[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μαμά, σου είπα ότι θα στα δώσω πίσω όταν στρώσουμε. Γιατί ψάχνεις τα πράγματά μας;» φώναξε ο γιος μου ο Στέλιος, και για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα ότι θα μου φύγει η καρδιά. Κρατούσα στα χέρια μου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαμά, σου είπα ότι θα στα δώσω πίσω όταν στρώσουμε. Γιατί ψάχνεις τα πράγματά μας;» φώναξε ο γιος μου ο Στέλιος, και για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα ότι θα μου φύγει η καρδιά.

Κρατούσα στα χέρια μου τρεις ανοιγμένους φακέλους.

Ο ένας από εισπρακτική.

Ο άλλος από τράπεζα.

Ο τρίτος από εταιρεία κινητής.

Πάνω στο τραπέζι της μικρής τους κουζίνας στο Παγκράτι ήταν ακόμα ο καφές της Μυρτώς μισοτελειωμένος και δίπλα το υπερηχογράφημα του μωρού κολλημένο με μαγνητάκι στο ψυγείο.

Αυτή η εικόνα με διέλυσε πιο πολύ απ’ όλα.

Από τη μια το παιδί που ερχόταν.

Από την άλλη ένα βουνό από ψέματα.

Εδώ και οκτώ μήνες τους έστελνα χρήματα κάθε μήνα.

Άλλοτε για το ενοίκιο, άλλοτε για το ρεύμα, άλλοτε «μέχρι να μπούμε σε μια σειρά, μαμά». Ο Στέλιος δούλευε περιστασιακά σε μια αποθήκη. Η Μυρτώ ήταν στον έκτο μήνα και μου έλεγε ότι δεν άντεχε πια να τρέχει σε καφέ και ορθοστασία.

Δεν ήθελα να δω το παιδί μου να πνίγεται.

Ούτε την κοπέλα του, έγκυο, με το άγχος.

Εγώ είμαι χήρα από τα πενήντα δύο.

Ξέρω τι σημαίνει να μετράς κέρματα στο σούπερ μάρκετ.

Έκοβα από μένα για να τους δίνω.

Δεν το έλεγα πουθενά.

Ούτε στην αδερφή μου.

Πλήρωνα πιο αργά τα δικά μου φάρμακα, άφηνα τον οδοντίατρο, έσβηνα θερμοσίφωνα και καλοριφέρ για οικονομία.

Και κάθε φορά ο Στέλιος μου έλεγε το ίδιο πράγμα. «Μαμά, κάνε λίγο υπομονή.

Για το μωρό τα κάνουμε όλα.» Κι εγώ τον πίστευα.

Εκείνο το πρωί πήγα από το σπίτι τους γιατί η Μυρτώ μου είπε στο τηλέφωνο ότι ζαλιζόταν και ο Στέλιος είχε φύγει για δουλειά.

Της πήγα φαγητό.

Μπήκα μέσα, ήταν στο μπάνιο, και καθώς μάζευα κάτι ρούχα από την καρέκλα για να καθίσω, έπεσε κάτω ένα ντοσιέ από το συρτάρι.

Δεν είχα σκοπό να ψάξω.

Το λέω και το ξαναλέω.

Αλλά όταν είδα με μεγάλα κόκκινα γράμματα «Τελική Ειδοποίηση», πάγωσα.

Άνοιξα τον πρώτο φάκελο.

Μετά τον δεύτερο.

Μετά δεν μπορούσα να σταματήσω.

Χρωστούσαν παντού.

Δόσεις από κάρτες.

Καταναλωτικό δάνειο που δεν ήξερα ότι υπήρχε.

Ανεξόφλητο ενοίκιο δύο μηνών, ενώ εγώ τους είχα δώσει ήδη τα χρήματα.

Και ανάμεσα στα χαρτιά, αποδείξεις από παραγγελίες, ακριβά ακουστικά, καινούριο κινητό, φαγητά απ’ έξω σχεδόν κάθε μέρα.

Μικρά πράγματα ίσως για κάποιους.

Για μένα ήταν μαχαιριά.

Όταν βγήκε η Μυρτώ και με είδε έτσι, άσπρισε. «Θεία Άννα... δεν είναι όπως φαίνεται.» «Μη με λες θεία τώρα», της είπα. «Πες μου μόνο ένα πράγμα.

Τα λεφτά για το ενοίκιο πού πήγαν;» Άρχισε να κλαίει πριν καν απαντήσει.

Καθόταν στην καρέκλα και έτριβε τα χέρια της συνέχεια. «Πνιγήκαμε.

Στην αρχή ήταν λίγα.

Μετά μαζεύτηκαν. Ο Στέλιος είπε να μην σας πούμε τίποτα γιατί θα θυμώσετε, γιατί πάντα λέτε να προσέχουμε...» «Και είχε άδικο;» Δεν πρόλαβε να μιλήσει.

Μπήκε ο Στέλιος και όταν με είδε με τους φακέλους, αγρίεψε αμέσως.

Όχι από θάρρος.

Από πανικό. «Δεν είχατε δικαίωμα.» «Εγώ δεν είχα δικαίωμα; Εγώ που πληρώνω για να μένετε εδώ;» «Μαμά, φτάνει!» «Όχι, δεν φτάνει.

Γιατί μου έλεγες ότι κρατάτε λεφτά στην άκρη για το μωρό; Ποια άκρη; Εδώ βουλιάζετε.» Με κοίταξε και για πρώτη φορά δεν είδα το παιδί μου.

Είδα έναν άντρα κουρασμένο, ιδρωμένο, στριμωγμένο στη γωνία από τις επιλογές του και από τον εγωισμό του. «Ντρεπόμουν, εντάξει;» είπε χαμηλά. «Ντρεπόμουν να σου πω ότι τα έκανα θάλασσα.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences