[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Σε ένα χωριό μεγάλωνε ένα αγόρι. Ήταν διαφορετικό από τα άλλα τούτο το παιδί. Δεν γελούσε και δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά. Δεν είχε χαρά. Δεν ήθελε να χαίρεται. Το στομάχι του δεμένο κόμπος ήταν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σε ένα χωριό μεγάλωνε ένα αγόρι. Ήταν διαφορετικό από τα άλλα τούτο το παιδί.

Δεν γελούσε και δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά.

Δεν είχε χαρά.

Δεν ήθελε να χαίρεται.

Το στομάχι του δεμένο κόμπος ήταν.

Όλη μέρα μετά το σχολείο βοηθούσε τους γονείς του στις διάφορες αγροτικές δουλειές.

Κι όταν δεν είχε τι να κάνει καθόταν δίπλα από την ανάπηρη αδερφή του και της έκανε παρέα.

Αυτός ήταν κι ο κόμπος του.

Της διάβαζε από τα βιβλία του,της μάθαινε να γράφει και να διαβάζει της διηγούνταν πολλά πράγματα και κείνη τα ζούσε μέσα από τις διηγήσεις του κι έπλαθε τις δικές της ιστορίες μέσα από τα λεγόμενά του.

Από γεννησιμιού της δεν μπόρεσε ποτέ να περπατήσει η Ευπραξία.

Ετούτο το όνομα ήταν της γιαγιάς της που σαν την πήρε στα χέρια της από την κοιλιά της κόρης της γιατί ήταν μαμή σκοτείνιασε το πρόσωπό της.

Μάνα της είπε,τι έπαθες και κουνάς το κεφάλι σου; Έπιασε το κορμάκι της φαρμακωμένη η γιαγιά από τις μασχάλες και το σήκωσε να δει μόνη της η φρεσκογεννημένη.

Τι να της πει; Πως η θυγατέρα της δεν κουνάει τα πόδια; Δεν μπορούσε.

Δεν βγαίνανε κουβέντες από το στόμα της.

Σήκωσε το κορμάκι της επάνω κι αυτή άρχισε να κουνάει τα χεράκια της πέρα δώθε,το κεφαλάκι της το ίδιο κι έκλαιγε με μια δυνατή φωνή αλλά τα ποδαράκια της ακούνητα.

Κρέμονταν ασάλευτα λες και δεν ήταν δικά της.

Λες και κάποιος της τα είχε κολλήσει εκεί στο κορμί της και κείνο δεν τα αναγνώριζε και δεν υπάκουαν στο νευρικό σύστημα.

Δαγκώθηκε η μάνα και δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυα της.

Μην κλαις της είπε.

Δεν είναι ώρα για τούτο,άσε που δεν κάνει κιόλας.

Οι λεχώνες δεν κλαίνε.

Γυρνάει το γάλα πίσω.

Κι αυτό το σκασμένο όλο δυνάμωνε το κλάμα του.

Το πήρε αγκαλιά,το'βαλε στο βυζί της και της χάιδευε τα ποδαράκια της ψιθυρίζοντάς της,θα περπατήσεις μικρούλα μου.

Θα περπατήσεις.

Δεν μπορεί.. Δεν γίνεται να μην το κάνεις.

Δεν γίνεται να γεννήθηκες με αμαρτίες.

Τι έφταιξες εσύ και σε τιμώρησε ο Θεός ακόμα δεν γεννήθηκες.

Την κράταγε στην αγκαλιά της κι αυτή την κοίταζε με τα ματάκια της τα μεγάλα και τα όμορφα λες κι άκουγε της μάνας της τα λόγια.

Λες και καταλάβαινε.

Την κοίταζε κι είχαν μια λάμψη που τέτοια δεν ξανάδε η λεχώνα.

Έξω στην αυλή ήταν ο πατέρας με το πρώτο τους παιδί. Ο Περικλής τους είχε έρθει πρώτος κι ήταν εφτά χρονών.

Πάντα ήθελε να έχει ένα αδερφάκι κι όλο τους έλεγε πότε θα του το κάνουν.

Όταν έρθει η ώρα του γιε μου θα γίνει του έλεγε ο πατέρας του.

Ακόμα δεν είναι ώρα.

Και να που η ώρα ήρθε και το αδερφάκι του ήταν μέσα στο δωμάτιο στην αγκαλιά της μάνας τους αλλά με πόδια που δεν κουνιόταν.

Βγήκε η γιαγιά έξω αφού ως μαμή που ήταν τις τακτοποίησε μάνα και μαξούμι αλλά τα μάτια της την πρόδωσαν.

Δεν του είπε όμως τα κακά τα μαντάτα.

Μπες να τα μάθεις από την γυναίκα σου του είπε και σκούπισε δυο δάκρυα που τόση ώρα της καίγανε τα μάτια και δεν τα άφηνε να τρέξουν μπροστά στην κόρη της.

Τα σκούπισε κι έβγαλε έναν αναστεναγμό από τα βαθιά της ψυχής.

Μεγάλο αγώνα έχει όλη η οικογένεια σκέφτηκε,μα μεγαλύτερο ακόμα έχει τούτη η μικρή που είδε το φως της μέρας.

Ετούτη η μικρή που θα δει και την κακιά πλευρά του κόσμου.

Η σακάτισσα θα λένε και θα γελάνε.

Καημένο παιδί σκέφτηκε και τράβηξε να πάει να μαζέψει κάνα δυο λάχανα να τα βράσει για την λεχώνα την κόρη της.

Ήταν το έθιμο σαν ξεγεννήσει η μαμή να βγει στα χωράφια να βρει φρέσκα χόρτα της εποχής και να τα φτιάξει η ίδια.

Έτσι ήθελε το έθιμο από τα παλιά τα χρόνια.

Όση ώρα τα έβραζε έδενε και τις ευχές σε ένα χειρομάντηλο και στο τέλος το έριχνε στη φωτιά να κάψει το κακό.

Να γίνει στάχτη να μην το βρει στη ζήση του.

Καπνός να γίνει να εξαφανιστεί.

Σε τούτο το σακατεμένο τι να ευχηθεί η δόλια; Τι να να δέσει στο μαντήλι μέσα; Τι ευχή να της πει να την ρίξει στην φωτιά.

Και τι κακό να κάψει; Αφού με το κακό γεννήθηκε.

Έβγαλε από τον κόρφο της το μαντήλι κι όση ώρα βράζαν τα λάχανα το μυαλό της είχε κολλήσει.

Άδειο από ευχές,άδειο κι από λόγια.

Έδενε κι έλυνε το χειρομάντηλο μα ευχές δεν είχε μέσα.

Είδε κι απόειδε,έπρεπε να το πετάξει στην φωτιά,είπε και κείνη το πρώτο που της ήρθε στο μυαλό και ξανάδεσε το μαντήλι και το'ριξε στη φωτιά λέγοντας τρανή να γίνεις.

Μεγάλη και τρανή και ξακουστή στον κόσμο.

Πήρε τα βρασμένα χόρτα τα έβαλε στο πιάτο και τα πήγε στην θυγατέρα της.

Στα μάτια την κοίταξε και της είπε,μάνα τι ευχήθηκες; Η θυγατέρα σου της απάντησε θα γίνει μεγάλη και τρανή.

Να το θυμάσαι και να μην το ξεχάσεις τούτο που σου λέω. Ακούς; Να μην το ξεχάσεις και θα'ρθει μια μέρα που θα σε κάνει περήφανη και σένα.

Όταν ο Θεός δίνει ένα κουσούρι σε κάποιον,του δίνει κι ένα χάρισμα.

Αρκεί να ψάξει μέσα του να το βρει. Η Ευπραξία δεν έψαξε καθόλου μέσα της να το βρει.

Ήταν ολοφάνερο κι ήταν αυτό που την έκανε τρανή.

Μπήκαν μέσα να τις δούνε ο άντρας της κι ο Περικλής της και σαν τους είπε για το σακατιλίκι της, σκύψανε και οι δυο επάνω στην μικρή κι είδαν μια δύναμη στα μάτια της που ανατρίχιασαν.

Τους κοίταζε και τους δύο σαν να τους έλεγε να μην ντρέπεστε για μένα που γεννήθηκα έτσι.

Έλιωσε η ψυχή του πατέρα κι είπε ο δόλιος ποτέ δεν θα ντραπώ παιδί μου.

Ποτέ και θα κάνω τα πάντα να είσαι καλά και να έχεις το χαμόγελο στα χείλια σου.

Το χεράκι της κράτησε ο Περικλής,έσκυψε στο αυτάκι της λέγοντάς της, δεν θα σου το αφήσω ποτέ.

Θα σου το κρατάω ώσπου να μου πεις πως δεν το θέλεις άλλο πια ετούτο το κράτημα.

Αυτό το αγόρι ήταν που της διάβαζε,που την έμαθε να γράφει και να διαβάζει από μικρή.

Αυτό το διαφορετικό αγόρι που τάχτηκε από μικρό στο πλευρό της αδερφής του.

Κι όταν ήρθε η ώρα να πάει στο σχολείο,την φόρτωνε στους ώμους του και την πήγαινε.

Στο τελευταίο θρανίο μόνη της την είχανε και δεν της δίνανε σημασία καμία.

Ούτε κι ο δάσκαλος.

Μα ανάγκη δεν το είχε αυτή καθόλου.

Αυτή είχε την λάμψη στα μάτια της και μόνο όταν την κοίταζε κάποιος βαθιά και σταθερά στα μάτια την έβλεπε.

Ποιος όμως θα κοίταζε τα μάτια μιας σακάτισσας; Άλλα είχαν να ασχοληθούνε.

Ήξεραν μόνο να κοροϊδεύουν και τίποτα άλλο.

Το τελείωσε το σχολείο η Πραξούλα.

Έτσι την έλεγε ο πατέρας της,Πραξούλα μου,παιδί μου λαμπερό και καμάρωνε για την κόρη του που ήταν άριστη σε όλα της τα μαθήματα.

Μεγάλη χαρά είχαν στο σπίτι και μαζεύτηκαν συγγενείς να γιορτάσουν την επιτυχία της Πραξούλας.

Εκεί σε κείνη την χαρά είδαν όλοι τους το χάρισμά της.

Ακουμπισμένη στην καρέκλα δίπλα από τον αδερφό της με τα πόδια της να κρέμονται έτσι άψυχα που ήταν τους είπε,έχετε ακούσει ποτέ την αδερφή μου να τραγουδάει; Όχι είπαν.

Τραγουδάς κόρη μου; Ρώτησε κι η μάνα της.

Τραγουδάς και δεν το ξέρουμε; Άντε πες μας ένα τραγούδι να σε ακούσουμε.

Αυτή κοίταξε τον αδερφό της.

Μόνο εκείνος την είχε ακούσει να τραγουδάει καθώς την είχε στην πλάτη του κι αυτή όλο χαρά που πήγαινε στο σχολείο τραγουδούσε. Τραγούδα Πραξούλα της είπε και της έπιασε το χέρι της να της πει εδώ είμαι εγώ,μην ντρέπεσαι.

Τέντωσε το κορμί εκείνη,ίσιωσε την πλάτη της,κοίταξε ξανά τον αδερφό της κι άρχισε να τραγουδάει ένα τραγούδι που έλεγε η μάνα της νομίζοντας πως δεν την άκουγε κανείς.

Να'ταν ο πόνος μου κρασί να πιω και να μεθύσω και όλα μου τα βάσανα μέσα του να τα σβήσω Ποια μοίρα με σημάδεψε και πήρε την χαρά μου κι έχω καρφί μες την καρδιά μόνιμη συμφορά μου Όση ώρα το τραγουδούσε κόπηκε η ανάσα των ανθρώπων που ήταν εκεί να γιορτάσουν την επιτυχία της.

Η μάνα κι ο πατέρας της βούρκωσαν μα κατάφεραν να μην αφήσουν τα δάκρυά τους να κυλήσουν.

Να μην δει πως τους άγγιξε τούτος ο σκοπός.

Μα η Ευπραξία όλα τα καταλάβαινε.

Ήξερε πόσο υποφέρανε οι δικοί της με το σακατιλίκι της.

Μόνο ο αδερφός της το έκρυβε καλά.

Περνούσαν πολλές ώρες μαζί και τον ρωτούσε,πως είναι να περπατάς Περικλή μου; Εκείνος έριχνε το βλέμμα του στο δικό της,έβλεπε την λάμψη της και της έλεγε,όπως και να'ναι δεν είναι σαν να πετάς.

Γιατί εσύ πετάς και φωτίζεις όλες μας τις σκοτεινιές κι αυτή γελούσε με κείνο το γέλιο της που έμοιαζε σαν το γάργαρο νερό που κυλούσε μέσα από της γης τις πηγές.

Από την δική της πηγή έβγαινε το γέλιο της.

Απ'την πηγή της ψυχούλας της που είχε τόση δύναμη και φως.

Τα λόγια της μάνας της θυμήθηκε που της είχε πει πως θα'ρθει μια μέρα που η κόρη σου μεγάλη και τρανή θα γίνει και θα σε κάνει περήφανη.

Κρίμα μάνα μου σκέφτηκε που έφυγες νωρίς και δεν σου είπα ποτέ πως εγώ είμαι περήφανη για τα δυο μου παιδιά και δεν χρειάζεται να γίνει τρανή η Πραξούλα μας να νιώσω περηφάνια.

Με ένα τέτοιο παιδί ξεχωριστό και πανέξυπνο ο κάθε γονιός περήφανος είναι.

Τι κι αν δεν περπατάει; Αυτή γυρίζει όλο τον κόσμο με το μυαλό της και μας μαθαίνει και μας πράγματα που έχομε τα δυο μας πόδια και δεν μπορούμε να την προφτάσουμε.

Θέλω να σε σπουδάσω θυγατέρα μου της είπε ο πατέρας της.

Θέλω να συνεχίσεις να πας και παραπέρα και πριν προλάβει να του πει όχι,ο Περικλής της είπε μαζί θα πάμε όπου θέλεις.

Κοντά σου ώσπου να κάνεις τον κύκλο των σπουδών σου.

Μια καρέκλα αναπηρική της πήρε ο πατέρας της.

Έτσι έφυγε για τις σπουδές της. Ο Περικλής δεν την ξανάβαλε στην πλάτη του μα ήταν πάντα στο πλευρό της.

Ήταν εκείνος που έσπρωχνε την καρέκλα της ώσπου έμαθε να το κάνει μόνη της κι αυτός στεκόταν πλάι της.

Μεγάλωνε και γινόταν όμορφη πολύ και κείνη η λάμψη στα μάτια της μάγευε όλους όσους την έβλεπαν.

Στο στέκι των σπουδαστών ήταν πάντα το τιμώμενο πρόσωπο.

Ήταν η φωνή που τους μεράκλωνε και περνούσαν όμορφα! Είχαν φτιάξει ένα μουσικό συγκρότημα καμιά δεκαριά άτομα και διοργανώνανε μουσικές βραδιές.

Στην παρέα τους ήρθε ένας καινούργιος.

Ήρθε ο Αντρέας σπουδαστής και κείνος κι όταν είδε τα μάτια της τα δικά του χάσανε την διάθεση για να βλέπει οτιδήποτε άλλο.

Την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα.

Έκανε μεγάλη προσπάθεια να τον προσέξει και κυρίως να τον εμπιστευτεί.

Κοντά του έμαθε πως δεν χρειάζεται να έχεις λειτουργικά πόδια για να αγαπηθείς.

Κοντά του έμαθε πως αυτό που έχει σημασία μέσα σε μια σχέση είναι η επικοινωνία κι όχι τα χέρια και τα πόδια.

Αυτός ήταν που της είπε πως η ψυχή είναι εκείνη που αγκαλιάζει κι όχι τα χέρια. Ο Αντρέας κοντά της βρήκε το μυαλό εκείνο που έψαχνε.

Βρήκε το νόημα της αγάπης και της ζωής.

Βρήκε τον άνθρωπό του.

Βρήκε μια όμορφη γυναίκα με θέληση για ζωή και την ζούσε μαζί του.

Άργησε να την κάνει να αφεθεί μα τα κατάφερε κι ήταν ό,τι ομορφότερο είχε κάνει μέχρι τώρα.

Φύγε είπε στον Περικλή.

Τώρα έχει εμένα και θα είμαι κείνος που θα την ακολουθήσει ως την άκρη του κόσμου.

Η ευτυχία μου θα είναι η δική της κι ο κόμπος του χαλάρωσε.

Δεν ήθελε πολλά εκείνη.

Μια επιθυμία είχε κι έγινε πράξη.

Να τραγουδάει ήθελε στο στέκι των σπουδαστών.

Στο μετέπειτα δικό τους κουτουκάκι.

Μουσικός και κείνος.

Φύγε του είπε και κείνη.

Καιρός να ζήσεις και συ που έγινες τόσα χρόνια το δεκανίκι μου.

Φύγε αδερφέ μου.Τον καρτερούσε και κείνον η δική του αγάπη που'χε μείνει πίσω.

Σ'αγαπάω της είχε πει μα με χρειάζεται η αδερφή μου και κείνη του απάντησε,σε χρειάζομαι και'γω και θα σε περιμένω.

Καιρός να γυρίσω είπε και κείνος.

Με χρειάζομαι και'γω. Τώρα με την αγάπη του στο πλευρό περίμεναν την Πραξούλα με τον άντρα της.

Όλο τον κόσμο είχαν γυρίσει οι δυο μαζί ως μουσικός και τραγουδίστρια.

Θα έρχονταν να τραγουδήσουν στο γάμο του.

Μεγάλη και τρανή έγινε μα μόνο στην αγκαλιά του Αντρέα ήταν ευτυχισμένη.

Ακόμα κι όταν ένας γιατρός της είχε πει,σαν θα είσαι έτοιμη να υποστείς μια σειρά από χειρουργεία για μερική αποκατάσταση των ποδιών σου δεν ένιωσε τόση ευτυχία όση στην αγκαλιά του άντρα της.

Εκείνη τα είχε όλα και όταν το αποφάσισε ήταν να μεγαλώσει η οικογένειά τους.

Ένα παιδί θέλω να σου δώσω του είπε και τούτο θα με κάνει να αποφασίσω.

Εγώ έχω παιδί της απάντησε. Παιδί,γυναίκα,φίλη και σύντροφο κι είμαι ευλογημένος για όλα αυτά και ευγνώμων. Ελευθερία Λάππα

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences