[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Ο Θεός δίνει μεγάλες παρηγοριές σ’ όσους Τον υπηρετούν από αίσθημα υποχρέωσης, και όχι περιμένοντας μισθό! Για την παραμυθία που δίνει το έλεος του Θεού σ’ όσους ακολουθούν για χάρη Του τον βίο της...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο Θεός δίνει μεγάλες παρηγοριές σ’ όσους Τον υπηρετούν από αίσθημα υποχρέωσης, και όχι περιμένοντας μισθό! Για την παραμυθία που δίνει το έλεος του Θεού σ’ όσους ακολουθούν για χάρη Του τον βίο της ησυχίας 1. Ποιος μπορεί να φθάσει το ύψος της Χάριτος του Θεού; Ποιος μπορεί να μετρήσει το αχανές βάθος του ελέους Του; Ο Θεός δίνει μεγάλες παρηγοριές σ’ όσους Τον υπηρετούν από αίσθημα υποχρέωσης, και όχι περιμένοντας μισθό.

Αυτοί που εργάζονται σαν να ήταν μισθωτοί είναι εκείνοι που χάνουν την χαρά τους όταν χρειαστεί να υποστούν θλίψεις και αντιξοότητες για χάρη του Κυρίου μας.

Αν μάλιστα εργασθούν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να λάβουν στην συνέχεια την παρηγοριά ή την άνεση που προσδοκούν, τότε καταλήγουν στην νωθρότητα, στα παράπονα και την λιποψυχία.

Κι αυτό γιατί δεν έχουν βάλει στον νου τους πως οι θλίψεις για χάρη του Θεού είναι για εμάς γιορτή μεγάλη, ακόμη κι αν ήταν να συνεχιστούν χωρίς καμιά παρηγοριά η διακοπή μέχρι το τέλος της ζωής μας.

Όποιος δεν μπορεί να αποδεχθεί με χαρά και να υπομείνει τούτες τις θλίψεις που δίνει ο Θεός, να ξέρει πως κι ο Θεός δεν θα συσσωρεύσει γι’ αυτόν αγαθά αντάξια του πλούτου Του.

Κι ο άνθρωπος αυτός δεν θα βρίσκει μέσα του υπομονή.

Στ’ αλήθεια, «οι σπείροντες εν δάκρυσιν», με σκέψη αδέσμευτη, σαν τα παιδιά, «εν αγαλλιάσει θεριούσιν»*, πέρα από κάθε τους προσδοκία. 2. Όταν ο μοναχός φρουρείται από την εγρήγορση, η ησυχία είναι μόνιμη και δεν υπάρχει έξοδος απ’ αυτήν.

Όταν αυτός έχει πλέον μελετήσει πολύ τις Γραφές κι έχει επιμείνει, μέσα στην αδυναμία του, στην συνεχή παράκληση και ευχαριστία με το βλέμμα του στραμμένο αδιαλείπτως προς την Χάρη του Θεού, όταν έχει υπομείνει μια μεγάλη αποθάρρυνση διατηρώντας την κατάσταση της ησυχίας, τότε αρχίζει η καρδιά του λίγο-λίγο να διευρύνεται.

Η χαρά γεννάται με μιαν εσωτερική διαδικασία γονιμοποίησης που ξεκινά με κάποιον λογισμό· εντούτοις όμως δεν είναι ο άνθρωπος αρχή και αιτία της χαράς.

Ο άνθρωπος γνωρίζει βεβαίως πως η καρδιά του χαίρεται, αγνοεί όμως την αιτία.

Στην ψυχή του κυριαρχεί τότε η αγαλλίαση, κι αυτός την απολαμβάνει, περιφρονώντας κάθε τι ορατό.

Ο νους με τις δυνάμεις του μπορεί να δει, ποια είναι η αρχή αυτού του αρπαγμού της σκέψης που βιώνει, δεν μπορεί όμως να καταλάβει γιατί του συμβαίνει.

Βλέπει πως υπερβαίνει κάθε συσχετισμό με τα πράγματα, βλέπει πως ανυψώνεται και βρίσκει τον εαυτό του πάνω από τον κόσμο τούτο, πάνω από τις κατώτερές του σκέψεις.

Περιφρονεί τον έγχρονο κόσμο ολόκληρο, και τον διώχνει μακριά του.

Εντούτοις, μ’ όλη την καρδιακή αυτή κίνηση, μ’ όλη την υπομονή που δείχνει η διάνοια κατά την δοκιμασία της, ο νους δεν επεκτείνεται. 3. Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει την φύση αυτών των αγαθών που μας δίνει η Χάρη του Θεού.

Γνωρίζουμε μόνον πως είναι ευλογημένος όποιος υπέμεινε την ακηδία, την κρυφή αυτή δοκιμασία της αρετής του νου και της ανάπτυξής του, κρατώντας σταθερή την ελπίδα του στην Χάρη του Θεού.

Η ακηδία είναι σαν τον σκοτεινό και θυελλώδη χειμώνα με τις σκληρές μεταπτώσεις του, που κάνει τον σπόρο να βλαστήσει κρυφά καθώς αποσυντίθεται μέσα στην γη. Με την προσδοκία για τον τελικό καρπό, με ελπίδα μακροπρόθεσμη, μπορεί ο άνθρωπος να διώξει μακριά του την ακηδία.

Χάρη στην ελπίδα, ο οφθαλμός της ψυχής του δεν σκοτίζεται, γιατί μελετά τα αγαθά που προσδοκά και μένει προσηλωμένος σταθερά στα αγαθά αυτά, από τα όποια μπορεί να αναδυθεί μέσα στην ψυχή η χαρά και η αρετή του νου.

Τούτα τα αγαθά όμως θα πρέπει να τα προσμένει κανείς σαν από απόσταση, και να μην τα θεωρεί κοντινά, γιατί αλλιώς μπορεί να απελπιστεί αν δεν λάβει σύντομα παρηγοριά ως ανταμοιβή για τους κόπους του, σαν τον εργάτη που δούλεψε για το ημερομίσθιο και εξαπατήθηκε.

Επίσης, ένας εύστροφος και σοφός μοναχός μπορεί να δελεάσει έξυπνα τον εαυτό του με μια βραχυπρόθεσμη προσδοκία, ώστε με τις υποσχέσεις να απομακρύνει από την ψυχή του την ακηδία.

Έτσι η ψυχή του θα ανακουφιστεί, πρόθυμη καθώς είναι ν’ αποδέχεται ελπιδοφόρους λογισμούς, και να περνά από την θλίψη στην χαρά μέσω μιας προσδοκίας. * Ψαλμ. 125, 5. 4. Αν δεν υπήρχε ο αγώνας, δεν θα ήταν απαραίτητες κι οι προφυλάξεις.

Πολλοί μάλιστα θεωρούν τις προφυλάξεις περιττές, σαν να μην συνέβαιναν μεταβολές στην εσωτερική ζωή του ανθρώπου! Εάν ήταν έτσι, θα είχαν όλοι οι άνθρωποι ίσο μερίδιο στις ευλογίες και τα αγαθά που αναφέραμε, και όλοι θα αποκτούσαν εξίσου τα κάλλη της ψυχής.

Δεν θα ξεχώριζε ο νωθρός από τον άγρυπνο και τον προσεκτικό, ή θα ήταν όλοι οι άνθρωποι εξίσου κακοί.

Ο λογισμός αυτός όμως είναι προϊόν της αμέλειας και της νωθρότητας μπροστά στην ακηδία.

Η νωθρότητα γεννά αυτόν τον λογισμό· γιατί εάν ίσχυε, η επιμέλεια και η εγρήγορση καθώς και η προσευχή και η παράκληση δεν θα είχαν καμμία αξία, κι επομένως θα μπορούσαμε να ξεκουραζόμαστε ανενόχλητοι.

Όμως αν οι δύτες έβρισκαν στο κάθε όστρακο κι ένα μαργαριτάρι, θα πλούτιζαν όλοι στην στιγμή.

Kι αν ήταν ο κάθε δύτης να βρίσκει κι από ένα μαργαριτάρι αμέσως μόλις καταδυθεί, χωρίς να χρειαστεί να κτυπηθεί με τα κύματα και να συναντήσει καρχαρίες, χωρίς να αναγκαστεί να κρατήσει την αναπνοή του μέχρι που να κοντέψει να ξεψυχήσει, στερούμενος ακόμη και τον καθαρό αέρα που όλοι τον απολαμβάνουν, και να κατεβεί ως τα βάθη της αβύσσου, τότε τα μαργαριτάρια θα ήταν πιο άφθονα και από τα βότσαλα. 5. Άκου τώρα, πώς πρέπει να καταλάβεις τα λεγόμενά μου.

Αυτοί που καταδύονται στην θάλασσα της ησυχίας και βρίσκουν τα πλούτη της, φθάνοντας μέχρι την καρδιά της γης, είναι οι διδάσκαλοί μας.

Τα όστρακα είναι οι προσευχές που συναντά ο νους, οι θεωρίες, η θεία γνώση, η σοφία, η πνευματική χαρά. 6. Στις περισσότερες καταδύσεις τους, οι δύτες βρίσκουν απλώς και μόνον κοινά όστρακα, και μόνον πολύ σπανίως μπορεί να βρουν μέσα στο όστρακο ένα μαργαριτάρι.

Η εμπειρία τους μοιάζει με την δική μας εμπειρία στο επάγγελμα της προσευχής, γιατί μόνον μία από τις τόσες προσευχές μας θα κρύβει μέσα της την παρηγοριά για τους κόπους μας. 7. Οι επιδέξιοι δύτες, που έχουν δύναμη μεγάλη αλλά και την εμπειρία της ηλικίας και μακρά άσκηση σ’ αυτήν την εργασία, γνωρίζουν πως πρέπει να κινηθούν ώστε να καταδυθούν ως τα βάθη της θάλασσας, εκεί όπου μπορεί να βρουν υπέροχα, ασύγκριτα, βαρύτιμα μαργαριτάρια.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την δύναμη του νου, όταν την ώρα της προσευχής κολυμπά σε βάθη που δεν είναι σ’ όλους προσιτά. 8. Εμείς οι αδύναμοι, που κολυμπάμε κοντά στην ξηρά, βγάζουμε μόνον μικρά μαργαριτάρια, αν βεβαίως το κατορθώσουμε.

Μπορεί να το επιτύχουμε όταν καταδυόμαστε πολλές φορές στην σειρά γεμάτοι αδημονία, κρατώντας την αναπνοή μας, δηλαδή τους λογισμούς του κόσμου τούτου, κατά την προσευχή και την ακολουθία μας.

Το μαργαριτάρι είναι μια μικρή παύση των δακρύων. 9. Το μαργαριτάρι είναι μια αίσθηση θερμή, γεννημένη από την Χάρη του Θεού που έρχεται και μας σκεπάζει, την Χάρη αυτήν που θα μας δώσει την άφεση των αμαρτιών.

Είναι ένας ζήλος γλυκός και ειρηνικός, χαρά και αίσθηση ανέλπιστης ελαφρότητας.

Άλλοτε πάλι, είναι μια θεωρία της μέριμνας του Θεού και του ελέους Του για μας, που επαληθεύει ως μαρτυρία την πίστη μας και την σταθερή μας ελπίδα. 10. Ποιος απ’ όσους ζουν μέσα στην ησυχία δεν βίωσε κάποτε όλες αυτές τις καταστάσεις, την κάθε μια στην κατάλληλη ώρα; Μπορεί μήπως να το αρνηθεί, ή να πει πως εξαπατήθηκε από την Χάρη του Θεού που τον συντροφεύει; 11. Εάν όμως κυριευθούμε, νήπιοι ακόμη, από τον πόθο να δούμε τα πλούτη που αλίευαν κι ακόμη αλιεύουν οι τελειωθέντες Πατέρες μας, και ορμήσουμε στα μεγάλα βάθη της θάλασσας όπου κολύμπησαν αυτοί, θα πνιγούμε. 12. Και αν πάλι αποσυρθούμε από τους κόπους και τα βάσανα της θάλασσας, επειδή τα δικά μας μαργαριτάρια μας φαίνονται εύκολα αποκτημένα και μικρά σε σύγκριση με αυτά των Πατέρων, και χάσουμε εντελώς τον ζήλο μας, δεν θα διδαχθούμε ποτέ το κολύμπι της προσευχής.

Κι ούτε θα αποκτήσουμε ποτέ την δεξιοσύνη της διάνοιας και την πνευματική σοφία, ούτε θα μπορέσουμε να καταδυθούμε στα μεγάλα βάθη όπου κρύβονται τα μεγάλα πλούτη.

Και ίσως να μην μας δοθεί ούτε καν ο επιούσιος άρτος για την συντήρηση της σύντομης ζωής μας, και να καταλήξουμε άποροι, σε κατάσταση μόνιμης ένδειας.

Το χέρι του Κυρίου, που δίδαξε στους Πατέρες μας το πνευματικό κολύμπι του νου και την εμπιστοσύνη σ’ αυτήν την γεμάτη πλούτη θαλασσοπορία, είναι αρκετά μεγάλο για να δώσει και σε εμάς, την ώρα που Αυτός γνωρίζει, δυνατά χέρια που θα αντέξουν να διασχίσουν τα κύματα της φοβερής θάλασσας και να φθάσουν στα μέρη εκείνα, από όπου έφεραν οι Πατέρες τους πνευματικούς θησαυρούς.

Απόσπασμα από το βιβλίο, Ισαάκ του Σύρου, «Ασκητικά», τόμος Β3, Λόγοι ΙΒ’-ΜΑ’, των εκδόσεων Θεσβίτης. Μετάφραση από τα Συριακά Νέστωρ Καββαδάς.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences