[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Στη μάνα μου θα γραφτεί τελικά. Μην κάνεις έτσι, έξι μέρες έμειναν μέχρι τον γάμο». Κρατούσα μια μπομπονιέρα μισοδεμένη. Η κορδέλα γλίστρησε από τα δάχτυλά μου και έπεσε μέσα στον καφέ. Ο Στέλιος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Στη μάνα μου θα γραφτεί τελικά. Μην κάνεις έτσι, έξι μέρες έμειναν μέχρι τον γάμο». Κρατούσα μια μπομπονιέρα μισοδεμένη.

Η κορδέλα γλίστρησε από τα δάχτυλά μου και έπεσε μέσα στον καφέ. Ο Στέλιος στεκόταν απέναντί μου, στην κουζίνα που είχα πληρώσει με τις οικονομίες οκτώ χρόνων, και περίμενε να συνεχίσω το δέσιμο. «Πότε το αποφασίσατε;» «Προχτές.

Πήγαν οι δικοί μου στον συμβολαιογράφο για τα χαρτιά». Προχτές.

Εγώ προχτές είχα φύγει νωρίτερα από τη δουλειά για να παραλάβω τις βέρες μας.

Το διαμέρισμα ήταν του πατέρα του, στον δεύτερο μιας παλιάς πολυκατοικίας στο Περιστέρι.

Όταν αρραβωνιαστήκαμε, μας είχε πει μπροστά στους γονείς μου: «Φτιάξτε το όπως θέλετε.

Θα το περάσω στον Στέλιο πριν από τον γάμο, να ξεκινήσετε χωρίς νοίκι». Δεν ζήτησα τότε μερίδιο.

Αυτό ήταν δικό μου λάθος.

Ζήτησα μόνο να ξέρω πως όσα βάζαμε εκεί θα έμεναν στη ζωή που σχεδιάζαμε μαζί.

Τρία χρόνια το φτιάχναμε.

Πρώτα σωλήνες, μετά ηλεκτρολογικά.

Έπειτα κουφώματα, πλακάκια, ντουλάπες. Τις Κυριακές ξύναμε μπογιές και τρώγαμε όρθιοι τυρόπιτες, γιατί δεν είχαμε ούτε καρέκλα.

Εγώ έβαλα είκοσι τέσσερις χιλιάδες ευρώ.

Εκείνος δεκαοχτώ.

Τα είχα καταγραμμένα σε ένα τετράδιο, μαζί με τηλέφωνα μαστόρων και λογαριασμούς.

Δεν το κρατούσα για να μετράω ποιος αγαπάει περισσότερο.

Απλώς δεν μας περίσσευαν.

Η κυρία Δήμητρα ερχόταν συχνά.

Έφερνε γεμιστά, παραπονιόταν για τη σκόνη, άλλαζε θέση στα δείγματα των πλακιδίων. «Αυτό το γκρι θα το βαρεθείτε», έλεγε.

Είχα πιστέψει πως προσπαθούσε να συμμετέχει.

Τώρα θυμόμουν ότι έλεγε πάντα «το σπίτι μας», ποτέ «το σπίτι σας». «Γιατί στη μητέρα σου;» τον ξαναρώτησα.

Κάθισε και τράβηξε προς το μέρος του το μπολ με τα κουφέτα. «Για να προστατευτεί η οικογενειακή περιουσία.

Η μάνα μου φοβάται.

Ξέρεις πόσα ακούει; Χωρισμούς, δικαστήρια…» «Φοβάται εμένα;» «Δεν είπα αυτό». «Αυτό όμως μου λες». Έσπασε ένα κουφέτο με τα δόντια.

Αυτός ο μικρός ήχος με έκανε έξαλλη. «Κι αν χωρίσουμε, Στέλιο; Τα δικά μου λεφτά;» «Μα γιατί να χωρίσουμε; Παντρευόμαστε». Τον κοίταξα μέχρι που χαμήλωσε τα μάτια.

Το ίδιο βράδυ ήρθε η μητέρα του.

Προφανώς την είχε πάρει τηλέφωνο.

Κρατούσε μια σακούλα με ψωμί, σαν να περνούσε τυχαία. «Παιδί μου, μην τα διαλύσουμε όλα για ένα χαρτί». «Αφού είναι ένα χαρτί, γιατί πρέπει να γράφει το δικό σας όνομα;» Άφησε τη σακούλα στον πάγκο. «Εμείς δώσαμε ολόκληρο σπίτι.

Εσύ έβαλες μερικά πράγματα μέσα». Μερικά πράγματα.

Οι διπλές βάρδιες στο λογιστήριο, τα καλοκαίρια χωρίς διακοπές, το αυτοκίνητό μου που πούλησα όταν χρειάστηκε να αλλαχτεί ο πίνακας. Περίμενα να μιλήσει ο Στέλιος. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences