«Πάλι του έδωσες λεφτά, μάνα; Πάλι;» μου φώναξε η Ελένη από την κουζίνα, κρατώντας στα χέρια της τις αποδείξεις από το ΑΤΜ. Τα δάχτυλά της έτρεμαν. Όχι από φόβο. Από θυμό. Εγώ είχα μείνει ακίνητη...
«Πάλι του έδωσες λεφτά, μάνα; Πάλι;» μου φώναξε η Ελένη από την κουζίνα, κρατώντας στα χέρια της τις αποδείξεις από το ΑΤΜ.
Τα δάχτυλά της έτρεμαν.
Όχι από φόβο.
Από θυμό.
Εγώ είχα μείνει ακίνητη δίπλα στο μάτι της κουζίνας, με τις φακές μισοβρασμένες και το στομάχι κόμπο.
Για μια στιγμή σκέφτηκα να πω ψέματα.
Δεν μπόρεσα. «Ο Νίκος δεν είχε να πληρώσει το ενοίκιο», ψιθύρισα. Η Ελένη γέλασε πικρά. «Δεν είχε για το ενοίκιο; Ή δεν είχε γιατί ξέρει ότι στο τέλος θα τα δώσεις εσύ;» Αυτή η κουβέντα με χτύπησε εκεί που πονούσα πιο πολύ.
Γιατί κάπου μέσα μου το ήξερα.
Απλώς δεν άντεχα να το παραδεχτώ.
Ο γιος μου είναι σαράντα ενός.
Έχει γυναίκα, τη Μαρία, και δυο παιδιά.
Ζουν στο Περιστέρι σε ένα μικρό διαμέρισμα με υγρασία στους τοίχους. Ο Νίκος άλλαζε δουλειές σαν πουκάμισα.
Λίγο σε αποθήκη, λίγο ντελίβερι, λίγο σε συνεργείο με έναν ξάδερφο της Μαρίας.
Πάντα κάτι στράβωνε.
Πάντα κάποιος άλλος έφταιγε.
Ο εργοδότης, η κρίση, η ακρίβεια, το πετρέλαιο, η κακή τύχη.
Δεν λέω, η ζωή είναι δύσκολη.
Το ξέρω.
Μόνη μου μεγάλωσα δυο παιδιά μετά τον θάνατο του άντρα μου.
Αλλά άλλο δυσκολία κι άλλο να περιμένεις κάθε μήνα από τη μάνα σου να σε σώσει.
Στην αρχή ήταν «μόνο για λίγο». Ένα δίμηνο, μου είπε.
Μετά «μέχρι να ορθοποδήσουμε». Μετά «μας ήρθε η ΔΕΗ φουσκωμένη». Μετά «το παιδί θέλει φροντιστήριο». Μετά «μας έκοψαν το αέριο». Και κάθε φορά εγώ έτρεχα.
Έκοβα από μένα.
Από τα φάρμακά μου καμιά φορά, ναι, ντρέπομαι που το λέω.
Από το κρέας της εβδομάδας.
Από το μικρό κομπόδεμα που είχα για ώρα ανάγκης.
Έμπαινα στο λεωφορείο, πήγαινα στην τράπεζα και έστελνα ό,τι μπορούσα.
Κι όταν δεν έφτανε, πήγαινα η ίδια και πλήρωνα λογαριασμούς στο όνομά του, για να μην το μάθει η Ελένη. Η Ελένη τα είχε καταλάβει καιρό.
Δεν είχε αποδείξεις, αλλά με ήξερε. «Μάνα, ακούς τι σου λέω;» μου έλεγε. «Δεν βοηθάς.
Τον μαθαίνεις να πέφτει στα μαλακά.» «Και να κάνω τι; Να αφήσω τα παιδιά του χωρίς ρεύμα;» «Όχι.
Να τον αφήσεις να νιώσει την ευθύνη.
Έχει οικογένεια.
Δεν είναι δεκαοχτώ.» Θύμωνα όταν την άκουγα.
Μου φαινόταν σκληρή.
Σαν να είχε ξεχάσει πως αυτός ήταν ο αδερφός της.
Αλλά η αλήθεια είναι ότι η Ελένη δεν ξέχασε τίποτα.
Θυμόταν πολύ καλά.
Θυμόταν ότι όταν ήταν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, δούλευε παράλληλα σε καφετέρια για να μη με επιβαρύνει.
Θυμόταν ότι δεν μου ζήτησε ποτέ ενοίκιο, ποτέ λογαριασμούς, ποτέ λεφτά για βενζίνες.
Θυμόταν ότι ο Νίκος πάντα είχε μια δικαιολογία και πάντα κάποιον να τον μαζεύει.
Το χειρότερο ήρθε ένα βράδυ του Νοέμβρη.
Μου τηλεφώνησε η Μαρία κλαίγοντας. «Μαμά... ο ιδιοκτήτης είπε πως αν δεν πάρει λεφτά μέχρι αύριο, θα μας κάνει έξωση.
Δεν ξέρω τι να κάνω.» Άκουγα στο βάθος το μικρό να βήχει.
Έβαλα το παλτό πάνω από τη νυχτικιά και κατέβηκα στην Ομόνοια να σηκώσω λεφτά από τις οικονομίες που κρατούσα για μια επέμβαση στα μάτια.
Επέστρεψα σπίτι μου στις έντεκα το βράδυ με τα πόδια να με πονάνε και την καρδιά βαριά, αλλά ένιωθα ότι έκανα το σωστό.
Μόνο που δεν τελείωσε εκεί.
Δυο εβδομάδες μετά, πήγα απροειδοποίητα σπίτι τους με τρόφιμα.
Άνοιξα την πόρτα και βρήκα τον Νίκο στον καναπέ με καινούργια τηλεόραση στον τοίχο. Μεγάλη. Τεράστια.
Έμεινα να την κοιτάζω σαν χαζή. «Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα.
Κατέβασε τα μάτια. «Την πήρα με δόσεις.» «Με δόσεις;» Η φωνή μου βγήκε πιο σιγανή απ’ όσο περίμενα. Αυτό πονάει πιο πολύ καμιά φορά. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους