Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει Σάββατο πρωί, είκοσι λεπτά πριν από τις οκτώ. Η Μαρία όλη την εβδομάδα περίμενε αυτή τη μέρα για να κοιμηθεί λίγο παραπάνω, κι η πρώτη της σκέψη ήταν να το αφήσει να...
Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει Σάββατο πρωί, είκοσι λεπτά πριν από τις οκτώ. Η Μαρία όλη την εβδομάδα περίμενε αυτή τη μέρα για να κοιμηθεί λίγο παραπάνω, κι η πρώτη της σκέψη ήταν να το αφήσει να χτυπάει.
Όμως ο ήχος δεν σταματούσε, και στην οθόνη αναβόσβηνε το όνομα «Σταματία». Η πρώην πεθερά της τηλεφωνούσε μόνο όταν πίστευε πως είχε κάτι σπουδαίο να πει.
Βέβαια, για τη Σταματία σχεδόν τα πάντα ήταν σπουδαία. — Παρακαλώ, είπε η Μαρία, προσπαθώντας να ακουστεί σαν άνθρωπος που είχε σηκωθεί από ώρα. — Μαρία, καλημέρα.
Την άλλη εβδομάδα θα περάσω να πάρω το ψυγείο. Η Μαρία ανακάθισε στο κρεβάτι και κάρφωσε το βλέμμα της στην ντουλάπα. — Ποιο ψυγείο; — Το δικό μου.
Εκείνο που σας είχα κάνει δώρο στον γάμο.
Ο γάμος τελείωσε, άρα και το δώρο δεν έχει πια λόγο να μένει εκεί.
Μη στενοχωριέσαι, θα πω στον Δημοσθένη να έρθει με το φορτηγάκι. — Κυρία Σταματία, αστειεύεστε αυτή τη στιγμή; — Τι αστεία, παιδί μου; Εβδομήντα τεσσάρων χρονών γυναίκα είμαι. Το Σάββατο, στις έντεκα, φρόντισε να είσαι στο σπίτι.
Και έκλεισε.
Έτσι συνήθιζε να τελειώνει τις συζητήσεις η Σταματία: δεν αποχαιρετούσε, απλώς έβαζε τελεία. Η Μαρία έμεινε για λίγο ακίνητη.
Ύστερα πήγε στην κουζίνα, έβαλε νερό να βράσει και κοίταξε το ψυγείο.
Ένα παλιό λευκό Pitsos, αγορασμένο το 2003, είχε πια κιτρινίσει ελαφρά, σαν μπανιέρα ξεχασμένη από άλλη εποχή.
Βούιζε τόσο δυνατά, που η από κάτω γειτόνισσα είχε ρωτήσει κάποτε αν είχαν εγκαταστήσει κανένα μηχανοστάσιο μέσα στο σπίτι.
Τα βράδια τρανταζόταν ξαφνικά, έκανε κάτι γουργουρητά, και ο Νίκος έλεγε πως το ψυγείο «συζητούσε». Η πόρτα του κρατιόταν από καθαρή τύχη και από έναν μαγνήτη της Σαντορίνης.
Μαγνήτες, βέβαια, υπήρχαν καμιά σαρανταριά: Καλαβρύτα, Βόλος, Κέρκυρα, Κόνιτσα, Κοζάνη, δυο από την Τουρκία κι ένα αστείο ελαφάκι από την Ήπειρο, που από χρόνια είχε χάσει τα κέρατά του.
Είκοσι τρία χρόνια πριν, το είχαν φέρει σ’ αυτό ακριβώς το διαμέρισμα την επομένη του γάμου, με έναν τεράστιο κόκκινο φιόγκο κολλημένο στην πόρτα. Η Μαρία δεν τον είχε βγάλει για έναν ολόκληρο χρόνο, μέχρι που ξεθώριασε. — Λοιπόν, γέρο μου, είπε στο ψυγείο.
Απ’ ό,τι φαίνεται, σε ζητούν πίσω. Το ψυγείο απάντησε με ένα βαθύ ... (συνέχεια στο LINK στα σχόλια 👇)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους