Ένα πρόχειρο σχόλιο με αφορμή την δολοφονική φασιστική επίθεση στην Πάτρα Απ’ ό,τι φαίνεται, οι φασιστικές ομάδες που αναδύθηκαν από τα συντρίμμια της Χρυσής Αυγής επιχειρούν να επανεμφανιστούν...
Ένα πρόχειρο σχόλιο με αφορμή την δολοφονική φασιστική επίθεση στην Πάτρα Απ’ ό,τι φαίνεται, οι φασιστικές ομάδες που αναδύθηκαν από τα συντρίμμια της Χρυσής Αυγής επιχειρούν να επανεμφανιστούν δυναμικά στον δρόμο, διεκδικώντας εκ νέου δημόσιο χώρο και πολιτική παρουσία.
Η επίθεση στην Πάτρα εναντίον μαθήτριας που πρόσκειται στην ΚΝΕ δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη περιστατικό φασιστικής βίας.
Εντάσσεται, κατά πάσα πιθανότητα, σε μια ευρύτερη απόπειρα ανασυγκρότησης, επίδειξης ισχύος και επαναχάραξης των συσχετισμών στο πεδίο του δρόμου.
Η επιλογή της ΚΝΕ ως αντιπάλου μόνο τυχαία δεν είναι: οι φασιστικές ομάδες επιχειρούν να μετρήσουν τις δυνάμεις τους απέναντι σε μία από τις μαζικότερες και οργανωτικά ισχυρότερες πολιτικές δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς.
Δεν γνωρίζουμε αν η συγκεκριμένη επίθεση, όπως και οι παλαιότερες επιθέσεις σε τεχνικά λύκεια της Θεσσαλονίκης, συνδέεται με την επιδίωξη δημιουργίας σχολικών χώρων υπό φασιστικό έλεγχο, άβατων για κάθε διαφορετική πολιτική και κοινωνική παρουσία.
Ούτε διαθέτουμε επαρκή στοιχεία για να προσδιορίσουμε τις συγκεκριμένες οργανωτικές και πολιτικές διασυνδέσεις αυτών των ομάδων με το κόμμα Κασιδιάρη.
Ωστόσο, η διερεύνηση αυτών των σχέσεων δεν είναι δευτερεύον ζήτημα: αφορά τους όρους συγκρότησης ενός ευρύτερου ακροδεξιού και νεοφασιστικού περιβάλλοντος, το οποίο επιχειρεί να μετατρέψει την οργανωμένη βία σε μέσο πολιτικής παρέμβασης.
Η καταδίκη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής και η διάλυση της εγκληματικής της οργάνωσης δεν σήμαναν, φυσικά, την εξαφάνιση των κοινωνικών και ιδεολογικών όρων που τροφοδοτούν τον φασισμό.
Ούτε ακύρωσαν τις πολιτικές λειτουργίες που αυτός μπορεί να επιτελέσει μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία.
Αντίθετα, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο φασισμός δεν αποτελεί κάποιο εξωτερικό σώμα που εισβάλλει αυθαίρετα στην αστική δημοκρατία, αλλά μια πολιτική δυνατότητα που αναδύεται μέσα από τις ίδιες τις αντιφάσεις της και μπορεί, υπό συγκεκριμένους όρους, να αξιοποιηθεί ως μηχανισμός πειθάρχησης, τρομοκράτησης και καταστολής των κοινωνικών ανταγωνισμών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τον βαθμό χαρτογράφησης ή τις συγκεκριμένες σχέσεις των φασιστικών ομάδων με τις κρατικές υπηρεσίες.
Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε το κράτος ως έναν ουδέτερο παρατηρητή που απλώς αποτυγχάνει περιστασιακά να περιορίσει τη φασιστική βία.
Η κρατική ανοχή, η επιλεκτική ενεργοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών και η πολιτική διαχείριση της ακροδεξιάς αποτελούν ζητήματα που απαιτούν συγκεκριμένη διερεύνηση και όχι εύκολες διαβεβαιώσεις περί θεσμικής προστασίας της δημοκρατίας.
Το κρίσιμο, δεν είναι απλώς αν οι διάδοχοι της Χρυσής Αυγής έχουν τη δυνατότητα να επανέλθουν στον δρόμο.
Είναι οι κοινωνικοί και πολιτικοί όροι που καθιστούν δυνατή αυτή την επανεμφάνιση, καθώς και η λειτουργία του φασισμού μέσα σε μια κοινωνία που παράγει διαρκώς αποκλεισμούς, ιεραρχίες και μορφές αυταρχικής πειθάρχησης.
Η αντιφασιστική απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην υπεράσπιση της αστικής νομιμότητας ούτε στην ανάθεση της αντιμετώπισης του φασισμού στους κρατικούς μηχανισμούς.
Απαιτεί την πολιτική και οργανωτική συγκρότηση μιας συλλογικής δύναμης που θα αντιπαρατίθεται στη φασιστική βία, αλλά και στους κοινωνικούς όρους που την αναπαράγουν. @followers φωτογραφία: από την χθεσινή αντιφασιστική κινητοποίηση στη Πάτρα
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους