Παρακάτω βρίσκεται το κείμενο της εισήγησης της συλλογικότητάς μας για την ενημερωτική εκδήλωση σχετικά με την εξέγερση στη Γαλλία, που πραγμαποιήθηκε στις 3/11/26, στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι άνω...
Παρακάτω βρίσκεται το κείμενο της εισήγησης της συλλογικότητάς μας για την ενημερωτική εκδήλωση σχετικά με την εξέγερση στη Γαλλία, που πραγμαποιήθηκε στις 3/11/26, στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι άνω κάτω πατησίων, με τη συμμετοχή συντρόφων από την Τουλούζη. * Ένα «φάντασμα» πλανιέται πάνω από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις, καθώς η Γαλλία φλέγεται για άλλη μια φορά.
Η «νέα σεζόν» της ταξικής πάλης στην Γαλλία ξεκίνησε με την έκρηξη του μαθητικού κινήματος ενάντια στην απαξίωση, την αναδιάρθρωση και την πειθάρχηση της δημόσιας εκπαίδευσης.
Αφετηρία της ήταν κυρίως οι νεαροί εργάτες και εργάτριες από τα τεχνικά λύκεια των λαϊκών προαστίων (banlieues), ενώ στη συνέχεια εξαπλώθηκε και στα υπόλοιπα σχολεία και στις σχολές.
Η ακροκεντρώα, τεχνοκρατική κυβέρνηση του Μακρόν απάντησε στις νεολαιίστικες ταραχές εξαπολύοντας ένα πρωτοφανές κύμα αστυνομικής καταστολής, το οποίο στις 17/10 κατέβασε στους δρόμους και τα υπόλοιπα κομμάτια της αγωνιζόμενης τάξης («Κίτρινα Γιλέκα» και συνδικάτα). Εκείνη τη μέρα, για λίγες ώρες, τα CRS ηττήθηκαν στους δρόμους, ενώ σε πολλές περιοχές σημειώθηκαν καταστροφές καπιταλιστικών επιχειρήσεων και απαλλοτριώσεις εμπορευμάτων.
Για να μιλήσουμε, όμως, για την εορταστική συνάντηση και εξεγερσιακή κορύφωση της 17ης Οκτωβρίου, χρειάζεται να κάνουμε ένα flashback στην τελευταία δεκαετία των ταξικών αγώνων στη Γαλλία.
Την άνοιξη του 2016 ξέσπασε το οριζόντιο κίνημα «Nuit debout» («Όρθια Νύχτα») ενάντια στον νόμο επισφαλειοποίησης της εργασίας «Loi travail», αμφισβητώντας την παραδοσιακή κομματική και συνδικαλιστική ηγεσία μέσα από καταληψιακές συνελεύσεις στις πλατείες.
Παρά την ψήφιση του νόμου, η λαϊκή αγανάκτηση απέναντι στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση και την αδυναμία κοινωνικής αναπαραγωγής ξέσπασε δύο χρόνια αργότερα, με το εξίσου αδιαμεσολάβητο κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων». Με αφετηρία την αύξηση της βενζίνης και τα μπλόκα στους κυκλικούς κόμβους, τα «Κίτρινα Γιλέκα» επιχείρησαν να καταλάβουν τα μητροπολιτικά κέντρα, υιοθετώντας τακτικές «Black Bloc», για να δεχτούν ένα όργιο καταστολής, τραυματισμών και συλλήψεων από την κυβέρνηση Μακρόν, η οποία τελικά τα απομόνωσε –με τη συνδρομή και της στρατιωτικής διαχείρισης της πανδημίας. «Στοιχειωμένη» από την προηγηθείσα καταστολή, η εργατική τάξη κατέφυγε το 2023 στις ασφαλέστερες συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις για το συνταξιοδοτικό, οι οποίες πήραν γιγαντιαίες διαστάσεις (αντίστοιχες με τις διαδηλώσεις για τα Τέμπη). Ο Μακρόν κατέδειξε ότι η καπιταλιστική αναδιάρθρωση προχωρά πλέον ανεξάρτητα από τη μαζικοποίηση της ταξικής πάλης, ενεργοποιώντας τις έκτακτες αρμοδιότητες του άρθρου 49.3 του Συντάγματος.
Την ίδια στιγμή, τα CRS ανέλαβαν τη δολοφονική καταστολή του πιο μαχητικού κομματιού σε περιβαλλοντική διαδήλωση στη Σεντ-Σολίν, όπου ένας σύντροφος παραλίγο να χάσει τη ζωή του.
Η ταξική απάντηση της «παγιδευμένης άγριας γάτας» ήρθε λίγους μήνες μετά από το νεανικό προλεταριάτο των φυλετικοποιημένων banlieues, που εξεγέρθηκε ενάντια σε άλλη μια κρατική δολοφονία ενός «αποβράσματος». Οι ταραχές για τη δολοφονία του Ναέλ, με χιλιάδες επιθέσεις και λεηλασίες, διήρκεσαν λίγες φλεγόμενες μέρες και έσβησαν απομονωμένες εξαιτίας του διάχυτου ρατσισμού της γαλλικής κοινωνίας.
Αυτή η απομόνωση του πιο αποκλεισμένου από τα αποικιοκρατικά φυλετικά προνόμια της λευκής Γαλλίας, εξεγερμένου κομματιού της τάξης μας, θεωρούμε ότι έσπασε εν μέρει στις 17/10/2026. «Πυριτιδοποιείο» της τρέχουσας προλεταριακής έκρηξης ήταν τα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης «Parcoursup» και «MonMaster» για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Το μαθητικό και φοιτητικό κίνημα κατήγγειλε τον κοινωνικό ρατσισμό που κρύβεται πίσω από την «αντικειμενικότητα» των αλγορίθμων, οι οποίοι ανέλαβαν το φιλτράρισμα των κομματιών της εργατικής τάξης που θα λάβουν το ολοένα και πιο συρρικνωμένο μερίδιο των προνοιακών παροχών που συνοδεύουν την ταχέως υποστελεχωμένη δημόσια εκπαίδευση.
Η «Gen Z» εξεγείρεται με μπλοκαρίσματα, διαδηλώσεις και σαμποτάζ προτάσσοντας τις κοινωνικές ανάγκες αναπαραγωγής της απέναντι σε ένα καπιταλιστικό no future, που διαμορφώνεται από τη διπλή «τανάλια» της πολεμικής οικονομίας και της ταυτόχρονης απαξίωσης του εργατικού δυναμικού που περισσεύει από την αυτοματοποίηση της αγοράς, την οποία επιταχύνει η αναδιάρθρωση μέσω της ΑΙ. Η «τάξη καθ’ εαυτή», που αποτελείται σε συντριπτικό βαθμό από τα εγγόνια των αποικιοκρατούμενων (Αλγερινών, Βορειοαφρικανών και Αράβων) εργατών που έχτισαν το γαλλικό κράτος πρόνοιας και παρακολουθούσαν σε ζωντανή μετάδοση τη γενοκτονία στην Γάζα, σήκωσε (αντι)πολεμικό κεφάλι στους ίδιους δρόμους, την ίδια μέρα που, πριν 65 χρόνια, η «πολιτισμένη» Γαλλία είχε πνίξει στον Σηκουάνα τους διαδηλωτές προγόνους της.
Αυτή την φορά, όμως, δεν ήταν απομονωμένη στα banlieues, αλλά βρέθηκε στο μαχητικό επίκεντρο μιας ευρύτερης ταξικής συμμαχίας, που ύψωσε μαζικό οδόφραγμα στη δολοφονική καταστολή και στον επιταχυνόμενο εκφασισμό και στρατιωτικοποίηση του γαλλικού αστικού κράτους.
Όπως κάθε εξέγερση που αφήνει το σημάδι της, έτσι κι αυτή βρήκε τις δικές της μορφές και τακτικές.
Όπως οι εργάτες στους πρώτους μήνες των Κίτρινων Γιλέκων, έτσι και οι μαθητές μίλησαν απευθείας, χωρίς να περάσουν από εκπροσώπους και συνδικάτα. Η Αριστερά προσπάθησε, από την αρχή, να εντάξει αυτό το κίνημα σε μορφές αγώνα που μπορεί να ελέγξει και από τις οποίες μπορεί να αντλήσει πολιτικό κεφάλαιο.
Στις 17 Οκτώβρη φάνηκε ξεκάθαρα η τάση μιας προλεταριακής νεολαίας που αναγνώρισε ότι δεν θα φτάσει ποτέ ούτε τις (άθλιες) συνθήκες ζωής των γονιών της και επιτέθηκε στους θεσμούς και στο ίδιο το εμπόρευμα.
Από την άλλη, υπάρχουν εκείνοι που επιμένουν να ζητούν μεταρρυθμίσεις, σε μια εποχή που το κεφάλαιο δεν μπαίνει πια στον κόπο να παραχωρήσει ούτε λίγα ψίχουλα.
Ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις, η Αριστερά φαίνεται να έχει κάνει την επιλογή της.
Πάντως, στις 6 Οκτώβρη, όταν ακτιβιστές, συνδικαλιστές, καθηγητές και άλλοι υπεύθυνοι ενήλικες θέλησαν να περιφρουρήσουν την πορεία μπαίνοντας ανάμεσα στους μαθητές και στα ΜΑΤ, οι μαθητές προσπέρασαν τους αυτόκλητους προστάτες τους και επιτέθηκαν στους μπάτσους.
Τα lootings δεν ήταν η έσχατη λύση για να κερδηθεί κάτι, αλλά έκφραση της συνείδησης ότι τίποτα δεν μπορεί πια να αποσπαστεί από ένα εξαντλημένο κράτος.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες συνελήφθησαν πάνω από 12.000 άτομα, ενώ καταγράφηκαν εκατοντάδες ακρωτηριασμοί και κατάγματα από χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, δακρυγόνα και εκτοξευτές LBD.
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι τίποτα από αυτά δεν ήταν αστοχία, ενώ οι ίδιες οι αρχές δήλωσαν ότι δεν υπήρχε καμία εντολή αυτοσυγκράτησης.
Αυτές οι μέθοδοι, άλλωστε, εφαρμόζονταν ήδη στις αποικίες και στα προάστια, που έχουν χρησιμοποιηθεί ως εργαστήρια καταστολής.
Οι σκηνές με τους γονατισμένους μαθητές, με τα χέρια στο κεφάλι, την εποχή των Κίτρινων Γιλέκων, ήταν από τις στιγμές που κατέστη σαφές ότι εφαρμόζεται μια πολιτική του τραύματος, η οποία φαίνεται πλέον να μετατρέπεται σε βασικό δόγμα της καταστολής.
Οι ίδιοι οι μαθητές συμπύκνωσαν το παραπάνω σε ένα λογοπαίγνιο: «Ζητούσαμε να δώσουμε το BAC και μας έστειλαν τη BAC», αφού BAC ονομάζονται τόσο οι απολυτήριες εξετάσεις όσο και η ειδική αντιτρομοκρατική μονάδα της αστυνομίας.
Συγχρόνως, το γαλλικό κράτος επιτέθηκε στον εξεγερμένο μαθητικό πληθυσμό με ένα νέο νομοσχέδιο, το οποίο καθιστά ένοχο όποιον μαθητή απλώς ανήκει σε μια «ομάδα» που προκάλεσε ζημιές, φορτώνοντας στους γονείς του τις αποζημιώσεις και επιτρέποντας την παρακράτησή τους από τυχόν επιδόματα.
Με αυτόν τον τρόπο, χτυπάει την ταξική σύνθεση του κινήματος και μεταθέτει την διαδικασία πειθάρχησης στην ίδια την οικογένεια.
Με λίγα λόγια, το γαλλικό κράτος τρέμει και πρέπει να τρομοκρατήσει, με στόχο να σπάσει ένα νέο μαζικό υποκείμενο που αρχίζει να συγκροτείται.
Αυτή τη φορά, βέβαια, παρά την κλιμάκωση της καταστολής, 60.000 αστυνομικοί ηττήθηκαν, ανίκανοι να ελέγξουν ταυτόχρονα τις πορείες, τα κέντρα εξουσίας και εκατοντάδες ομάδες που δρούσαν σε πολλαπλά σημεία των πόλεων.
Αμέτρητα ξεκαρδιστικά βίντεο μετέδωσαν τη ζωτικότητα ενός κινήματος που όρμησε πάνω σε ό,τι μας τραυματίζει και έσπειρε παντού γύρω του τη χαρά, τη δημιουργικότητα και το παιχνίδι.
Έως τώρα, οι αγώνες των προαστίων έμεναν συνήθως διαχωρισμένοι από εκείνους στα κέντρα.
Το 2006, οι εξεγέρσεις στα προάστια και ο φοιτητικός αγώνας ενάντια στο CPE εξελίχθηκαν χωρίς κανένα σημείο επαφής μεταξύ τους, ενώ το 2023 η εξέγερση για τη δολοφονία του Ναέλ παρέμεινε απομονωμένη στα προάστια.
Αυτή τη φορά, όμως, το κίνημα που ξεκίνησε και πάλι από τα παιδιά των φυλετικοποίημενων προαστίων και των τεχνικών λυκείων, κατάφερε να σπάσει αυτό το φράγμα και να μεταφέρει την οργή του στα αστικά κέντρα.
Απέναντι σε αυτή την κατάρρευση των φυλετικών και αστικών κατηγοριοποιήσεων, η εξουσία φυσικά επέλεξε έναν καθαρά φυλετικό λόγο για να ενοχοποιησει το κίνημα.
Η αστυνομική κοινωνιολογία επιστράτευσε τα στατιστικά των δικαστηρίων, που “αποδείκνυαν” την φυλετική ταυτότητα της παραβατικότητας, ενώ συγχρόνως η ακροδεξιά και τα μίντια αγωνιούσαν να διαχωρίσουν τα καλά παιδιά του κινήματος από τη βίαιη νεολαία των προαστίων.
Η ακροδεξιά μιλούσε για «επόμενο στάδιο της αυτοάμυνας», ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης προειδοποιούσε ότι, αν οι ποινές δεν ήταν σκληρές, οι καταστηματάρχες θα απέδιδαν μόνοι τους δικαιοσύνη.
Στις 23 Οκτώβρη, στην Τραπ, ένας ένοπλος φασίστας σκότωσε τον Πένγκο Μπόσιο Ουάνγκι.
Στη συγκέντρωση μνήμης, ένα πλακάτ το έλεγε απλά: «Εσείς στοχοποιείτε, αυτοί σκοτώνουν». Ευτυχώς, όμως, αυτή τη φορά δεν υπήρξε χώρος για την ακροδεξιά στους δρόμους.
Αντιμέτωπη με την ένταση της σύγκρουσης και τη φυλετική σύνθεση του κινήματος, επέλεξε αμέσως το στρατόπεδο της τάξης.
Η εξέγερση στη Γαλλία μάς αφορά άμεσα, καθώς εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή κυκλοφορία αγώνων, εμπειριών και εξεγερσιακών πρακτικών.
Από την Ιταλία και την Ισπανία μέχρι την Αλβανία, την Ινδία και την Αργεντινή, βλέπουμε διαφορετικές μορφές κοινωνικής αντίστασης να ξεσπούν, να συναντιούνται και να αμφισβητούν –με αντιφάσεις και όρια εντός τους– την καπιταλιστική κανονικότητα.
Αυτή η δυναμική δεν έχει βρει μέχρι στιγμής αντίστοιχη έκφραση στην Ελλάδα.
Η ήττα του προηγούμενου κύκλου αγώνων, με σημείο καμπής το 2015 και την αντιεξεγερτική ενσωμάτωσή του από τον ΣΥΡΙΖΑ, άφησε πίσω της μια κοινωνικά διάχυτη απογοήτευση και ενίσχυσε την αίσθηση ότι κάθε απόπειρα ρήξης είναι μάταιη.
Παράλληλα, η ολοένα εντεινόμενη καταστολή και η ποινικοποίηση των αντιστάσεων από το κράτος, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της εργασίας, λειτουργούν ως μηχανισμοί εξουθένωσης, απομόνωσης και αποθάρρυνσης των αγωνιζόμενων κομματιών της κοινωνίας.
Παρ’ όλα αυτά, η κοινωνική οργή εξακολουθεί να συσσωρεύεται.
Η μαζική κινητοποίηση γύρω από το έγκλημα των Τεμπών τον Φεβρουάριο του 2025 ανέδειξε το βάθος της κοινωνικής αγανάκτησης, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει τη μετεξέλιξή της σε μια ευρύτερη αμφισβήτηση με σταθερή αγωνιστική προοπτική.
Την ίδια στιγμή, οι εντάσεις και οι αναταραχές σε υποβαθμισμένα σχολεία και σχολικά συγκροτήματα συνδέονται με την κρατική εγκληματοποίηση και την αστυνομική διαχείριση της νεολαίας των φτωχότερων γειτονιών.
Ωστόσο, η δυναμική αυτή συναντά σημαντικά εμπόδια στην έκφρασή της: αφενός, την οργανωτική κυριαρχία του ΚΚΕ στο μαθητικό και το φοιτητικό κίνημα και, αφετέρου, την αποστείρωση των πανεπιστημίων μέσα από τις διαδοχικές αναδιαρθρώσεις τους.
Στο τελευταίο έχουν συμβάλει τόσο η περίοδος της πανδημίας όσο και η εντεινόμενη καταστολή, πλήττοντας τα αυτοοργανωμένα στέκια και τους ζωντανούς ριζοσπαστικούς συλλογικούς χώρους.
Αν έχει να μας δείξει κάτι η 17η Οκτωβρίου, είναι ότι οι εξεγέρσεις μπορούν να προκύψουν μέσα από τη συνάντηση αγώνων που νωρίτερα έμοιαζαν ασύνδετοι.
Η δυνατότητα αυτών των συναντήσεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια συγκυρία κατά την οποία οι κρίσεις και οι διαδικασίες καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης εκδηλώνονται σε πλανητική κλίμακα.
Η πανδημία αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό αυτής της ιστορικής μετάβασης, επιταχύνοντας μετασχηματισμούς στην εργασία, την κοινωνική αναπαραγωγή και την διακυβέρνηση, ενώ οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και οι κρατικές πολιτικές καταστολής και πειθάρχησης διαμορφώνουν όλο και πιο ασφυκτικούς όρους ζωής.
Παράλληλα, όμως, και οι αντιστάσεις αποκτούν διεθνή διάσταση· από τις κοινωνικές συγκρούσεις και εξεγέρσεις μέχρι τα διεθνή αντιπολεμικά δίκτυα, αναδύονται σχέσεις και κινήματα που υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα.
Μέσα στην τρέχουσα συγκυρία, η κυκλοφορία και η διεθνιστική σύνδεση των αγώνων συνιστούν αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση των συλλογικών μας αντιστάσεων και διεκδικήσεων.
Το ζητούμενο, σαφώς, δεν είναι να αντιγράψουμε τις μορφές και τις πρακτικές ενός αγώνα, αλλά να κυκλοφορήσουμε τις εμπειρίες του, να ανταλλάξουμε σκεπτικά και να αναζητήσουμε τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να μετασχηματιστούν στις δικές μας συνθήκες.
Στον ελληνικό ζόφο που επιχειρεί να εμφανίζεται ως αδιαπέραστος, κάθε εξεγερτικό γεγονός που ξεφεύγει από τα όρια της διαμαρτυρίας και συναντά άλλα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας μάς υπενθυμίζει ότι η κοινωνική κανονικότητα δεν είναι αμετάβλητη.
Η εξέγερση στη Γαλλία δεν αποτελεί μια μακρινή εικόνα αλλά μια εμπειρία που μας αφορά, μας θέτει ερωτήματα και μας καλεί να αναζητήσουμε τους τρόπους και τους όρους συγκρότησης των δικών μας αγώνων.
Η αυτοπεποίθηση που γεννιέται μέσα από αυτές τις συναντήσεις αποτελεί ήδη ένα πρώτο ρήγμα στην απομόνωση.
Το επόμενο βήμα είναι να μετατρέψουμε αυτές τις συναντήσεις σε σχέσεις αλληλεγγύης και κοινότητες αγώνα –με την αναγνώριση των κοινών μας αντιφάσεων και το ξεπέρασμα των επιμέρους διαχωρισμών– που θα μπορούν να αντιπαρατεθούν στην κρατική καταστολή και την καπιταλιστική κανονικότητα. Σημειώσεις Η εισήγηση της συλλογικότητάς μας –πριν δώσουμε τον λόγο στους συντρόφους μας από την Τουλούζη για να μοιραστούν την άμεση εμπειρία τους από το εν εξελίξει εξεγερσιακό κίνημα– είναι βασισμένη σε συλλογικές κουβέντες και μεταφράσεις και αποτελεί συνέχεια της ενασχόλησής μας με τους ταξικούς αγώνες στη Γαλλία, στο πλαίσιο της οποίας συνδιοργανώσαμε δύο διήμερα, τον Απρίλιο του 2024 και τον Φεβρουάριο του 2026. «Racaille»: ο όρος που χρησιμοποίησε ο τότε Υπουργού Εσωτερικών Νικολά Σαρκοζί για τους εξεγερμένους των banlieues το 2005.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους