[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μάνα, σταμάτα να μου λες ότι δεν έχεις να φας. Σου στέλνω κάθε μήνα λεφτά. Πού πάνε;» Το είπε σχεδόν φωνάζοντας ο Στέλιος μέσα στο μικρό μου σαλόνι στα Πατήσια, κι εγώ έμεινα να τον κοιτάω σαν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μάνα, σταμάτα να μου λες ότι δεν έχεις να φας. Σου στέλνω κάθε μήνα λεφτά.

Πού πάνε;» Το είπε σχεδόν φωνάζοντας ο Στέλιος μέσα στο μικρό μου σαλόνι στα Πατήσια, κι εγώ έμεινα να τον κοιτάω σαν χαμένη, με το χαρτί της ΔΕΗ στο χέρι.

Είχα ήδη δυο απλήρωτα ενοίκια, το ψυγείο είχε μέσα μισό τάπερ φασολάκια και λίγο τυρί, και το μόνο που σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή ήταν ότι το παιδί μου πίστευε πως του έλεγα ψέματα. «Ποια λεφτά, Στέλιο;» του είπα. «Τι είναι αυτά που λες;» Η φωνή μου έσπασε.

Όχι από θυμό.

Από ντροπή.

Από εκείνη τη ντροπή που σε τρώει όταν είσαι μάνα και δεν θες να βαραίνεις το παιδί σου, αλλά στο τέλος αναγκάζεσαι να του πεις ότι δεν βγαίνεις. Ο Στέλιος ζει στη Λάρισα τα τελευταία έξι χρόνια.

Δουλεύει πολύ, από το πρωί ως το βράδυ, σε συνεργείο με ανταλλακτικά.

Δεν του περίσσευαν, το ήξερα.

Γι’ αυτό και πάντα του έλεγα «καλά είμαι, μη σκας». Η αλήθεια όμως ήταν άλλη.

Μετά τον θάνατο του άντρα μου, έμεινα μόνη.

Μια μικρή σύνταξη χηρείας, ενοίκιο, κοινόχρηστα, φάρμακα για την πίεση, κι όλο να χρωστάω από δω κι από κει.

Στο μπακάλικο της γειτονιάς είχα φτάσει να λέω «γράψ’ τα, Θανάση, και θα στα δώσω μόλις μπορέσω». Ο Στέλιος είχε παντρευτεί την Εύα.

Στην αρχή την είχα σαν παιδί μου.

Ήσυχη έδειχνε, περιποιημένη, πάντα με ένα χαμόγελο.

Ίσως λίγο απόμακρη μαζί μου, αλλά έλεγα, νέο κορίτσι είναι, άλλοι ρυθμοί, άλλος χαρακτήρας.

Δεν έδινα σημασία.

Εκείνο το απόγευμα, ο Στέλιος έβγαλε το κινητό του και μου έδειξε μεταφορές.

Κάθε μήνα.

Σταθερά ποσά.

Όχι μικρά.

Ποσά που για μένα θα ήταν ανάσα, σωτηρία. «Σου τα στέλνω εδώ και σχεδόν τρία χρόνια», μου είπε. «Μου είπε η Εύα ότι τα παίρνεις κανονικά και απλώς ντρέπεσαι να το λες». Ένιωσα τα γόνατά μου να κόβονται. «Εγώ δεν πήρα ούτε ένα ευρώ.» Πάγωσε.

Το πρόσωπό του άδειασε.

Δεν μίλησε για λίγα δευτερόλεπτα.

Μετά άρχισε να τηλεφωνεί στην τράπεζα μπροστά μου, νευρικός, με τα χέρια να τρέμουν.

Εκεί ξεκίνησαν όλα.

Μέσα σε δύο μέρες μάθαμε κάτι που ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να πω χωρίς να με πιάνει τρέμουλο.

Υπήρχε λογαριασμός στο όνομά μου. Δεύτερος.

Εγώ δεν ήξερα τίποτα.

Δεν είχα πάει ποτέ να τον ανοίξω.

Δεν είχα υπογράψει συνειδητά τίποτα τέτοιο. Η Εύα είχε κρατήσει παλιότερα την ταυτότητά μου και κάποια χαρτιά μου, όταν, όπως μου είχε πει, «χρειαζόταν για ένα επίδομα που ίσως δικαιούμαι». Τότε την πίστεψα.

Θεέ μου, πόσο χαζή ένιωσα μετά. Ο Στέλιος την πήρε τηλέφωνο αμέσως. «Εύα, πες μου τώρα ότι δεν είναι αλήθεια.» Ακούγονταν οι φωνές της από το ακουστικό, κοφτές, πανικόβλητες. «Δεν είναι όπως νομίζεις... Άκουσέ με... Είχα ανάγκες, θα τα έβαζα πίσω...» «Με τα λεφτά της μάνας μου ψώνιζες;» ούρλιαξε. «Με τα λεφτά που της έστελνα για να ζήσει;»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences