Το δωμάτιο του αδελφού μου είναι ακόμη όπως το άφησε. Στο κομοδίνο έχει ένα άδειο μπουκάλι νερό, κάτω από την καρέκλα ένα ζευγάρι αθλητικά και στην ντουλάπα δύο πουκάμισα που δεν πήρε ποτέ. Κάθε φορά...
Το δωμάτιο του αδελφού μου είναι ακόμη όπως το άφησε. Στο κομοδίνο έχει ένα άδειο μπουκάλι νερό, κάτω από την καρέκλα ένα ζευγάρι αθλητικά και στην ντουλάπα δύο πουκάμισα που δεν πήρε ποτέ.
Κάθε φορά που περνάω απ’ έξω, κάνω ότι δεν το βλέπω.
Είμαι 46, χωρισμένος εδώ και έξι χρόνια, μένω σε ένα δυάρι και κάτι στο Περιστέρι που ήταν της μάνας μας.
Το «και κάτι» είναι ένα μικρό δωμάτιο που παλιά κοιμόταν ο αδελφός μου όταν ήμασταν παιδιά.
Εγώ δουλεύω οδηγός σε εταιρεία με ανταλλακτικά.
Δεν βγάζω άσχημα λεφτά, αλλά ούτε έχω την άνεση που ίσως νόμιζε ο Πέτρος. Ο Πέτρος είναι τέσσερα χρόνια μικρότερος.
Πάντα ήταν ο πιο κοινωνικός, ο πιο άνετος.
Εγώ από μικρός ήμουν αυτός που κρατούσε λεφτά στην άκρη, που θυμόταν τις ημερομηνίες, που πήγαινε τη μάνα μας στις εξετάσεις.
Όταν πέθανε ο πατέρας μας, ο Πέτρος ήταν 19 και εγώ 23. Δεν ξέρω αν από τότε κόλλησε μέσα μου αυτή η ιδέα ότι έπρεπε κάπως να τον προσέχω.
Δεν του έλεγα ποτέ «σε προσέχω», φυσικά.
Θα γελούσε.
Απλώς, όταν του έλειπαν λεφτά, του έστελνα.
Όταν τσακωνόταν με κάποια κοπέλα και έμενε στον καναπέ μου για δυο βράδια, δεν το έκανα θέμα.
Όταν άλλαζε δουλειές, του έλεγα ότι όλοι ψάχνονται.
Και πράγματι, ποιος είμαι εγώ να τον κρίνω; Ούτε η δική μου ζωή ήταν υπόδειγμα.
Πριν από ενάμιση χρόνο με πήρε τηλέφωνο ένα βράδυ.
Είχε φύγει από ένα συνεργείο αυτοκινήτων όπου δούλευε σχεδόν οκτώ μήνες.
Μου είπε ότι το αφεντικό ήταν απαράδεκτο, ότι δεν του κολλούσε ένσημα κανονικά, ότι του χρωστούσε και χρήματα.
Είχε δίκιο, απ’ όσα κατάλαβα.
Μόνο που είχε ήδη αφήσει και το σπίτι που νοίκιαζε στον Κολωνό, επειδή καθυστερούσε δύο ενοίκια. «Να έρθω για λίγο σε σένα μέχρι να σταθώ;» με ρώτησε.
Του είπα ναι πριν τελειώσει τη φράση.
Στην αρχή ήταν εύκολο.
Αγόρασε μερικά πράγματα για το σπίτι, μαγείρευε καμιά φορά, έκανε και χιούμορ.
Ήταν ωραίο, αν είμαι ειλικρινής, να μην ανοίγω την πόρτα και να με περιμένει μόνο ησυχία.
Βλέπαμε μπάλα, λέγαμε τα νέα μας, κάποιες Κυριακές πηγαίναμε στη θεία μας στο Αιγάλεω για φαγητό.
Στους δύο μήνες άρχισα να του λέω διακριτικά για δουλειές που άκουγα.
Είχε έναν φίλο που μπορούσε να τον βάλει σε αποθήκη.
Δεν πήγε, γιατί ήταν βάρδιες.
Βρήκε κάτι σε καφέ, έμεινε τρεις εβδομάδες και έφυγε γιατί, όπως είπε, τον έβριζε ο υπεύθυνος μπροστά στους πελάτες.
Μετά μίλησε για ντελίβερι, αλλά δεν ήθελε να βγάλει μηχανάκι με τα λεφτά που δεν είχε.
Κάθε φορά υπήρχε λόγος.
Και πολλοί λόγοι ήταν λογικοί.
Δεν ήταν τεμπέλης με τον απλό τρόπο που το λέει ο κόσμος.
Είχε άγχος, απογοήτευση, μια μόνιμη αίσθηση ότι τον κοροϊδεύουν.
Αλλά όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να νιώθω ότι εγώ ήμουν το μαξιλάρι που έκανε κάθε πτώση του λιγότερο επείγουσα.
Εγώ πλήρωνα το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, τη θέρμανση.
Δεν του ζητούσα λεφτά γιατί δεν είχε.
Όταν η μάνα μας χρειάστηκε φυσικοθεραπείες μετά το ισχίο, μου είπε μια φορά στο τηλέφωνο: «Μην τον έχεις τόσο στα πούπουλα.
Δεν του κάνεις καλό.» Για χρόνια, εκείνος ήταν ο άνθρωπος που έτρεχε πρώτος όταν κάποιος δικός του δυσκολευόταν.
Ένα άδειο δωμάτιο, ένα πιάτο φαγητό, λίγη υπομονή — του έμοιαζαν αυτονόητα, σχεδόν ιερά.
Όταν όμως ο μικρότερος αδελφός του βρέθηκε ξανά χωρίς δουλειά και χωρίς στέγη, η βοήθεια που ξεκίνησε σαν προσωρινή λύση άρχισε σιγά-σιγά να αλλάζει και τους δύο.
Οι λογαριασμοί, οι σιωπές, οι αναβολές και μια φράση που ειπώθηκε πάνω στην ένταση έφεραν στην επιφάνεια κάτι που κανείς τους δεν ήθελε να παραδεχτεί.
Δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίσει αν στεκόταν δίπλα του από αγάπη ή αν, χωρίς να το καταλάβει, τον κρατούσε μακριά από τη ζωή του. Η συνέχεια της ιστορίας του βρίσκεται πιο κάτω 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους