλογα με την υλοποίηση και τις σχετικές ρυθμίσεις.

Το 2017 η αμερικανική Vizio βρέθηκε αντιμέτωπη με τις αρχές για συλλογή ιστορικού θέασης από περίπου έντεκα εκατομμύρια τηλεοράσεις χωρίς την απαιτούμενη συγκατάθεση.

Ο διακανονισμός έφτασε τα 2,2 εκατομμύρια δολάρια.

Δεν είναι λοιπόν κάποια θεωρία συνωμοσίας.

Υπάρχουν πραγματικά περιστατικά, καταγεγραμμένες πρακτικές και συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα πίσω από τη συλλογή αυτών των πληροφοριών.

Και αναρωτιέμαι το εξής απλό.

Για ποιον λόγο πρέπει ο κατασκευαστής της τηλεόρασής μου να γνωρίζει τι παρακολουθώ; Γιατί πρέπει να ενδιαφέρεται ποια ταινία είδα, πόση ώρα έμεινα σε ένα κανάλι ή ποιες εφαρμογές χρησιμοποιώ; Αγόρασα μια τηλεόραση για να βλέπω εικόνα, όχι για να αποκτήσει κάποια εταιρεία ακόμη μία πηγή πληροφοριών για την προσωπική μου ζωή.

Το παράδοξο είναι ότι μια παλιά, μη δικτυωμένη τηλεόραση μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς κανένα από αυτά τα προβλήματα.

Δεν ζητάει λογαριασμό, δεν γεμίζει την αρχική οθόνη με διαφημίσεις και δεν εξαρτά τη λειτουργία της από κάποιον απομακρυσμένο server.

Ανάλογη ιστορία βλέπουμε πλέον και στα αυτοκίνητα.

Όλα τα αυτοκίνητα παλιά είχαν ταμπλό με τους φυσικούς διακόπτες, όπου μπορούσες να αλλάξεις τη θερμοκρασία, να δυναμώσεις τον ανεμιστήρα ή να ρυθμίσεις το ραδιόφωνο χωρίς να πάρεις τα μάτια σου από τον δρόμο.

Ήξερες πού βρίσκεται το κάθε κουμπί και το αναγνώριζες με την αφή.

Σήμερα, σε αρκετά αυτοκίνητα, οι ίδιες λειτουργίες έχουν μεταφερθεί σε μια μεγάλη οθόνη αφής.

Για να εκτελέσεις μια απλή ενέργεια, πρέπει να κοιτάξεις την οθόνη, να εντοπίσεις το σωστό εικονίδιο και ενδεχομένως να ανοίξεις κάποιο υπομενού.

Όλα αυτά ενώ οδηγείς.

Και μας το παρουσίασαν ως μοντέρνο, μινιμαλιστικό σχεδιασμό.

Βεβαίως, μια κεντρική οθόνη μπορεί να μειώσει την πολυπλοκότητα της παραγωγής και να επιτρέψει την κοινή χρήση εξαρτημάτων σε διαφορετικά μοντέλα.

Αλλά αναρωτιέμαι τι ακριβώς κερδίζει ο οδηγός από την κατάργηση ενός διακόπτη που μπορούσε να χρησιμοποιήσει χωρίς να κοιτάξει.

Το ακόμη πιο κωμικοτραγικό είναι ότι ορισμένοι κατασκευαστές άρχισαν ήδη να επιστρέφουν στους φυσικούς διακόπτες. Η Volkswagen, για παράδειγμα, αναγνώρισε ότι η υπερβολική εξάρτηση από χειριστήρια αφής δημιούργησε προβλήματα ευχρηστίας και ανακοίνωσε την επιστροφή πραγματικών κουμπιών σε βασικές λειτουργίες.

Δηλαδή πρώτα εξαφανίζουμε τους διακόπτες, διαφημίζουμε την απουσία τους ως εξέλιξη και μερικά χρόνια αργότερα τους επαναφέρουμε, επειδή ανακαλύψαμε ότι τελικά ο άνθρωπος έχει χέρια και δεν χρειάζεται να ψάχνει κάθε φορά σε ένα ψηφιακό μενού.

Στο μεταξύ, ο καταναλωτής έχει πληρώσει και τις δύο γενιές αυτής της περίφημης καινοτομίας.

Στα αυτοκίνητα, μάλιστα, εμφανίστηκε και μια ακόμη πιο προκλητική πρακτική.

Οι συνδρομές για λειτουργίες που σχετίζονται με εξοπλισμό ήδη εγκατεστημένο στο όχημα. Η BMW, για παράδειγμα, δοκίμασε συνδρομητικό μοντέλο για τα θερμαινόμενα καθίσματα σε ορισμένες αγορές, πριν εγκαταλείψει τη συγκεκριμένη πρακτική.

Το υλικό υπήρχε ήδη μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά για να χρησιμοποιήσεις τη λειτουργία χρειαζόταν επιπλέον πληρωμή.

Σαν να αγοράζεις σπίτι με εγκατεστημένα καλοριφέρ και ο κατασκευαστής του καυστήρα να σου ζητάει κάθε χειμώνα συνδρομή για να επιτρέψει να λειτουργήσει ο καυστήρας.

Δεν μιλάμε πλέον απλώς για αγορά προϊόντος.

Μιλάμε για αγορά ενός μηχανήματος του οποίου κάποιες δυνατότητες παραμένουν υπό τον εμπορικό έλεγχο του κατασκευαστή.

Το ίδιο επιχειρηματικό μοντέλο έχει επεκταθεί στα παιχνίδια, στη μουσική, στις ταινίες και στο λογισμικό.

Κάποτε αγόραζες ένα παιχνίδι σε δισκέτες ή CD, το εγκαθιστούσες και το κρατούσες.

Σήμερα πληρώνεις συνδρομές για να έχεις πρόσβαση σε καταλόγους παιχνιδιών που αλλάζουν διαρκώς.

Οι συνδρομητικές υπηρεσίες δεν είναι από μόνες τους κακή ιδέα.

Μπορεί μάλιστα να συμφέρουν έναν χρήστη που θέλει να δοκιμάζει πολλούς τίτλους.

Το πρόβλημα είναι ότι συχνά η πρόσβαση συγχέεται με την ιδιοκτησία.

Και σε ορισμένες περιπτώσεις η εξάρτηση από τους servers φτάνει στα όρια του παραλόγου. Η Ubisoft έκλεισε το 2024 τους servers του παιχνιδιού The Crew, με αποτέλεσμα οι αγοραστές του να μην μπορούν πλέον να το χρησιμοποιήσουν επισήμως, ακόμη και για ατομικό παιχνίδι.

Είχαν πληρώσει ένα προϊόν που έπαψε να λειτουργεί επειδή η εταιρεία αποφάσισε να αποσύρει την υπηρεσία από την οποία εξαρτιόταν.

Στο επαγγελματικό λογισμικό η κατάσταση είναι εξίσου χαρακτηριστική. Η Adobe εγκατέλειψε το παραδοσιακό μοντέλο πώλησης νέων εκδόσεων των δημιουργικών εφαρμογών της και πέρασε στο Creative Cloud.

Για να χρησιμοποιείς τις σύγχρονες εκδόσεις εφαρμογών όπως το Photoshop, χρειάζεσαι ενεργή συνδρομή.

Δεν λέω ότι το παλιό μοντέλο ήταν ιδανικό.

Ούτε ότι οι συνδρομές δεν προσφέρουν οφέλη, όπως συνεχείς ενημερώσεις και πρόσβαση σε περισσότερα προγράμματα.

Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να αγοράζεις ένα εργαλείο και στο να εξαρτάται η δυνατότητα χρήσης του από μια μηνιαία πληρωμή.

Και όταν οι συνδρομές αρχίσουν να συσσωρεύονται, το ποσό παύει να είναι αμελητέο.

Λίγα ευρώ για μουσική, λίγα για ταινίες, περισσότερα για επαγγελματικό λογισμικό, άλλα για αποθηκευτικό χώρο, παιχνίδια και διάφορες ψηφιακές υπηρεσίες.

Χωρίς να το καταλάβεις, έχεις αποκτήσει έναν δεύτερο λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος, μόνο που αυτός πληρώνεται σε πέντε ή δέκα διαφορετικές εταιρείες.

Θα μπορούσα να συνεχίσω με τους εκτυπωτές, όπου ορισμένοι κατασκευαστές χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς περιορισμούς για να ελέγχουν ποια δοχεία μελάνης επιτρέπεται να λειτουργούν, με συσκευές που απαιτούν σύνδεση στο διαδίκτυο για λειτουργίες οι οποίες θα μπορούσαν να εκτελούνται τοπικά, ή με οικιακές συσκευές που χάνουν μέρος των δυνατοτήτων τους όταν σταματήσει να λειτουργεί η αντίστοιχη υπηρεσία.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε ακριβώς το ίδιο πρόβλημα και δεν υπάρχουν πάντοτε οι ίδιες αιτίες.

Άλλο πράγμα είναι η χαμηλή εμπορική ζήτηση που οδήγησε στην εγκατάλειψη των 3D τηλεοράσεων, άλλο η προσπάθεια μείωσης του κόστους παραγωγής και άλλο η συνειδητή δημιουργία επαναλαμβανόμενων εσόδων μέσω συνδρομών.

Υπάρχει όμως ένα κοινό αποτέλεσμα: ο αγοραστής χάνει σταδιακά τον έλεγχο πάνω στο προϊόν του.

Το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνουν όλα αυτά σε μια αγορά όπου υποτίθεται ότι ο ανταγωνισμός λειτουργεί υπέρ του καταναλωτή.

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στον τρόπο που λειτουργούν οι μεγάλες επιχειρήσεις.

Όταν μια εταιρεία διαπιστώνει ότι μπορεί να μειώσει το κόστος ή να αυξήσει τα έσοδά της αφαιρώντας μια δυνατότητα, οι ανταγωνιστές έχουν κίνητρο να κάνουν το ίδιο.

Ειδικά όταν ο πρώτος έχει ήδη δοκιμάσει τις αντιδράσεις των πελατών.

Δεν χρειάζεται καμία μυστική συνεννόηση.

Οι επιχειρήσεις παρακολουθούν η μία την άλλη και προσαρμόζουν τις αποφάσεις τους.

Έτσι, κάτι που αρχικά εμφανίζεται ως ιδιαιτερότητα ενός κατασκευαστή μπορεί μέσα σε λίγα χρόνια να γίνει ο κανόνας ολόκληρης της αγοράς.

Βεβαίως, υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Κατασκευαστές που επιμένουν στην επισκευασιμότητα, στην επεκτάσιμη μνήμη, στην ύπαρξη φυσικών θυρών και στην ελευθερία επιλογής του χρήστη.

Και δεν πρέπει να αγνοούμε ότι ορισμένες τεχνολογικές αλλαγές έχουν πραγματικά πλεονεκτήματα.

Δεν θα υποστήριζα ποτέ ότι πρέπει να επιστρέψουμε στις παλιές συσκευές ή ότι κάθε καινούργια τεχνολογία είναι χειρότερη από την προηγούμενη.

Το αντίθετο.

Έχοντας ζήσει την εξέλιξη των υπολογιστών από τις πρώτες γενιές μέχρι τα σημερινά συστήματα, γνωρίζω πολύ καλά πόσα έχουμε κερδίσει.

Εκείνο που αμφισβητώ είναι η ιδέα ότι κάθε αφαίρεση, κάθε περιορισμός και κάθε καινούργια συνδρομή συνιστούν αυτομάτως πρόοδο.

Και υπάρχει και το ζήτημα της οικολογίας, που χρησιμοποιείται συχνά ως επιχείρημα.

Μας εξηγούν ότι πρέπει να αφαιρεθεί ο φορτιστής από τη συσκευασία για να περιοριστούν τα ηλεκτρονικά απόβλητα.

Ταυτόχρονα όμως κατασκευάζονται συσκευές που είναι δύσκολο ή ασύμφορο να επισκευαστούν, υπολογιστές που δεν αναβαθμίζονται και ηλεκτρονικά προϊόντα που μπορούν να χάσουν βασικές λειτουργίες όταν σταματήσει η υποστήριξή τους.

Πόσο οικολογικό είναι να απαξιώνεται ένα μηχάνημα χιλιάδων ευρώ επειδή κάποιος αποφάσισε ότι δεν συμφέρει να συνεχίσει να λειτουργεί η υπηρεσία του; Πόση ενέργεια, πόσες πρώτες ύλες και πόσοι ανθρώπινοι πόροι χρειάστηκαν για την κατασκευή του; Και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν η εμπορική διάρκεια ζωής του αποδεικνύεται μικρότερη από την πραγματική τεχνική του αντοχή; Επιστρέφω λοιπόν στο Jamboard, γιατί θεωρώ ότι αυτή η περίπτωση συμπυκνώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το πρόβλημα.

Μια εταιρεία μπορεί να κατασκευάσει και να πουλήσει ένα εξαιρετικό μηχάνημα.

Μπορεί να το υποστηρίζει για χρόνια και να προσφέρει πραγματικά χρήσιμες υπηρεσίες.

Όταν όμως η λειτουργία του εξαρτάται απόλυτα από το δικό της οικοσύστημα, ο αγοραστής δεν έχει τον τελευταίο λόγο για τη διάρκεια της ωφέλιμης ζωής του.

Το γεγονός ότι η οθόνη συνεχίζει να ανάβει δεν αναιρεί ότι ένα σημαντικό μέρος της αξίας που είχε κατά την αγορά μπορεί να εξαφανιστεί με μια επιχειρηματική απόφαση.

Ίσως τελικά το σημαντικότερο ερώτημα που πρέπει να κάνουμε πριν αγοράσουμε οποιαδήποτε σύγχρονη συσκευή να μην είναι μόνο πόσο γρήγορη είναι, τι ανάλυση έχει ή πόσες καινούργιες λειτουργίες υπόσχεται.

Θα έπρεπε να ρωτάμε αν θα συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο, αν μπορούμε να την επισκευάσουμε, αν έχουμε τη δυνατότητα να την αναβαθμίσουμε και τι θα συμβεί όταν ο κατασκευαστής αποφασίσει να σταματήσει να την υποστηρίζει.

Γιατί προσωπικά δεν με ενοχλεί να πληρώνω για μια πραγματική τεχνολογική βελτίωση.

Με ενοχλεί να πληρώνω περισσότερο για να έχω λιγότερες επιλογές.

Και με ενοχλεί ακόμη περισσότερο να ανακαλύπτω ότι κάτι που αγόρασα με δικά μου χρήματα μπορεί κάποια μέρα να χάσει τις δυνατότητές του, όχι επειδή χάλασε, αλλά επειδή κάποιος άλλος αποφάσισε ότι δεν πρέπει πλέον να τις διαθέτει.

Αν αυτό είναι το μέλλον της τεχνολογίας, τότε μάλλον πρέπει να ξανασυζητήσουμε τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για πρόοδο.

Γιατί άλλο είναι να εξελίσσεται ένα προϊόν και άλλο να εξελίσσεται η ικανότητα του κατασκευαστή να βγάζει συνεχώς χρήματα από τον άνθρωπο που το αγόρασε.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences