«Δηλαδή τον Στέλιο θα τον στείλουμε κανονικά στη Σκιάθο, αλλά η Μαρία δεν χρειάζεται να έρθει». Το είπε η μάνα μου έτσι απλά, πάνω από τον νεροχύτη, σκουπίζοντας τα χέρια της στην πετσέτα, σαν να...
«Δηλαδή τον Στέλιο θα τον στείλουμε κανονικά στη Σκιάθο, αλλά η Μαρία δεν χρειάζεται να έρθει». Το είπε η μάνα μου έτσι απλά, πάνω από τον νεροχύτη, σκουπίζοντας τα χέρια της στην πετσέτα, σαν να μιλούσε για ψώνια από το σούπερ μάρκετ και όχι για δυο παιδιά που μεγάλωσαν μαζί μέσα στην ίδια οικογένεια.
Την κοίταξα και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπόρεσα να μιλήσω. «Συγγνώμη;» της είπα. «Η Μαρία είναι η εγγονή σου». Σήκωσε τους ώμους. «Μην το κάνεις θέμα πάλι, Ελένη. Ο Στέλιος το έχει περισσότερη ανάγκη.
Και στο κάτω κάτω, εσύ πάντα τα καταφέρνεις». Αυτό το «εσύ πάντα τα καταφέρνεις» το έχω ακούσει όλη μου τη ζωή.
Εγώ να καταπίνω.
Εγώ να πληρώνω.
Εγώ να καταλαβαίνω.
Η αδερφή μου, η Βάσω, πάντα «ζορίζεται». Ο γιος της, ο Στέλιος, πάντα «μην του λείψει τίποτα». Και η δική μου κόρη, η Μαρία; «Είναι καλό παιδί, θα καταλάβει». Μόνο που η Μαρία είναι δεκατριών.
Και καταλαβαίνει πάρα πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζουν.
Οι καλοκαιρινές διακοπές αυτές ήταν κάτι που το κουβεντιάζαμε μήνες.
Η μάνα μου ήθελε να νοικιάσει για δέκα μέρες ένα μικρό δωμάτιο στη Σκιάθο, να πάει με τα δύο παιδιά, και επειδή τα οικονομικά της δεν έβγαιναν, πετάχτηκα εγώ.
Εγώ έβαλα την προκαταβολή.
Εγώ έστειλα τα υπόλοιπα για τα εισιτήρια.
Εγώ αγόρασα μέχρι και καινούριο μαγιό στη Μαρία γιατί χάρηκε, το καημένο, πρώτη φορά τόσο πολύ.
Και μετά, μια εβδομάδα πριν φύγουν, αποφάσισαν ότι η κόρη μου δεν χωράει.
Ο λόγος; Επισήμως, «δεν βγαίνουν τα έξοδα». Ανεπισήμως, η Βάσω ήθελε ο γιος της να περάσει «ήσυχα, χωρίς γκρίνιες και κοριτσίστικα». Ναι, το είπε.
Μπροστά μου. «Μη στραβώνεις έτσι», μου είπε. «Ο Στέλιος είναι αγόρι, άλλα πράγματα θέλει.
Και η Μαρία τελευταία είναι λίγο… κλειστή». Λίγο κλειστή.
Ξέρετε γιατί ήταν κλειστή; Γιατί κάθε τραπέζι, κάθε γιορτή, κάθε Πάσχα στο χωριό είχε το ίδιο έργο. Στον Στέλιο φάκελος με λεφτά. Στη Μαρία ένα μπλουζάκι από τη λαϊκή. Στον Στέλιο αγκαλιές, «ο λεβέντης μου». Στη Μαρία, «έλα μωρέ, μην είσαι ντροπαλή». Το παιδί είχε αρχίσει να μαζεύεται μέσα του, κι εγώ το έβλεπα και ένιωθα πως κάτι της σπάω αφήνοντάς το να συνεχίζεται.
Το χειρότερο δεν ήταν η μάνα μου.
Από εκείνη το περίμενα, όσο σκληρό κι αν ακούγεται.
Το χειρότερο ήταν ο άντρας μου, ο Γιώργος, που μου είπε χαμηλόφωνα στο σαλόνι: «Μην το τραβήξεις.
Για δέκα μέρες είναι.
Να μην ανοίξουμε πόλεμο καλοκαιριάτικα». Γύρισα και τον κοίταξα σαν να μην τον ήξερα. «Πόλεμο ανοίγω εγώ; Σοβαρά; Αποκλείουν το παιδί μας από διακοπές που πλήρωσα εγώ, και λες να μη μιλήσω;» Δεν απάντησε αμέσως.
Έτριψε το μέτωπό του, εκνευρισμένος. «Λέω να προστατέψουμε τη Μαρία από φασαρίες». «Η Μαρία χρειάζεται προστασία από τις φασαρίες ή από την ταπείνωση;» Εκεί σώπασε.
Κι αυτή η σιωπή μου έκανε πιο πολύ κακό από καβγά.
Το ίδιο βράδυ, η Μαρία στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας.
Κρατούσε το μαγιό που είχαμε πάρει μαζί. «Μαμά… εγώ δεν θα πάω τελικά;» Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. «Ποιος σου το είπε;» «Η γιαγιά μίλησε με τη θεία στο τηλέφωνο.
Τις άκουσα.
Είπαν ότι ο Στέλιος θα βαρεθεί μαζί μου». Δεν έκλαψε.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Αν έκλαιγε, ίσως να άντεχα πιο εύκολα.
Μόνο χάιδευε με τον αντίχειρα το τιραντάκι από το μαγιό και απέφευγε να με κοιτάξει. «Δεν πειράζει», μου είπε. «Αν είναι ακριβά, εντάξει». Αυτό το «εντάξει» από παιδί με διέλυσε. Την επόμενη μέρα πήρα τη μάνα μου τηλέφωνο. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους