[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Πες μου ότι αυτά τα τετρακόσια ευρώ δεν πήγαν πάλι στη Δήμητρα». Ο Νίκος έμεινε όρθιος δίπλα στο ψυγείο, με το τάπερ στο χέρι. Εγώ κρατούσα το κινητό του. Είχε ανάψει πάνω στο τραπέζι: «Μπήκαν, σ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Πες μου ότι αυτά τα τετρακόσια ευρώ δεν πήγαν πάλι στη Δήμητρα». Ο Νίκος έμεινε όρθιος δίπλα στο ψυγείο, με το τάπερ στο χέρι.

Εγώ κρατούσα το κινητό του.

Είχε ανάψει πάνω στο τραπέζι: «Μπήκαν, σ’ ευχαριστώ.

Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα». Στο διπλανό δωμάτιο, η κόρη μας διάβαζε ορθογραφία.

Χαμήλωσα τη φωνή τόσο, που με πόνεσε ο λαιμός μου. «Πόσες φορές;» «Ελένη, άσε με να σου εξηγήσω». «Πόσες;» Άφησε το τάπερ στον πάγκο.

Δεν με κοίταξε. «Από τον Οκτώβριο». Ήταν Μάρτιος.

Μπήκα στον κοινό μας λογαριασμό.

Μέχρι τότε κοιτούσα το υπόλοιπο, πλήρωνα ό,τι έληγε και έκλεινα την εφαρμογή.

Εκείνος διαχειριζόταν τις μεταφορές.

Έλεγε πως εγώ είχα αρκετά στο κεφάλι μου.

Διακόσια πενήντα. Τριακόσια.

Εκατόν ογδόντα.

Κάποιες αναλήψεις που, όπως παραδέχτηκε μετά, της τις έδινε μετρητά.

Σύνολο δύο χιλιάδες τριακόσια σαράντα ευρώ.

Την προηγούμενη εβδομάδα είχα ακυρώσει το ραντεβού της μικρής στον ορθοδοντικό. «Να μπει πρώτα ο μισθός», της είχα πει.

Και εκείνος, μπροστά, είχε συμφωνήσει.

Αυτό ήταν που με διέλυσε.

Όχι μόνο τα λεφτά.

Το ότι με άφηνε να ντρέπομαι μόνη μου.

Δούλευα σε φούρνο, έξι μέρες την εβδομάδα. Ο Νίκος ήταν τεχνικός σε συνεργείο.

Με νοίκι, ρεύμα, βενζίνη και σούπερ μάρκετ, τελειώναμε κάθε μήνα με υπολογισμούς πάνω σε φακέλους λογαριασμών.

Είχαμε σταματήσει ακόμα και τους καφέδες έξω. «Η Δήμητρα κινδύνευε να μην μπορεί να πληρώσει το νοίκι της», είπε. «Κι εμείς τι νομίζεις ότι κάνουμε; Διακοπές;» Η Δήμητρα ήταν η πρώην γυναίκα του.

Είχαν χωρίσει εννιά χρόνια πριν.

Παιδιά δεν είχαν.

Ήξερα ότι μιλούσαν καμιά φορά, κυρίως στις γιορτές.

Δεν είχα ψάξει ποτέ κινητό του.

Δεν ένιωθα πως χρειαζόταν.

Εκείνο το βράδυ έμαθα και για ένα παλιό δάνειο στο όνομά της.

Το είχαν πάρει όταν ήταν παντρεμένοι, για ένα μικρό μαγαζί που έκλεισε.

Εκείνος έλεγε ότι είχε βάλει ό,τι μπορούσε τότε.

Εκείνη του θύμιζε πως το χαρτί είχε τη δική της υπογραφή. «Ένιωθα ότι την άφησα με τα σπασμένα», μου είπε. «Και αποφάσισες να τα φορτωθούμε εγώ και το παιδί χωρίς να το ξέρουμε;» «Αν σ’ το έλεγα, θα γινόταν χαμός». Έβγαλα ένα γέλιο που ούτε δικό μου δεν ακουγόταν. «Οπότε μου στέρησες και το δικαίωμα να θυμώσω εγκαίρως». Κοιμήθηκε στον καναπέ. Εγώ δεν κοιμήθηκα καθόλου. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences