[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν μια ηχηρή ήττα του Ντόναλντ Τραμπ και, κυρίως, μια σοβαρή αποδοκιμασία του τραμπισμού ως τρόπου άσκησης της πολιτικής και διακυβέρνησης της...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν μια ηχηρή ήττα του Ντόναλντ Τραμπ και, κυρίως, μια σοβαρή αποδοκιμασία του τραμπισμού ως τρόπου άσκησης της πολιτικής και διακυβέρνησης της χώρας.

Η επικράτηση των Δημοκρατικών τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών.

Είναι ένα πολιτικό μήνυμα με πολλούς αποδέκτες, εντός και εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών.

Υπάρχουν πέντε χαρακτηριστικά στοιχεία που αξίζει να επισημάνουμε.

Πρώτον, η ανθεκτικότητα των δημοκρατικών θεσμών.

Οι ενδιάμεσες εκλογές εξακολουθούν να λειτουργούν ως μια εξαιρετικά σημαντική θεσμική δικλείδα ασφαλείας του αμερικανικού πολιτεύματος.

Ένας πρόεδρος, ακόμη και όταν διαθέτει ισχυρή λαϊκή εντολή, δεν μπορεί να θεωρεί ότι του έχει παραχωρηθεί ανεξέλεγκτη εξουσία για τέσσερα χρόνια. Οι Αμερικανοί πολίτες έχουν τη δυνατότητα, στη μέση της προεδρικής θητείας, να ανατρέπουν τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και να περιορίζουν την κυβερνητική εξουσία.

Αυτό ακριβώς συνέβη. Ο Ντόναλντ Τραμπ χάνει πλέον τον έλεγχο και των δύο νομοθετικών σωμάτων.

Θα υποχρεωθεί να κυβερνήσει με ένα Κογκρέσο που δεν ελέγχει, με ισχυρότερους κοινοβουλευτικούς ελέγχους και με σημαντικούς περιορισμούς στη δυνατότητα υλοποίησης της πολιτικής του.

Πρόκειται για μια σημαντική υπενθύμιση ότι στη δημοκρατία κανένας δεν είναι ανεξέλεγκτος.

Δεύτερον, η αμερικανική κοινωνία και το μάθημα του λαϊκισμού.

Η αμερικανική κοινωνία έζησε τη δική της εκδοχή του λαϊκισμού μέσα από τον τραμπισμό.

Άκουσε μεγάλες υποσχέσεις για οικονομική ευημερία, επιστροφή της παραγωγής, προστασία των αμερικανικών θέσεων εργασίας και βελτίωση της ζωής του μέσου πολίτη.

Το σύνθημα ήταν απλό και εύηχο: Πρώτα η Αμερική και ο Αμερικανός.

Στην καθημερινότητα, όμως, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολούθησε να αντιμετωπίζει την ακρίβεια, το αυξημένο κόστος ζωής, την ανασφάλεια για την υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική προστασία, καθώς και τις έντονες οικονομικές ανισότητες.

Η πολιτική των μεγάλων υποσχέσεων βρέθηκε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα.

Γιατί η ευημερία μιας χώρας δεν μετριέται με τις εξαγγελίες του προέδρου της ούτε με τις εντυπωσιακές δηλώσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μετριέται με την πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών, την ποιότητα των υπηρεσιών, τις ευκαιρίες που δημιουργούνται και την ασφάλεια που αισθάνεται κάθε οικογένεια για το μέλλον της.

Ο λαϊκισμός έχει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα: υπόσχεται εύκολες λύσεις σε σύνθετα προβλήματα.

Όταν όμως έρχεται η ώρα της διακυβέρνησης, οι αντιφάσεις του γίνονται ορατές.

Έτσι μαθαίνουν οι κοινωνίες.

Συχνά μέσα από τις ίδιες τους τις επιλογές και το κόστος που αυτές συνεπάγονται.

Τρίτον, η διεθνής αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η πολιτική Τραμπ δεν περιορίστηκε στο εσωτερικό της χώρας.

Η αντιμετώπιση των παραδοσιακών συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών, η συναλλακτική αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις, η στάση απέναντι στην Ουκρανία και τον πρόεδρο Ζελένσκι, καθώς και η προσέγγιση του καθεστώτος Πούτιν, δημιούργησαν σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετώπισε πολλές φορές τη διεθνή πολιτική σαν μια σειρά επιχειρηματικών συμφωνιών.

Σαν να μπορούσαν οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι ιστορικές αντιπαραθέσεις και τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας να επιλυθούν μέσα από προσωπικές συναλλαγές μεταξύ ηγετών.

Είχε φτάσει μάλιστα να υπόσχεται ότι θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη.

Η διεθνής ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με επιχειρηματικά ντιλ ούτε η επιθετικότητα ενός αυταρχικού καθεστώτος αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με προσωπικές συνεννοήσεις.

Το σοβαρότερο είναι ότι αυτή η πολιτική υπονόμευσε την εμπιστοσύνη παραδοσιακών συμμάχων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία η Κίνα εδραιώνει τη θέση της ως δεύτερη παγκόσμια υπερδύναμη, διεκδικώντας ολοένα μεγαλύτερο οικονομικό, τεχνολογικό και γεωπολιτικό ρόλο.

Η διεθνής αξιοπιστία μιας υπερδύναμης αποτελεί στρατηγικό κεφάλαιο.

Και όταν αυτό το κεφάλαιο διαβρώνεται, δεν ανακτάται εύκολα.

Τέταρτον, το τεράστιο αμερικανικό δημόσιο χρέος.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη πραγματικότητα που δεν μπορεί να παραγνωριστεί.

Το ομοσπονδιακό δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Πρόκειται για ένα ιστορικά συσσωρευμένο πρόβλημα, για το οποίο ασφαλώς δεν ευθύνεται αποκλειστικά ο Ντόναλντ Τραμπ.

Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί τις ευθύνες της δικής του οικονομικής πολιτικής.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι απλό.

Πώς είναι δυνατόν η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου να συσσωρεύει ένα τόσο τεράστιο δημόσιο χρέος, την ίδια στιγμή που εκατομμύρια πολίτες εξακολουθούν να αισθάνονται οικονομικά ανασφαλείς; Πού καταλήγει ο παραγόμενος πλούτος; Ποιοι ωφελούνται από την οικονομική πολιτική; Πόσο αποτελεσματικά χρησιμοποιούνται οι δημόσιοι πόροι; Και τελικά, πόσο ανταποκρίνεται η πραγματικότητα στις υποσχέσεις για την ευημερία του μέσου Αμερικανού; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν με συνθήματα περί αμερικανικού μεγαλείου.

Πέμπτον, το μεγάλο ερώτημα για τους Δημοκρατικούς και το 2028.

Η εκλογική ήττα του Τραμπ δεν σημαίνει αυτομάτως και πολιτική δικαίωση των Δημοκρατικών.

Γιατί υπάρχει ένα εξίσου σοβαρό ερώτημα.

Έχουν πραγματικά κατανοήσει οι Δημοκρατικοί γιατί έχασαν τις προεδρικές εκλογές του 2024; Έχουν αντιληφθεί γιατί ένα τόσο μεγάλο τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας στράφηκε στον Ντόναλντ Τραμπ, παρά τις αντιφάσεις, τις ακρότητες και τον διχαστικό του πολιτικό λόγο; Και, κυρίως, έχουν διαμορφώσει μια αξιόπιστη πολιτική πρόταση που να απαντά στα πραγματικά προβλήματα των Αμερικανών πολιτών; Γιατί η αποδοκιμασία ενός προέδρου δεν αποτελεί από μόνη της εντολή εμπιστοσύνης προς την αντιπολίτευση. Οι Δημοκρατικοί έχουν μπροστά τους δύο χρόνια για να αποδείξουν ότι διαθέτουν κάτι περισσότερο από έναν κοινό πολιτικό αντίπαλο.

Χρειάζονται μια πειστική πρόταση για την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, τη μεσαία τάξη, την ασφάλεια και τον διεθνή ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι προεδρικές εκλογές του 2028 θα είναι, από αυτή την άποψη, καθοριστικές.

Γιατί το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα δεν είναι απλώς η ήττα του Τραμπ ή η αποδυνάμωση του τραμπισμού.

Είναι αν η αμερικανική δημοκρατία θα κατορθώσει να αφήσει πίσω της μια περίοδο βαθιάς πόλωσης και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών της στην αποτελεσματικότητα των δημοκρατικών θεσμών.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences