«Μαμά… ο μπαμπάς είναι;» Το είπε ο μικρός μου γιος από το χωλ, με εκείνη τη φωνή που δεν είναι ούτε χαρούμενη ούτε φοβισμένη, μόνο κομμένη στα δύο. Σκούπιζα τα χέρια μου στην πετσέτα της κουζίνας...
«Μαμά… ο μπαμπάς είναι;» Το είπε ο μικρός μου γιος από το χωλ, με εκείνη τη φωνή που δεν είναι ούτε χαρούμενη ούτε φοβισμένη, μόνο κομμένη στα δύο.
Σκούπιζα τα χέρια μου στην πετσέτα της κουζίνας όταν τον είδα από το ματάκι. Ο Στέλιος.
Με το ίδιο μπουφάν σχεδόν, λίγο πιο αδύνατος, λίγο πιο γερασμένος, και με ένα σακίδιο στον ώμο λες και γύριζε από διήμερη εκδρομή κι όχι από τρία χρόνια εξαφάνισης.
Άνοιξα την πόρτα και το πρώτο που μου βγήκε δεν ήταν ούτε κλάμα ούτε φωνή. «Τι θες εδώ;» Με κοίταξε σαν να περίμενε κάτι πιο ήπιο. «Να μιλήσουμε, Ελένη.» Πίσω μου πετάχτηκε η Μαρία.
Δεκαεπτά πια. «Τώρα θυμήθηκες ότι έχουμε σπίτι;» Ο Πέτρος, ο μεσαίος, έμεινε καρφωμένος στον καναπέ.
Δεν σηκώθηκε καν.
Αυτό πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα.
Όταν έφυγε ο πατέρας του ήταν έντεκα και τον λάτρευε.
Τώρα τον κοιτούσε σαν ξένο.
Τρία χρόνια πριν, ο Στέλιος είχε φύγει ένα πρωί αφήνοντας ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι. «Δεν αντέχω άλλο.
Πρέπει να βρω τον εαυτό μου». Αυτή ήταν η μεγάλη του αλήθεια.
Κι εγώ έμεινα με τρία παιδιά, δόση στεγαστικού, απλήρωτο ρεύμα για δύο μήνες και μια πεθερά που στην αρχή μου έλεγε «κάτι θα του έκανες κι εσύ». Δούλεψα όπου βρήκα.
Καθαρισμοί σε πολυκατοικίες το πρωί, ταμείο σε φούρνο τα απογεύματα, και το βράδυ να γυρνάω σπίτι να βοηθάω τη Μαρία με τα αρχαία και τον Πέτρο με τα μαθηματικά.
Ο μικρός, ο Γιάννης, κοιμόταν πολλές φορές στον καναπέ περιμένοντάς με. Θυμάμαι να του βγάζω τα παπούτσια αθόρυβα και να κλαίω στο μπάνιο για να μη με ακούσουν.
Κι εκείνος; Κάπου σε νησιά, σε δουλειές του ποδαριού, σε παρέες, σε «ανάσες». Το έμαθα από κοινούς γνωστούς.
Όχι από τον ίδιο.
Από τον ίδιο ούτε ένα τηλέφωνο στα γενέθλια των παιδιών.
Μόνο μια φορά, μετά από ενάμιση χρόνο, ένα μήνυμα: «Είμαι καλά.
Θέλω χρόνο». Ήθελε χρόνο.
Λες και ο χρόνος ήταν δικός του μόνο.
Εκείνο το βράδυ δεν τον έβαλα μέσα αμέσως.
Στεκόμασταν στην πόρτα σαν σε κακή σκηνή από σειρά. «Δεν μπορείς να έρχεσαι έτσι απλά», του είπα. «Το ξέρω.» «Όχι, δεν το ξέρεις.
Αν το ήξερες, δεν θα έφευγες.» Η αδελφή μου η Κατερίνα ήρθε μετά από λίγο, επειδή την είχα πάρει τρέμοντας.
Με τράβηξε στην κουζίνα. «Σκέψου τα παιδιά», μου ψιθύρισε. «Όσο κι αν σε πονάει, είναι ο πατέρας τους.» Γύρισα και τη κοίταξα έξαλλη. «Και όταν είχα 39 πυρετό και σηκωνόμουν να βάλω πλυντήριο, πού ήταν ο πατέρας τους; Όταν ο Πέτρος χρειαζόταν σιδεράκια κι έκανα δανεικά;» Η Κατερίνα χαμήλωσε τα μάτια. «Δεν λέω ότι έχει δίκιο.
Λέω ότι αν υπάρχει έστω μια πιθανότητα…» Αυτή η “πιθανότητα” με τσάκισε πιο πολύ κι από την οργή μου.
Γιατί υπήρχε.
Όσο κι αν ντρεπόμουν να το παραδεχτώ, ένα κομμάτι μου ήθελε να ακούσει γιατί γύρισε.
Όχι για να τον δικαιολογήσω.
Για να καταλάβω αν ήμουν απλώς το λιμάνι του όταν κουράστηκε να παριστάνει τον ελεύθερο.
Τον άφησα να μπει.
Το πρώτο βράδυ κανείς δεν έφαγε κανονικά. Η Μαρία σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους