«Άντε μάζεψέ τα και δρόμο από δω μέσα. Δεν σε αντέχω άλλο!» Η φωνή του Στέλιου ακόμα μου τρυπάει τ’ αυτιά όταν το θυμάμαι. Ήμουν δεκαέξι. Στεκόμουν στην κουζίνα με τα χέρια να τρέμουν, κι εκείνος...
«Άντε μάζεψέ τα και δρόμο από δω μέσα. Δεν σε αντέχω άλλο!» Η φωνή του Στέλιου ακόμα μου τρυπάει τ’ αυτιά όταν το θυμάμαι.
Ήμουν δεκαέξι.
Στεκόμουν στην κουζίνα με τα χέρια να τρέμουν, κι εκείνος είχε κοκκινίσει ολόκληρος επειδή, λέει, του μίλησα απότομα.
Η μάνα μου, η Μαρία, καθόταν στην καρέκλα δίπλα στο νεροχύτη και κοιτούσε κάτω.
Ούτε μια λέξη.
Ούτε ένα «φτάνει». Μόνο τα δάχτυλά της που έπαιζαν νευρικά με την ποδιά. «Μάνα, θα πεις κάτι;» της φώναξα.
Σήκωσε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο και μετά τα ξανάριξε.
Αυτό ήταν όλο.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που με έκανε να νιώσω ξένος μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ο Στέλιος έβρισκε τρόπο να με μικραίνει.
Για τους βαθμούς μου, για το πώς έτρωγα, για το ότι άφηνα το φως ανοιχτό, για το ότι «δεν θα γίνεις ποτέ άντρας». Αν γελούσα πολύ, ήμουν θρασύς.
Αν κλεινόμουν στο δωμάτιο, ήμουν αχάριστος.
Πάντα κάτι έφταιγε.
Η μάνα μου είχε γίνει σκιά.
Δούλευε σε ένα καθαριστήριο ώρες ατέλειωτες, γύριζε κουρασμένη, κι αντί να κοιτάξει τι γινόταν μπροστά της, έκανε πως δεν έβλεπε.
Νομίζω είχε πείσει τον εαυτό της ότι έτσι κρατούσε την ισορροπία.
Στην πραγματικότητα, με άφηνε μόνο.
Εκείνο το βράδυ η αφορμή ήταν γελοία.
Είχα ζητήσει λεφτά για μια σχολική εκδρομή.
Είπε ότι δεν περισσεύει τίποτα για «βόλτες». Του απάντησα ότι για τα τσιγάρα του πάντα περίσσευαν.
Πάγωσε το σπίτι.
Ήρθε κατά πάνω μου, με έπιασε από το μπράτσο τόσο δυνατά που για μέρες είχα σημάδι. «Εμένα θα μου κάνεις κουμάντο, ρε;» Τινάχτηκα. «Δεν είσαι πατέρας μου!» Αυτό ήταν.
Μου πέταξε τη σχολική τσάντα στο διάδρομο, άνοιξε την πόρτα και είπε τη φράση που, κακά τα ψέματα, την περίμενα χρόνια.
Έφυγα με δύο μπλούζες, ένα τζιν και κάτι τετράδια μέσα σε μια σακούλα σούπερ μάρκετ.
Δεν έκλαψα εκεί.
Έκλαψα στη στάση, μόνος, βράδυ, με τον κόσμο να περνάει δίπλα μου σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Πήγα στη γιαγιά μου, την Ευανθία.
Μου άνοιξε με τη ρόμπα και τις παντόφλες, με είδε και δεν ρώτησε σχεδόν τίποτα.
Μόνο είπε, «έλα μέσα, αγόρι μου», και μου έβαλε φασολάδα να φάω, λες και αυτό μπορούσε να κολλήσει τα κομμάτια μου.
Κι όμως, κάπως τα κόλλησε.
Η γιαγιά δεν είχε λεφτά.
Έπαιρνε μια μικρή σύνταξη χηρείας και τα μετρούσε όλα.
Το πετρέλαιο, το ρεύμα, το ψωμί από τον φούρνο της γειτονιάς.
Κι όμως, στο σπίτι της χωρούσα.
Είχα κρεβάτι.
Είχα ησυχία.
Είχα έναν άνθρωπο να με ρωτάει αν γύρισα, αν έφαγα, αν διάβασα. «Να τελειώσεις το σχολείο, Δημήτρη.
Αυτό μόνο.
Μετά θα βρεις τον δρόμο σου», μου έλεγε.
Και τον βρήκα.
Όχι εύκολα.
Δούλευα παράλληλα σε καφετέρια, κουβαλούσα δίσκους, διάβαζα νύχτες, κοιμόμουν λίγο.
Πέρασα σε σχολή, μετά βρήκα δουλειά σε τεχνική εταιρεία, ανέβηκα σκαλί σκαλί.
Χωρίς πλάτες, χωρίς γνωστό, χωρίς «ένα παιδί να το βάλουμε κάπου». Μόνο με πείσμα και με εκείνη τη φωνή της γιαγιάς στο κεφάλι μου.
Τη μάνα μου τη βλέπαμε αραιά.
Τηλεφωνούσε κάποιες γιορτές.
Μου μιλούσε σαν να είχαν γίνει απλώς «δύσκολα πράγματα». Ποτέ δεν είπε συγγνώμη. Ποτέ δεν είπε «σε άφησα». Αυτό πονούσε πιο πολύ απ’ όλα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους