«Τι κάνεις εκεί, Δημήτρη;» του φώναξα από την πόρτα της κουζίνας και ακόμα θυμάμαι το κάψιμο στο στήθος μου. «Άσε κάτω τη λεκάνη και πήγαινε να καθίσεις με τον πατέρα σου. Παραμονή Χριστουγέννων...
«Τι κάνεις εκεί, Δημήτρη;» του φώναξα από την πόρτα της κουζίνας και ακόμα θυμάμαι το κάψιμο στο στήθος μου. «Άσε κάτω τη λεκάνη και πήγαινε να καθίσεις με τον πατέρα σου. Παραμονή Χριστουγέννων είναι, όχι τιμωρία.» Ο Δημήτρης γύρισε και με κοίταξε ήρεμα.
Με εκείνο το ήρεμο που με εκνευρίζει πιο πολύ απ’ όλα. «Μάνα, βοηθάω τη Σοφία.
Φτιάχνουμε μαζί τους κουραμπιέδες.» Η Σοφία ούτε που μίλησε στην αρχή.
Μόνο χαμογέλασε αμήχανα και συνέχισε να πλάθει.
Αυτό το ήσυχο χαμόγελο το πήρα σαν πρόκληση.
Σαν να μου έλεγε χωρίς λόγια ότι στο σπίτι μου πια δεν ορίζω εγώ.
Εγώ είμαι η Ελένη.
Εξήντα ενός.
Παντρεμένη τριάντα οκτώ χρόνια με τον Γιώργο.
Μεγάλωσα με έναν πατέρα που έφερνε τα λεφτά στο σπίτι και μια μάνα που έτρεχε από το χάραμα μέχρι να πέσει ξερή το βράδυ.
Έτσι έμαθα.
Ο άντρας έξω, η γυναίκα μέσα.
Δεν το έβλεπα ποτέ σαν αδικία.
Το έβλεπα σαν τάξη.
Σαν τον τρόπο που στέκεται ένα σπίτι όρθιο. Ο Δημήτρης όμως, από τότε που παντρεύτηκε τη Σοφία, άρχισε να μου τα γυρίζει όλα ανάποδα. «Σήμερα θα πλύνω εγώ τα πιάτα.» «Η Σοφία δουλεύει πολύ, θα μαγειρέψω εγώ.» «Μοιραζόμαστε τις δουλειές, μάνα.» Μοιραζόμαστε.
Λες και είναι συγκάτοικοι.
Κάθε φορά που το έλεγε, κάτι μέσα μου σφιγγόταν.
Δεν ήταν μόνο ότι δεν το δεχόμουν.
Ήταν ότι το ένιωθα σχεδόν σαν προσβολή.
Σαν να έλεγε πως εγώ μια ζωή έζησα λάθος.
Εκείνα τα Χριστούγεννα ήρθαν στο πατρικό για τέσσερις μέρες.
Από το πρώτο βράδυ κατάλαβα ότι θα γίνει έκρηξη. Η Σοφία έστρωνε το τραπέζι και ο Δημήτρης σκούπιζε στο σαλόνι γιατί είχαν πέσει πευκοβελόνες από το δέντρο. Ο Γιώργος καθόταν στον καναπέ, όπως πάντα, με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. «Άστο το παιδί, Ελένη», είπε βαριεστημένα. «Αφού έτσι θέλει.» Εκεί θόλωσα. «Έτσι θέλει; Άντρας είναι, όχι υπηρέτρια.
Τι εικόνα είναι αυτή;» Η Σοφία πάγωσε. Ο Δημήτρης άφησε τη σκούπα στην άκρη και ήρθε μπροστά μου. «Τι λες τώρα, μάνα;» «Αυτό που βλέπω λέω.
Όλη μέρα στην κουζίνα, στα πατώματα, στις κατσαρόλες.
Και η γυναίκα σου να το θεωρεί φυσιολογικό.» Τότε μίλησε η Σοφία.
Σιγά, αλλά καθαρά. «Δεν τον βάζω εγώ να κάνει τίποτα.
Ζούμε μαζί.
Μαζί τα κάνουμε.» «Ναι, αλλά κάποιος πρέπει να ξέρει και τον ρόλο του.» είπα.
Και μόλις το είπα, ένιωσα για ένα δευτερόλεπτο ότι ακούω τη μάνα μου από το στόμα μου.
Το βράδυ δεν έφαγα σχεδόν τίποτα.
Έκανα δουλειές νευρικά, χτυπούσα τα πιάτα στον νεροχύτη πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε. Ο Δημήτρης ήρθε πίσω μου. «Σταμάτα, θα τα πλύνω εγώ.» Γύρισα απότομα. «Μη με ντροπιάζεις άλλο μπροστά στον πατέρα σου.» Με κοίταξε σαν να τον χαστούκισα. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους