«Έχουμε δύο παιδιά, Γιάννη! Δύο!» φώναξα την ώρα που έβγαζε το μπουφάν του. Δεν γύρισε καν να με κοιτάξει. Άκουσα μόνο μια γυναίκα να ουρλιάζει «το κορίτσι μου» κι ύστερα τον παφλασμό. Ο άντρας μου...
«Έχουμε δύο παιδιά, Γιάννη! Δύο!» φώναξα την ώρα που έβγαζε το μπουφάν του.
Δεν γύρισε καν να με κοιτάξει.
Άκουσα μόνο μια γυναίκα να ουρλιάζει «το κορίτσι μου» κι ύστερα τον παφλασμό.
Ο άντρας μου είχε πέσει στο λιμάνι, μέσα στο καταχείμωνο, κι εγώ κρατούσα ακόμα τη σακούλα με το ψωμί. Ήταν Κυριακή στη Σύρο.
Είχαμε αφήσει τα παιδιά στη μάνα μου και κατεβήκαμε στην Ερμούπολη για δυο δουλειές.
Φυσούσε τόσο που μάζευα συνέχεια το κασκόλ από το στόμα μου.
Το κορίτσι είχε γλιστρήσει από την άκρη του μόλου.
Αργότερα έμαθα πως το έλεγαν Ελένη και ήταν έντεκα χρονών.
Εκείνη τη στιγμή έβλεπα μόνο ένα κόκκινο μανίκι να βγαίνει και να χάνεται. Ο Γιάννης την έφτασε γρήγορα.
Μετά, όμως, δεν μπορούσε να γυρίσει.
Το νερό τους χτυπούσε στον τοίχο, το παιδί κρεμόταν πάνω του, κι εκείνος προσπαθούσε να κρατήσει το πρόσωπό της έξω.
Ένας ψαράς έριξε σωσίβιο με σχοινί.
Δύο άντρες κατέβηκαν στη μεταλλική σκάλα.
Εγώ φώναζα το όνομά του.
Τίποτε άλλο.
Ούτε σκέφτηκα να βοηθήσω κάπως, μόνο φώναζα.
Όταν τους έβγαλαν, ο Γιάννης δεν μπορούσε να σταθεί.
Του έβγαλαν τα βρεγμένα και τον τύλιξαν με κουβέρτες μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο.
Τα δόντια του χτυπούσαν τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σπάσουν.
Άπλωσε το χέρι προς το μέρος μου. «Το παιδί;» «Ζει», του είπα.
Δεν τον άγγιξα.
Αυτό ντρέπομαι ακόμα να το πω. Στο νοσοκομείο κάθισα δίπλα του ώσπου σταμάτησε να τρέμει.
Κοιτούσα τα πόδια του κάτω από την κουβέρτα και θυμόμουν τον πατέρα μου, που πέθανε ξαφνικά όταν ήμουν δεκατριών.
Θυμόμουν τη μάνα μου να ανοίγει λογαριασμούς πάνω στο τραπέζι και να τους ξανακλείνει χωρίς να μιλάει.
Εμείς ήδη μετρούσαμε τα πάντα.
Το νοίκι, τη δόση για το επαγγελματικό του, τα αγγλικά της Μαρίας.
Εγώ δούλευα πρωινά σε φούρνο, εκείνος ηλεκτρολόγος, με δουλειές που πλήρωναν όποτε θυμούνταν.
Και ξαφνικά τον είχα δει να χάνεται μέσα σε μαύρο νερό.
Την επόμενη μέρα το τηλέφωνό του δεν σταματούσε.
Η τοπική εφημερίδα ήθελε δήλωση.
Ο δήμος μιλούσε για βράβευση.
Στο σχολείο είπαν στα παιδιά μας πως ο πατέρας τους ήταν ήρωας.
Ο μικρός, ο Πέτρος, γύρισε κρατώντας μια ζωγραφιά.
Είχε σχεδιάσει τον μπαμπά του με τεράστια χέρια. «Εσύ γιατί δεν χαίρεσαι, μαμά;» «Χαίρομαι», είπα, και πήγα στην κουζίνα.
Το βράδυ ο Γιάννης με βρήκε να πλένω για δεύτερη φορά το ίδιο ταψί. «Θα μου μιλήσεις;» «Τι θέλεις να πω; Μπράβο που παραλίγο να μας αφήσεις;» Τράβηξε μια καρέκλα, αλλά δεν κάθισε. «Ένα παιδί πνιγόταν, Κατερίνα.» «Και τα δικά σου παιδιά;» «Δεν τα ξέχασα.» «Εκείνη την ώρα δεν τα σκέφτηκες.» Με κοίταξε κουρασμένος. «Δεν πρόλαβα να σκεφτώ έτσι.
Την είδα να βουλιάζει.» Αυτό με τρόμαξε περισσότερο.
Ότι θα μπορούσε να ξανασυμβεί και πάλι δεν θα υπήρχε χώρος για εμάς μέσα σε εκείνο το δευτερόλεπτο. 🔽 Δες τη συνέχεια στα σχόλια ⬇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους