[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ Μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ τι; Οι Αμερικανοί πολίτες μίλησαν στις ενδιάμεσες εκλογές. Οι Δημοκρατικοί...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ Μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ τι; https://www.youtube.com/live/HUFUI8NfAd4?is=ywtbGlFGK45Izm5r Οι Αμερικανοί πολίτες μίλησαν στις ενδιάμεσες εκλογές. Οι Δημοκρατικοί αναλαμβάνουν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν έδαφος ακόμη και σε πολιτείες που θεωρούνταν ασφαλείς για αυτούς.

Το αποτέλεσμα αποτελεί σοβαρό πολιτικό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ και για την προσωπική εκστρατεία που ο ίδιος επέλεξε να κάνει.

Είχε ζητήσει από τους ψηφοφόρους να αντιμετωπίσουν την κάλπη σαν να ήταν και ο ίδιος υποψήφιος.

Και οι ψηφοφόροι απάντησαν.

Ας είμαστε, όμως, καθαροί.

Αυτή η ψήφος δεν σημαίνει ότι οι Αμερικανοί εγκατέλειψαν συνολικά τις συντηρητικές ιδέες.

Δεν σημαίνει ότι έδωσαν λευκή επιταγή στους Δημοκρατικούς.

Και δεν σημαίνει ότι κάθε πολιτική επιλογή του προέδρου απορρίφθηκε από κάθε πολίτη που ψήφισε εναντίον του.

Σημαίνει, όμως, ότι μεγάλα τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας έστειλαν προειδοποίηση: η εξουσία δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς στην προσωπική σύγκρουση, στην απειλή και στην εικόνα ότι μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να σώσει τη χώρα.

Η ακρίβεια και το κόστος του πολέμου βάρυναν στην κάλπη.

Σύμφωνα με το Reuters, η ανησυχία για τις τιμές και η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο με το Ιράν συνέβαλαν στην εκλογική ανατροπή.

Ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε ότι ο πόλεμος επηρέασε το αποτέλεσμα, χωρίς να αναθεωρήσει την απόφασή του.

Αυτή η στάση είναι δικαίωμά του.

Η ψήφος των πολιτών, όμως, είναι επίσης δικαίωμά τους — και η πολιτική οφείλει να την ακούει, ακόμη κι όταν δεν της αρέσει.

Το κρίσιμο ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο πρόεδρος δικαιούται να συνεχίσει να κυβερνά.

Δικαιούται: έχει εκλεγεί για τετραετή θητεία.

Το ερώτημα είναι πώς θα επιλέξει να κυβερνήσει, όταν απέναντί του θα βρίσκεται ένα Κογκρέσο με διαφορετική πλειοψηφία.

Πριν από τις εκλογές, το Reuters αποκάλυψε ότι στενοί συνεργάτες του Λευκού Οίκου —ανάμεσά τους ο Στίβεν Μίλερ και ο Ράσελ Βόουτ— επεξεργάζονταν από τον Απρίλιο σχέδια για ενέργειες που θα μπορούσε να προωθήσει η κυβέρνηση χωρίς νέα νομοθετική έγκριση.

Οι τομείς που αναφέρθηκαν περιλάμβαναν τη μετανάστευση, τους δασμούς, τη στέγαση και τη διαχείριση ομοσπονδιακών κονδυλίων.

Το ίδιο ρεπορτάζ ανέφερε ότι οι νομικοί σύμβουλοι εξέταζαν πού βρίσκονται τα όρια της προεδρικής εξουσίας και πώς θα υπερασπιστούν τέτοιες αποφάσεις ενώπιον των δικαστηρίων.

Ο ίδιος ο Τραμπ προανήγγειλε ότι μπορεί να γίνει «κύριος Βέτο». Το βέτο είναι συνταγματικό δικαίωμα του προέδρου.

Δεν είναι από μόνο του εκτροπή ούτε πρέπει να παρουσιάζεται σαν να καταργεί τη δημοκρατία.

Μπορεί να αποτελεί μέρος της πολιτικής διαπραγμάτευσης.

Ο πρόεδρος είπε ότι ίσως χρησιμοποιήσει το βέτο στην αρχή και στη συνέχεια αναζητήσει συμφωνίες.

Εκείνο που πρέπει να κριθεί είναι αν η εξουσία αυτή θα αξιοποιηθεί για να ανοίξει δρόμο σε συνεννόηση ή για να παραλύσει κάθε προσπάθεια νομοθέτησης.

Άλλο, όμως, το βέτο σε ένα νομοσχέδιο και άλλο η προσπάθεια να κυβερνηθεί η χώρα με εκτελεστικές αποφάσεις που υποκαθιστούν συστηματικά τη νομοθετική διαδικασία. Το Κογκρέσο δεν είναι εμπόδιο που πρέπει να εξαφανιστεί.

Είναι ένας από τους εκλεγμένους πυλώνες της ομοσπονδιακής εξουσίας.

Η ισορροπία ανάμεσα στον Λευκό Οίκο, το Κογκρέσο και τα δικαστήρια μπορεί να προκαλεί διαφωνίες και δύσκολους συμβιβασμούς.

Αυτή, όμως, είναι η ουσία της συνταγματικής δημοκρατίας: καμία εξουσία δεν δικαιούται να θεωρεί ότι η λαϊκή εντολή της επιτρέπει να ενεργεί χωρίς όρια.

Τα προεδρικά διατάγματα μπορούν να κατευθύνουν τη διοίκηση και να εφαρμόσουν νόμους που ήδη υπάρχουν.

Δεν μπορούν, όμως, να αντικαταστήσουν απεριόριστα τη νομοθετική εξουσία.

Όταν μια εκτελεστική απόφαση ξεπερνά τις αρμοδιότητες του προέδρου, το Κογκρέσο μπορεί να αντιδράσει και τα δικαστήρια να την εξετάσουν.

Ακόμη και το βέτο δεν είναι απόλυτο: το Κογκρέσο μπορεί να το ανατρέψει, εφόσον συγκεντρωθεί πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα.

Το νέο Κογκρέσο θα έχει επίσης τη δυνατότητα να ελέγξει τη διοίκηση, να ζητήσει έγγραφα και να καλέσει αξιωματούχους σε ακροάσεις.

Αυτές είναι κοινοβουλευτικές αρμοδιότητες.

Δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία εκδίκησης ή ως ατελείωτη τηλεοπτική παράσταση.

Πρέπει, όμως, να ασκηθούν με σοβαρότητα, όταν υπάρχουν πραγματικά ερωτήματα και επαρκής βάση.

Η λογοδοσία δεν είναι επίθεση στην προεδρία.

Είναι όρος για να διατηρείται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Χρειάζεται, ταυτόχρονα, να αναγνωρίσουμε ότι ο Τραμπ διατηρεί σημαντικές εξουσίες.

Η ήττα του κόμματός του δεν τον καθιστά ανίσχυρο.

Διατηρεί ευρείες αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική και στη λειτουργία της ομοσπονδιακής διοίκησης.

Μπορεί να ασκεί βέτο, να διαπραγματεύεται και να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις εκεί όπου ο νόμος τού δίνει αρμοδιότητα.

Αυτό ακριβώς κάνει τη στάση του τόσο σημαντική: ένας πρόεδρος με ισχυρές εξουσίες έχει ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη να τις χρησιμοποιεί με μέτρο.

Η δύναμη δεν αποδεικνύεται από το πόσο συχνά παρακάμπτεις τους άλλους.

Αποδεικνύεται από το αν μπορείς να πετύχεις αποτελέσματα χωρίς να υπονομεύεις τη νομιμότητα και τη θεσμική εμπιστοσύνη.

Και η ευθύνη αυτή δεν βαραίνει μόνο τον πρόεδρο.

Βαραίνει και τη νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Αν οι Δημοκρατικοί επιλέξουν την εκδικητική σύγκρουση αντί για τον έλεγχο με στοιχεία και την αναζήτηση συμφωνιών, θα απογοητεύσουν και εκείνοι τους πολίτες που τους έδωσαν την πλειοψηφία. Ο Τραμπ βρίσκεται στα 80 του και διανύει την τελευταία του προεδρική θητεία, με βάση το ισχύον Σύνταγμα των ΗΠΑ, το οποίο δεν επιτρέπει σε κανέναν να εκλεγεί πρόεδρος περισσότερες από δύο φορές.

Η ηλικία από μόνη της δεν αποτελεί πολιτικό επιχείρημα ούτε λόγο αμφισβήτησης της ικανότητας ενός ανθρώπου.

Το γεγονός, όμως, ότι πρόκειται για την τελευταία του θητεία προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην επιλογή του: θα αφήσει πίσω του μια κληρονομιά θεσμικής σύγκρουσης ή θα χρησιμοποιήσει την εμπειρία και την ισχύ του για να αναζητήσει συνεννόηση; Δεν του ζητά κανείς να εγκαταλείψει τις θέσεις του ούτε να γίνει Δημοκρατικός.

Του ζητά η ίδια η δημοκρατική διαδικασία να σεβαστεί το αποτέλεσμα που μόλις καταγράφηκε: οι ψηφοφόροι άλλαξαν τους συσχετισμούς στο Κογκρέσο και η κυβέρνηση οφείλει να εργαστεί μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η Αμερική δεν χρειάζεται δύο χρόνια πολιτικού πολέμου, όπου ο πρόεδρος θα βάζει βέτο σε κάθε πρόταση και το Κογκρέσο θα απαντά με έρευνες για κάθε κυβερνητική απόφαση.

Δεν χρειάζεται ούτε μια κυβέρνηση που θα επιχειρεί να μεταφέρει τη νομοθετική εξουσία στον Λευκό Οίκο επειδή έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στη διαφωνία και στην παράλυση, ανάμεσα στον έλεγχο και στην εκδίκηση, ανάμεσα στην προεδρική πρωτοβουλία και στην υπέρβαση αρμοδιοτήτων.

Και ας μην παρεξηγηθούμε: αυτή δεν είναι συζήτηση μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κάθε φορά που ένας ηγέτης παρουσιάζει το Κοινοβούλιο, τα δικαστήρια, τον Τύπο ή τους πολιτικούς αντιπάλους ως εχθρούς του λαού, οφείλουμε να αναρωτιόμαστε πού τελειώνει η πολιτική αντιπαράθεση και πού αρχίζει η περιφρόνηση προς τους θεσμούς.

Το ίδιο μέτρο ισχύει για όλους.

Δεν γίνεται να υπερασπίζεσαι τους θεσμούς μόνο όταν σε ευνοούν και να τους απορρίπτεις όταν σε περιορίζουν. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μπροστά του μια επιλογή.

Μπορεί να αντιμετωπίσει την εκλογική ήττα ως αφορμή για ακόμη μεγαλύτερη ένταση και για μια δοκιμασία των ορίων της προεδρικής εξουσίας.

Ή μπορεί να αναγνωρίσει το πολιτικό μήνυμα, να υπερασπιστεί τις θέσεις του και ταυτόχρονα να επιδιώξει συμφωνίες εκεί όπου υπάρχουν κοινά συμφέροντα.

Αυτή θα ήταν η δύσκολη, αλλά και η ισχυρή επιλογή.

Όχι η υποχώρηση από τις αρχές του.

Η αναγνώριση ότι σε μια δημοκρατία ο πρόεδρος δεν κυβερνά μόνος του.

Η εντολή των πολιτών δεν είναι λευκή επιταγή — ούτε για τον πρόεδρο ούτε για το Κογκρέσο.

Είναι ευθύνη.

Και το πραγματικό ερώτημα για τον Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι αν θα συνεχίσει να ασκεί την εξουσία που του δίνει το αξίωμα.

Είναι αν θα τη χρησιμοποιήσει για να κυβερνήσει μια διχασμένη χώρα ή για να δοκιμάσει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η σύγκρουση με τους θεσμούς. Νίκος Ι. Νικολόπουλος

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences