[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μαμά, κράτα τη μικρή. Σε παρακαλώ. Μόνο για λίγο.» Αυτή ήταν η πρώτη φράση που άκουσα από την Άννα μετά από τέσσερα χρόνια. Και πριν προλάβω να καταλάβω αν όντως ήταν εκείνη ή αν το μυαλό μου μου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαμά, κράτα τη μικρή. Σε παρακαλώ. Μόνο για λίγο.» Αυτή ήταν η πρώτη φράση που άκουσα από την Άννα μετά από τέσσερα χρόνια.

Και πριν προλάβω να καταλάβω αν όντως ήταν εκείνη ή αν το μυαλό μου μου έπαιζε παιχνίδια, είδα ένα κοριτσάκι με ροζ ζακετούλα να κρύβεται πίσω από το πόδι της.

Ήταν σχεδόν έντεκα το βράδυ. Ο Γιώργος είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ με την τηλεόραση ανοιχτή χαμηλά, εγώ μάζευα τα πιάτα από την κουζίνα.

Χτύπησε το κουδούνι κοφτά, δυο φορές.

Άνοιξα εκνευρισμένη.

Και πάγωσα. Η Άννα ήταν αδύνατη, χλωμή, με μάτια κουρασμένα σαν να μην είχε κοιμηθεί μήνες.

Τα μαλλιά της πρόχειρα πιασμένα.

Και δίπλα της, η μικρή.

Ένα παιδί τεσσάρων, μπορεί και πέντε.

Μεγάλα μάτια.

Τα ίδια μάτια με της Άννας όταν ήταν μικρή. «Πού ήσουν;» της είπα τόσο απότομα, που ακόμα το σκέφτομαι και ντρέπομαι.

Δεν μου απάντησε.

Γονάτισε μπροστά στη μικρή και της χάιδεψε τα μάγουλα. «Εδώ είναι η γιαγιά, η Ελένη.

Και ο παππούς, ο Γιώργος.

Θα είσαι καλά εδώ.» «Άννα, τι είναι αυτό; Τι λες;» φώναξε ο Γιώργος από μέσα μόλις την είδε στην πόρτα.

Σηκώθηκε τόσο απότομα που έριξε το τηλεκοντρόλ κάτω.

Η μικρή τρόμαξε και μου έπιασε το χέρι χωρίς να με ξέρει.

Εκεί λύγισα για ένα δευτερόλεπτο.

Γιατί το παιδί έτρεμε. «Τη λένε Μαρίνα», είπε η Άννα χαμηλά. «Δεν μπορώ να την πάρω μαζί μου τώρα.» «Τώρα;» ούρλιαξε ο Γιώργος. «Τέσσερα χρόνια εξαφανισμένη και εμφανίζεσαι έτσι; Με ένα παιδί; Ποιος είναι ο πατέρας; Πού ήσουν;» Η Άννα έκανε πίσω.

Εκείνο το παλιό βλέμμα.

Το πεισματάρικο, το πληγωμένο.

Το ίδιο βλέμμα που είχε και το βράδυ που έφυγε από το σπίτι στα είκοσι τρία της, μετά τον άγριο καβγά μας.

Εγώ της είχα πει τότε το χειρότερο πράγμα που μπορεί να πει μάνα σε παιδί. «Αν περάσεις αυτή την πόρτα, μην ξαναγυρίσεις κλαίγοντας.» Το είπα πάνω στα νεύρα μου.

Για τον άντρα που είχε μπλέξει.

Για τα χρέη.

Για τα ψέματα.

Για τα λεφτά που έλειψαν από το συρτάρι του Γιώργου.

Γιατί είχα κουραστεί να τη σώζω.

Αλλά το είπα.

Και εκείνη το έκανε πράξη.

Δεν ξαναγύρισε.

Δεν σήκωνε τηλέφωνα.

Δεν έδινε σημεία ζωής.

Μόνο κάτι φήμες από γνωστούς.

Ότι τη είδαν στη Λάρισα.

Ότι δούλευε σε καφέ στον Βόλο.

Ότι συζούσε με έναν Στέλιο.

Τίποτα σίγουρο.

Τέσσερα ολόκληρα χρόνια να κοιμάσαι και να ξυπνάς με το στομάχι κόμπο.

Να μισείς το παιδί σου και ταυτόχρονα να το ψάχνεις μέσα σε κάθε κοπέλα που περνάει στον δρόμο. «Μείνε μέσα να μιλήσουμε», της είπα.

Κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ.

Αν μείνω, δεν θα φύγω.

Και πρέπει να φύγω.» «Από ποιον τρέχεις;» τη ρώτησα.

Δεν απάντησε ούτε τότε.

Μόνο έβγαλε από την τσέπη της ένα μικρό σακίδιο της Μαρίνας και μου το έδωσε.

Μέσα είχε δυο αλλαξιές, ένα βιβλιαράκι εμβολίων, μια παιδική κουβέρτα και ένα χαρτάκι με γραμμένο μόνο ένα όνομα παιδίατρου στον Κορυδαλλό. «Άννα!» φώναξα και την έπιασα από τον καρπό. «Είσαι μπλεγμένη; Σε χτυπάει κάποιος; Πες μου μόνο αυτό.» Για πρώτη φορά σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε σαν παιδί.

Όχι σαν γυναίκα. «Μαμά... αν την αγαπάς, μη με ψάξεις τώρα.» Και έφυγε.

Ούτε αγκαλιά.

Ούτε συγγνώμη.

Ούτε εξήγηση.

Μόνο έφυγε τρέχοντας στις σκάλες, σαν να καιγόταν ο τόπος. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences