Γεννιέσαι μεταπολεμικά σε έναν ξένο και αφιλόξενο τόπο, γιος μεταναστών από χώρα πάμπτωχη. Μεγαλώνεις με στερήσεις και θυσίες, σκληραίνεις το δέρμα σου στους δρόμους, βιώνεις τις διακρίσεις στο πετσί...
Γεννιέσαι μεταπολεμικά σε έναν ξένο και αφιλόξενο τόπο, γιος μεταναστών από χώρα πάμπτωχη.
Μεγαλώνεις με στερήσεις και θυσίες, σκληραίνεις το δέρμα σου στους δρόμους, βιώνεις τις διακρίσεις στο πετσί σου, καταλαβαίνεις τι εστί απόκληρος και αποσυνάγωγος.
Από κάποιο καπρίτσιο της τύχης, ανακαλύπτεις ότι έχεις ταλέντο στον αθλητισμό, σου έδωσαν οι θεοί κορμί γερό δυο μέτρα μπόι, οπότε καβαλάς ένα αεροπλάνο, επιστρέφεις στην πατρίδα των γονιών σου, υιοθετείς ξανά το πατρικό επώνυμο, αφήνεις τη μιζέρια πίσω σου.
Και τι καταλαβαίνεις από όλα αυτά; Καταλαβαίνεις ότι «πατριωτισμός» είναι ο εγκληματικός εθνικισμός.
Και δανείζεις την όποια αίγλη του όνοματός σου σε φονιάδες, σε τραμπούκους, σε μαχαιροβγάλτες, στους τρομοκράτες της κοινωνίας.
Στους αληταράδες που κυνηγάνε ανυπεράσπιστους μετανάστες, ίδιους κι απαράλλαχτους με αυτό που ήσουν εσύ στα νιάτα σου.
Στην αρχή νόμιζες ότι δεν είναι κακοποιοί αλλά πατριώτες, οπότε σου προσφέραμε το άλλοθι της αγαθοσύνης, εμείς που σε γνωρίζουμε και κατά βάθος σε θεωρούμε καλό παιδί.
Αλλά τώρα δεν είμαστε πια στην αρχή. «Εάν καταδικαστούν για όλα αυτά που τους αποδίδονται, δεν θα τους ξαναπλησιάσω», υποσχέθηκες. Καταδικάστηκαν.
Πήγαν φυλακή.
Αποδείχθηκαν εγκληματική οργάνωση.
Εξοστρακίστηκαν στο περιθώριο της κοινωνίας.
Ώσπου, πέρασαν τα χρόνια και βγήκαν από τα κελιά.
Εσύ, που «δεν ήξερες», ήσουν από τους πρώτους που ξανάστρωσαν το γκρίζο χαλί και έβαλαν πλυντήριο για να ξεπλύνουν τα εγκλήματα.
Σαν να μην έφτανε αυτό, προσφέρθηκες να προλογίσεις την ομιλία του φυλακόβιου, μόλις αυτός ξεχύθηκε ανανεωμένος στα χαρακώματα για να συσπειρώσει τους λεβέντες με τις σβάστικες.
Το είδες κι εσύ ότι έχει τατουάζ στα χέρια του ναζιστικό «μαίανδρο», αλλά τον πέρασες για ελληνική σημαία.
Το ξέρεις καλά ότι μισεί τους σκούρους και τους Εβραίους αλλά ξέχασες ότι Εβραία ήταν και η μάνα που σε γέννησε, μαύροι και Λατίνοι οι καλύτεροι φίλοι σου στην Αμερική.
Η ξανθιά κόμη σου ανέμισε στο βήμα και το όνομά σου μπορεί μεθαύριο να «κοσμήσει» ξανά κάποιο φαιόχρουν ψηφοδέλτιο.
Δεν θα είναι δα η πρώτη φορά.
Σε λένε Στυλιανό Γιατζόγλου, για τους ελάχιστους πια φίλους «Στηβ». Στο Νιου Γιορκ Σίτι σε έλεγαν Γιανγκ, αλλά δεν είσαι πλέον νέος.
Δεν ξέρω τι είδους υστεροφημία ονειρευόσουν και τι ψυχή θα παραδώσεις, αλλά στα 77 σου χρόνια έκανες το μπάσκετ να ντρέπεται για σένα. «Δεν χτυπάει πια το τηλέφωνό μου», παραπονέθηκες.
Όταν χτυπάει, σου λένε καλημέρα με προφορά όχι μπρούκλικη, σαν τη δική σου, αλλά γερμανική όπως τα ελληνικά που μιλούσαν οι ταγματασφαλίτες.
Αυτοί που σε αποθεώνουν τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν όταν η ελληνική κοινωνία έξυσε τον πάτο του βαρελιού.
Από εκεί ξεπήδησε ο απόγονος των δωσίλογων Κασιδιαραίων του Πειραιά, από εκεί και οι ακόλουθοί του.
Την επόμενη φορά που θα βρεθείς σε συγκέντρωση παλαιμάχων αθλητών του Ολυμπιακού, παλιέ μου φίλε Στυλιανέ, ρώτα να μάθεις για τον Νίκο Γόδα.
Εάν παρ’ ελπίδα η θυσία του σε αγγίξει, να ξέρεις ότι οι πρόγονοι του κατάδικου αυλάρχη τον οποίο προλόγισες ήταν ανάμεσα σε κείνους που τον κατέδωσαν στο Μπλόκο της Κοκκινιάς.
Εσύ γεννήθηκες πέντε χρόνια αργότερα και πρωτοήλθες στην Ελλάδα όταν είχαμε χούντα, το 1972.
Ούτε τα τανκς του Πολυτεχνείου πρόσεξες ούτε τίποτε.
Ήσουν απασχολημένος με το μπάσκετ, σαν εκείνο τον μεγαλόσχημο παπά που είχε αφοσιωθεί στις σπουδές του και δεν κατάλαβε ότι είχαμε δικτατορία.
Εάν τα ερωτευμένα 19χρονα του Tik Tok μπορούν να προφασιστούν ότι δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται, εσύ δεν δικαιολογείσαι να θαυμάζεις τα μούσκουλα και τα πιστόλια. Ο Σαχζάτ Λουκμάν, που δολοφονήθηκε από Χρυσαυγίτες στους δρόμους της Αθήνας, ήσουν κάποτε εσύ. @Nikos Papadogiannis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους