ΩΡΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ... ΤΟ ΚΟΥΣΟΥΡΙ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Βάδιζε σκυφτός… δηλαδή τι σκυφτός, καμπουριασμένος. Κούτσαινε και λίγο. Το καμπούριασμα το είχε από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, μόνο που...
ΩΡΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ... ΤΟ ΚΟΥΣΟΥΡΙ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Βάδιζε σκυφτός… δηλαδή τι σκυφτός, καμπουριασμένος.
Κούτσαινε και λίγο.
Το καμπούριασμα το είχε από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, μόνο που τώρα είχε γίνει χειρότερο.
Δεν ήταν ακριβώς καμπούρα, ήταν ένα έντονο κύρτωμα της πλάτης κι ήταν σίγουρος ότι πίσω απ’ αυτήν την κυρτή του πλάτη τον έλεγαν καμπούρη.
Δεν ήξερε πώς έγινε αυτό, μπορεί να ήταν έτσι η φτιαξιά του, μπορεί από τη συστολή που κουβάλαγε πάντα μέσα του, μπορεί κι από τα βάρη της ψυχής και του σώματος, της ψυχής κυρίως.
Μέχρι και σήμερα, πάντως, είχε στ’ αυτιά του τη φωνή της μάνας του. «Σήκωσε το σώμα σου παιδί μου, μην καμπουριάζεις!» Το κούτσεμα ήταν άλλη ιστορία.
Στο τέλος του πολέμου, παλληκαράκι κοντά στα είκοσι, είχε φάει μια σφαίρα κάτω απ’ το γόνατο.
Το πόδι του το σώσανε, αλλά έμεινε το κουσούρι.
Δε βαριέσαι, ούτε που τον ένοιαζε ούτε που ασχολιότανε πια, όλα μια συνήθεια είναι, ακόμα και τα κουσούρια.
Πήρε ν’ ανεβαίνει κατά το σπίτι του.
Κακοτράχαλη ανηφόρα, αλλά θαρρείς κι η καμπούρα τον βοηθούσε στ’ ανέβασμα.
Χαμογέλασε μέσα του γιατί θυμήθηκε τον βουλευτή της περιοχής, που είχε έρθει μια φορά όλη κι όλη στα μέρη τους, μέρες εκλογών και μεταξύ όλων των άλλων είχε υποσχεθεί ότι θα έφτιαχνε δρόμους και θα διόρθωνε το γεφύρι που κόντευε να πέσει.
Δρόμους δεν είδανε ποτέ, ευτυχώς όμως το γεφύρι, σε πείσμα των προβλέψεων, έστεκε ακόμα.
Πριν από μερικά χρόνια είχε κάνει μια γερή νεροποντή κι είπαν ότι το ποτάμι θα το είχε πάρει το γεφύρι κι άντε να το βρεις, αλλά όταν πήγαν να δουν αυτό έστεκε εκεί, μα τω Θεώ τους κορόιδευε με την επιμονή του να υπάρχει και να μην δικαιώνει τις δυσοίωνες προβλέψεις.
Αν το τρακτέρ χώραγε στο σοκάκι που έβγαζε στο σπίτι του, θ’ ανέβαινε μ’ αυτό, αλλά δε χώραγε το άτιμο.
Έτσι το άφηνε κάτω στην αλάνα δίπλα στην πλατεία κι ανηφόριζε.
Με ήλιο ντάλα, με κρύο, με βροχή, κουβαλώντας πολλές φορές τενεκέδες με λάδι, ή σακιά με στάρι ή άλλα γεννήματα ή ακόμα και ψώνια απ’ τον μπακάλη, αυτός ανηφόριζε.
Έκανε μια στάση και σήκωσε τα μάτια του.
Ο δρόμος που έβγαζε στο σπίτι του ήταν ο κεντρικός του χωριού.
Ξεκινούσε από κάτω, δίπλα απ’ το ρέμα και ανέβαινε ομαλά μέχρι κάποιο σημείο, αλλά μετά χωριζόταν στα δυο και όσο πλησίαζε προς τα τελευταία σπίτια του χωριού, γινόταν απότομος, τραχύς και στένευε πολύ.
Ούτε κάρο δεν μπορούσε να ανεβεί προς τα κει.
Όσο ανέβαινες άρχιζες να βλέπεις όλο το χωριό και τον κάμπο μέχρι πέρα, τις ελιές, τις πορτοκαλιές και τη δημοσιά που έβγαζε στην Άρτα.
Πέρα μακριά, όταν ο καιρός ήταν καλός, λαμποκοπούσε ο Άραχθος.
Απ’ την άλλη μεριά απλωνόταν ο υπόλοιπος κάμπος.
Μπαμπάκια, καλαμπόκια, στάρι και κριθάρι και περιβόλια με λαχανικά και ζαρζαβατικά, ένα πράσινο χαλί.
Ήταν προκομμένοι οι άνθρωποι αυτού του τόπου, αν και λίγο χοντροκομμένοι, την αγαπούσαν τη γη τους και τη δούλευαν.
Πήρε πάλι την ανηφόρα ο Στρατής.
Παρά την καμπούρα και το κουτσό του πόδι, το έβλεπες ότι ήταν ένας άντρας νταβραντισμένος και γερός, δεν τον είχαν πάρει δα και τα χρόνια, τριανταδυό χρονώ ήταν ακόμα.
Θες που απ’ τα δέκα του δούλευε, κουβάλαγε, θέριζε κι έσπερνε ή έκανε όποια άλλη δουλειά βρισκόταν, στην αρχή για τους ξένους και μετά για τη δική τους γη, θες που και ο πατέρας του, Θεός σχωρέστον, ήταν ένα θεριό μέχρι εκεί πάνω, βγήκε κι αυτός πολύ δυνατό παλληκάρι.
Ο άμοιρος ο πατέρας του! Αν δεν τον είχε πάρει σβάρνα το άλογο στο χωράφι και δεν του είχε καρφωθεί το υνί απ’ τ’ αλέτρι στο λαιμό, η ζωή τους θα ήταν πολύ διαφορετική.
Όταν έφυγε στα τριάντα πέντε του άφησε πίσω τη γυναίκα του και τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι.
Αυτός ήταν στα εννιά κι οι αδελφές του εφτά, έξη και τριών χρονών.
Έχασαν τη γη κάτω απ’ τα πόδια τους.
Ποιος θα δούλευε τώρα τα χωράφια, ποιος θα φρόντιζε τα ζώα και θα ζούσε την οικογένεια… Η καημένη η μάνα του, η Θοδώρα, μάζεψε τα κομμάτια της και έπιασε να δει τι θα κάνει με τις ελιές, με τα πορτοκάλια και με το μπαμπάκι.
Το καλαμπόκι έπρεπε να το ξεχάσουν, ο μπαρμπα-Γιάννης ο γείτονας κακός άνθρωπος από γεννησιμιού του, είχε κόψει το νερό από τότε που πέθανε ο άντρας της λες κι ήταν δικό του το ρέμα.
Και χωρίς νερό, καλαμπόκι δε γινόταν.
Πήγαινε η Θοδώρα αξημέρωτα κάθε μέρα στα χωράφια.
Άφηνε τα παιδιά στην άγια γυναίκα, την πεθερά της, κι έτρεχε πότε στις ελιές, πότε στα μπαμπάκια και πότε στα περιβόλια.
Ευτυχώς που τα ζωντανά τους τα είχαν δίπλα στο σπίτι και δεν έπρεπε να τρέχει και γι αυτά.
Δικόνε της δεν είχε κανένα να την βοηθήσει.
Ο άντρας της δεν είχε αδέλφια κι εκείνη καταγόταν απ’ αλαργινό χωριό.
Όλη της η οικογένεια ήταν μακριά κι εξάλλου είχαν κι αυτοί τα δικά τους να νοιαστούν.
Οι εργάτες που βοηθούσαν τον άντρα της ζητούσαν τώρα σχεδόν τα διπλά για να δουλέψουν, πόσο κακοί στέκονταν μερικές φορές οι άνθρωποι απέναντι στις γυναίκες! Μέσα σ’ ένα χρόνο τα μισά χωράφια δεν τους έδιναν σχεδόν τίποτα, μόνο οι ελιές και οι πορτοκαλιές στέκονταν καλά, γιατί δεν ήθελαν κι ιδιαίτερη φροντίδα.
Χάρη στα ζωντανά και τις κότες τους είχαν γάλα κι αυγά, αλλά αυτά δεν ήταν αρκετά.
Έτσι ο Στρατής, παράτησε το σχολείο και βγήκε στο μεροκάματο.
Ό,τι μπορούσε κι ό,τι άντεχε έκανε το παιδί.
Στην αρχή θελήματα κι αγγαρείες, μετά όλο και πιο βαριές δουλειές.
Απ’ τη μια ο καθημερινός αγώνας της μάνας του, απ’ την άλλη αυτός, έμπαινε ψωμί στο σπίτι.
Στα τρία χρόνια απ’ το θάνατο του πατέρα του, μόλις η ζωή τους άρχιζε να στρώνει λίγο, έφυγε κι η γιαγιά του.
Πνευμονία είπε ο γιατρός που έφερε η Θοδώρα απ’ την Άρτα και μάλιστα βαριά.
Σε 10 μέρες μέσα η γιαγιά έφυγε και δεν υπήρχε πια κανένας να φυλάει τα κορίτσια και να στήνει το τσουκάλι.
Η μάνα άφηνε στο σπίτι τις δυο μεγάλες να κάνουν τη λάτρα και το μαγείρεμα, ευτυχώς η γιαγιά απ’ όλα τους είχε μάθει κι έπαιρνε στο χωράφι την στερνή της κόρη.
Έξη χρονών ήταν κι αυτό, αλλά βοηθούσε τη Θοδώρα όσο μπορούσε.
Μάζευε τα ξεχορταριάσματα, έφερνε νερό απ’ το πηγάδι και πότιζε τα λαχανικά, μάζευε μικρά ξύλα για τη φωτιά… και πάντα αδιαμαρτύρητα το έρμο.
Κατάφερε σιγά-σιγά η μάνα να φέρει τα πράγματα σε λογαριασμό.
Λίγο τα ζώα, λίγο τα ελάχιστα λαχανικά και λίγο οι ελιές και τα πορτοκάλια είχαν τουλάχιστον τα παιδιά της φαΐ.
Μέσα σε πέντε χρόνια είχε γεράσει είκοσι η καημένη, δεν ήταν εύκολο να φέρνει βόλτα τόσο σκληρές δουλειές.
Το πρόσωπό της είχε χαραχτεί από τις έγνοιες, τα χέρια της ήταν πάντα κόκκινα και πρησμένα και τα πόδια της δε χώραγαν σε ποδήματα… αλλά δεν το έβαζε κάτω και δεν βαρυγκωμούσε ποτέ, αρκεί να ήταν καλά τα παιδιά της.
Ήξερε γράμματα η Θοδώρα, πράγμα σπάνιο εκείνα τα χρόνια, ήταν άνθρωπος αποφασιστικός κι αβάρετος και ποτέ δε λιποψυχούσε.
Τον άντρα της τον έκλαιγε στα χωράφια σκάβοντας και φυτεύοντας, αλλά το κεφάλι δεν το κατέβαζε.
Με τον καιρό και βλέποντας τον αγώνα που έκανε, κάποιοι συγχωριανοί της την είχαν συμπονέσει κι είχαν αρχίσει να βοηθούν.
Όταν ήταν η ώρα έβαζαν ένα χεράκι στο μάζεμα της ελιάς και των πορτοκαλιών, μετέφεραν τη συγκομιδή στον έμπορο ή στο λιοτρίβι, με το αζημίωτο βέβαια, κανείς δε δουλεύει τζάμπα.
Το πιο δύσκολο ήταν το μπαμπάκι γιατί εκεί χρειάζονταν χέρια πολλά.
Η μάνα έκανε το κουμάντο της με το λάδι και τα πορτοκάλια της χρονιάς τους και με ό,τι περίσσευε και με τα χρήματα που έπαιρνε απ’ τις σοδειές πλήρωνε τις γυναίκες για το μπαμπάκι.
Μετά το θάνατο της γιαγιάς, είχε προσλάβει και το Γιάννο, τον άντρα της Κατίνας για επιστάτη.
Του ‘λειπε ένα χέρι του Γιάννου και δύσκολα δουλεύεις ολημερίς στα χωράφια μ’ ένα χέρι, γι αυτό και δεν ήταν εύκολο να βρίσκει μεροκάματο.
Τρία παιδιά είχαν με την Κατίνα και τα ‘φερναν δύσκολα βόλτα.
Ήταν όμως τίμιος και προκομμένος άνθρωπος κι η Θοδώρα εκτιμούσε κι αυτόν και τη γυναίκα του.
Τον έκατσε κάτω και τα συμφώνησε μαζί του.
Τόσα χρήματα και τόσο μερτικό απ’ τις σοδειές, επιστάτης θα είσαι, δε σε θέλω για εργάτη, συμφωνείς; Δεν το περίμενε ο Γιάννος, κόντεψε να βάλει τα κλάματα κοτζάμ άντρας. Ο Γιάννος ήταν η σωτηρία της.
Απ’ τ’ αξημέρωτα μέχρι τη νύχτα έλεγχε άγρυπνα τα πάντα, δεν του ξέφευγε τίποτα.
Κάθε μέρα της έδινε λογαριασμό κι η μάνα κάθε βράδυ, μετά τον αγώνα της μέρας καθόταν στο μεγάλο τραπέζι με το φως από τις λάμπες κι άρχιζε τους υπολογισμούς και τα μετρήματα, τόσα εδώ, τόσα εκεί, αυτά θα φυτέψουμε, εκείνα θα πουλήσουμε.
Δίπλα της τα κορίτσια διάβαζαν τα μαθήματά τους, τα είχε στείλει και τα τρία στο σχολείο κάνα χρόνο πριν, όταν είχε αρχίσει να στρώνει λίγο η ζωή τους.
Όλοι πρέπει να ξέρουν γράμματα, έλεγε, αλλιώς δεν κάνουν προκοπή.
Ένα βράδυ φώναξε το Στρατή. «Άκου να δεις γιε μου, πολύ έχουμε παλέψει και περισσότερο εσύ.
Δε χαθήκαμε όμως κι έχουμε τα καθημερινά μας, νηστικοί δε θα μείνουμε.
Οι αδελφές σου πάνε σχολείο, στα χωράφια είναι ο Γιάννος κι εγώ, τα ζώα και τη λάτρα την καταφέρνουμε, τέσσερις γυναίκες είμαστε.
Πρέπει να ξαναγυρίσεις στο σχολείο!» «Τι λες μάνα;» τα έχασε ο Στρατής. «Είμαι πολύ μεγάλος για σχολείο, θα με κοροϊδεύουν όλοι.
Θα πάω στην τάξη με τα μικρά;» «Δε θα σε κοροϊδεύει κανένας, τα ‘χω μιλήσει με το δάσκαλο, θα κανονίσει αυτός να μάθεις αυτά που πρέπει.
Κι όποιος σου πει τίποτα, ξέρεις εσύ με τον τρόπο σου να τον βάλεις στη θέση του!» Και πράγματι ήξερε ο Στρατής.
Παρά τη συστολή του και το μαζεμένο χαρακτήρα του, είχε τον τρόπο του.
Θες το παρουσιαστικό του, κι ας καμπούριαζε, θες το βλέμμα του που είχε την αποφασιστικότητα της μάνας του, ενέπνεε σεβασμό.
Δεκαπέντε χρονών ξαναπήγε σχολείο.
Όλα τα παιδιά σε μια τάξη ήταν, αλλά ο δάσκαλος έβαλε το Στρατή σε μια άκρη μόνο του κι όσο οι άλλοι έκαναν τις εργασίες τους, αυτός πήγαινε κοντά του και του μάθαινε το κάτι παραπάνω.
Έξυπνος ήταν αυτός, τα άρπαζε στον αέρα και στο χρόνο πάνω είχε καταφέρει να έρθει στα ίσα με τους υπόλοιπους.
Πόσα του χρώσταγε αυτού του δασκάλου, ας τον αναπαύει ο Θεός! Έτσι κυλούσε ο καιρός, μέχρι που ήρθε ο πόλεμος. Ο Στρατής 18 χρονών παλληκαράκι έφυγε για την Αλβανία.
Πήρε μαζί του ένα σταυρό, τις φανέλες που του είχε πλέξει η Κατίνα και την ευχή της μάνας του κι άφησε πίσω τέσσερις γυναίκες.
Όταν γύρισε στο χωριό, κοντά δυο χρόνια μετά, οι Γερμανοί είχαν ήδη καταλάβει την πατρίδα.
Έξω απ’ τα σπίτια τους ήταν οι χωριανοί, όταν μπήκε στο χωριό σέρνοντας το σακατεμένο του πόδι, μαζί με άλλα παλληκάρια που γύριζαν απ’ το μέτωπο.
Κραυγές χαράς απ’ τη μια, λυγμοί απ’ την άλλη.
Ανέβηκε με κόπο την ανηφοριά προς το σπίτι του και χτύπησε την πόρτα.
Δεν πίστευε στα μάτια της η μάνα του, ούτε κι οι αδελφές του! «Μη μ’ αγκαλιάζετε», τους έλεγε γελώντας, «είμαι γεμάτος ψείρες!» Πέρασαν οι πρώτες μέρες της χαράς και της ανακούφισης κι άρχιζαν σιγά-σιγά να ξαναβρίσκουν τη σειρά τους.
Σχεδόν όλα ήταν όπως τα είχε αφήσει. Ο Γιάννος δεν είχε πάει στον πόλεμο, πώς να κρατήσει όπλο μ’ ένα χέρι και συνέχιζε σταθερά να βοηθάει τη Θοδώρα.
Ήταν όλοι σαν οικογένεια πια, η Κατίνα είχε σταθεί πολύ στους δικούς του, ο Στρατής δεν ήξερε πώς να ευχαριστήσει αυτούς τους ανθρώπους.
Μόλις το πόδι του έγιανε, άρχισε να βοηθάει στις δουλειές όπως πριν, οι Γερμανοί βλέπεις δεν είχαν δείξει ακόμα τα δόντια τους σ’ εκείνο το κομμάτι της Ελληνικής γης.
Μετά άρχισαν να μπαίνουν στα χωριά, να καίνε και να καταστρέφουν, ν’ αρπάζουν ζώα και γεννήματα.
Όταν άρχισαν να έρχονται τα πρώτα μαντάτα, η μάνα του, προνοητική όπως πάντα, φώναξε να σκάψουν ένα μεγάλο λάκκο στην αυλή, ίσαμε ένα μικρό δωμάτιο.
Βάλανε κάτω και γύρω-γύρω σανίδες κι έκρυψαν εκεί ό,τι μπορούσαν.
Στάρι, λάδι, καλαμπόκια κι όσα γεννήματα μπορούσαν να διατηρηθούν.
Βάλανε και δυο ξύλινα σκαλιά.
Σκέπασαν το λάκκο με ξύλα και χράμια, έριξαν από πάνω και μπόλικο χώμα, δε φαινόταν τίποτα. «Μόλις δούμε ότι πλησιάζουν, θα κατεβάσετε κάτω δυο κότες και μια κατσίκα.
Εσείς οι τρεις,» έδειξε με το κεφάλι τις κόρες της, «θα κατεβείτε μαζί με τα ζώα, πρέπει να τα κρατήσετε να μην ακουστούν! Καταλάβατε; Κι ο Θεός να μας λυπηθεί! Απ’ το σπίτι μας φαίνεται η δημοσιά, δε θα περιμένουμε τους άλλους να μας ειδοποιήσουν, εμείς θα τους δώσουμε σημάδι, θωρούμε μέχρι μακριά καλύτερα απ’ όλους.
Θα φυλάμε μέρα και νύχτα, απ’ την ώρα που θα φανούν προλαβαίνουμε να σηκώσουμε το χώμα και τις τάβλες και να τα ξαναβάλουμε στη θέση τους.
Εγώ κι ο Στρατής θα μείνουμε στο σπίτι.
Στρατή, πρέπει να κουτσαίνεις παιδί μου όσο πιο πολύ μπορείς, πρέπει να φαίνεσαι σακάτης! Τα καταλάβατε όλα;» Ο Στρατής σκέφτηκε μέσα του «και μήπως δεν είμαι σακάτης», αλλά απάντησε στη μάνα του «Μην ανησυχείς μάνα, όλα θα πάνε καλά» και τα κορίτσια κούνησαν το κεφάλι τους.
Μόνο η Λενιώ, η μεγάλη ρώτησε δειλά: «Μάνα, πώς θ’ ανασαίνουμε εκεί κάτω; Θα σκάσουμε!» «Δε θα σκάσετε, έχουμε αφήσει χαραματιές κι από πάνω τους το χώμα είναι λίγο, περνάει ο αγέρας.
Μη φοβάσαι, κόρη μου, θα βοηθήσει ο Θεός! Ο Γιάννος με την Κατίνα και τα παιδιά θα φύγουν αύριο για τη σπηλιά, είναι καλά κρυμμένη, θα είναι ασφαλισμένοι.
Όσα έχουμε στο κατώι, ας τα πάρουν όλα, και τα ζώα αν μπορούν.
Πρέπει να γλιτώσουμε τη ζωή μας, το σπίτι μας και τη φωτιά.
Αν γλιτώσουμε τη φωτιά, όλα θα γίνουν! Πόσα περάσαμε από τότε που έφυγε ο πατέρας σας, Θεός σχωρέστον! Θα φοβηθούμε τους Γερμανούς; Κάντε το σταυρό σας κι όλα θα πάνε καλά!» Οι Γερμανοί ήρθαν μετά από μια βδομάδα, τους είδε αμέσως η Λενιώ που φύλαγε στο παραθύρι.
Όλα έγιναν όπως είχε προστάξει η μάνα και… περίμεναν.
Οι άγριοι δεν άφησαν τίποτα.
Πήραν σοδειές, πήραν ζώα, σκότωσαν το Μήτσο και το γιο του, δεκαοχτώ χρονώ παλληκαράκι που προσπάθησαν να τους εμποδίσουν να πάρουν τις κατσίκες, έκαψαν τα μπαμπάκια, αλλά άφησαν τα άλλα δέντρα και τα χωράφια.
Αυτά έπρεπε να μείνουν για να ‘χουν να ξαναρπάξουν.
Η μάνα κι ο Στρατής κοιτούσαν απ’ το παραθύρι, μέχρι που είδαν και το τελευταίο καμιόνι να χάνεται στη δημοσιά.
Πήγαν και λευτέρωσαν τα κορίτσια και τα ζωντανά. «Δόξα τω Θεώ, ζούμε.
Μας άφησαν και τις δυο γελάδες, δεν μπορούσαν να τις βάλουν στο καμιόνι, είναι χοντρές ευτυχώς!» είπε η μάνα κλαίγοντας και γελώντας μαζί. «Να μάθουμε αν είναι καλά κι ο Γιάννος με την Κατίνα και τα παιδιά μόνο…» Οι Γερμανοί ήρθαν άλλες τέσσερις-πέντε φορές, την τελευταία φορά έσφαξαν το Κομμένο, τρακόσους τόσους νοματαίους.
Στα γύρω χωριά έκαναν τα ίδια με την πρώτη φορά πάνω-κάτω.
Άρπαξαν κι έκαψαν, αλλά δε σκότωσαν, είχαν βγάλει το άχτι τους στο Κομμένο.
Στο χωριό τους είχαν πιάσει σχέσεις με τον μπαρμπα-Γιάννη, αυτόν που είχε κόψει το νερό στα καλαμποκοχώραφα όταν πέθανε ο πατέρας του Στρατή.
Ψιθύριζαν οι χωριανοί μεταξύ τους ότι ο γέρος κάρφωνε στους Γερμανούς τους αντάρτες που κρύβονταν στην περιοχή.
Δυο μέρες μετά που τέλειωσε ο πόλεμος, τον βρήκαν σ’ ένα χωράφι με κομμένο το λαιμό πέρα για πέρα.
Δυσκολεύτηκαν οι χωριανοί να πιστέψουν ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει, ότι θα μπορούσαν πια να συνεχίσουν τη ζωή τους όπως πριν.
Άρχισαν να καλλιεργούν τη γη με καινούργια ζέση, κανείς δεν θα τους άρπαζε ούτε θα τους έκαιγε τον κόπο τους.
Η μάνα είχε πάρει στην προστασία της την οικογένεια του Μήτσου, που τον έσφαξαν οι αντίχριστοι μαζί με το γιο του.
Μια χαροκαμένη μάνα και πέντε παιδιά είχαν μείνει πίσω κι η μάνα του Στρατή δεν είχε ξεχάσει τα πρώτα μαύρα χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της.
Πήρε τα δυο μεγαλύτερα αγόρια στα χωράφια κι άρχισε να παραγγέλνει στη μάνα τους υφαντά στον αργαλειό.
Για τις προίκες των κοριτσιών μου, έλεγε.
Και κάθε τόσο, έστελνε αυγά, καλαμποκάλευρο, πίτες κι ό,τι άλλο μπορούσε στο χαροκαμένο σπίτι.
Τη συμπονούσε και για άλλο λόγο τη Μήτσαινα.
Το τρίτο της παιδί, ένα όμορφο κορίτσι με μεγάλα μάτια και πλούσια μαύρα μαλλιά, είχε γεννηθεί με το ένα χέρι παράωρο.
Ένα κοντό χεράκι με τα δάχτυλα γυρισμένα προς τα μέσα, λυπόσουνα που το έβλεπες.
Προσπαθούσε να το κρύβει όσο μπορούσε η καημένη η Μορφούλα, έτσι την έλεγαν, αλλά δεν κρυβόταν κι εύκολα.
Αχ, κάθε σπίτι κουβαλάει έναν καημό, το σπίτι της Μήτσαινας κουβαλούσε δύο.
Δεν πρόλαβαν καλά-καλά να πάρουν ανάσα οι άνθρωποι κι άρχισε να τους βασανίζει ο εμφύλιος.
Όχι ότι είχαν πρόβλημα με τη μια ή την άλλη μεριά, κι ας υπήρχαν πολλά παλληκάρια που είχαν πάει είτε από ‘δω είπε από ‘κει, όχι δεν ήταν αυτό.
Ήταν που βάραινε η ψυχή τους, βούρκωνε το μέσα τους, Έλληνες να πολεμούν με Έλληνες.
Δεν καταλάβαιναν και πολλά, χωριάτες άνθρωποι ήταν, τους πλήγωνε όμως και δεν χωρούσε και πολύ στο μυαλό τους.
Καλά να πολεμούν τους Γερμανούς, αλλά Έλληνες μεταξύ τους; Τον Στρατή που κόντεψε να πεθάνει στα βουνά της Αλβανίας κι έσερνε σε ενθύμηση ένα κουτσό πόδι, τον πείραζε ακόμα περισσότερο.
Είχε μέσα του διαλέξει τη μεριά του, και πάλι όμως… δεν μπορούσε να δικαιολογήσει ούτε τις μάχες, ούτε τους σκοτωμούς, κάποιος άλλος τρόπος θα υπήρχε! Ήταν απ’ τους πρώτους που έμαθαν για το τέλος του εμφυλίου, του είχε μηνύσει ο Γιώργης απ’ το βουνό, για το επίσημο τέλος τουλάχιστον γιατί οι πληγές που είχε αφήσει θ’ αργούσαν πολύ να κλείσουν, πάρα πολύ.
Για το Στρατή, όμως, η αποδοχή και η λύτρωση ήρθε αμέσως.
Η δύσκολη ζωή του κι ο δάσκαλος, εκείνος ο εμπνευσμένος άνθρωπος, του είχαν διδάξει τη συχώρεση και τη συμπόνια και τις είχε και τις δυο βαθιά μέσα στην καρδιά και το μυαλό του, πάντα.
Έφτασε σπίτι του.
Μεγαλούτσικο ήταν και φτιαγμένο από πέτρα, είχε το ημιυπόγειο κατώι κι άλλα δυο πατώματα.
Στο κάτω είχε μια κάμαρη και μια μεγάλη κουζίνα με το μαγερειό και το τζάκι, εκεί περνούσαν όλη τη μέρα τους.
Στο πάνω πάτωμα είχε άλλες δυο κάμαρες, η μια ήταν άδεια τώρα πια.
Η μεγάλη του αδελφή η Λενιώ είχε παντρευτεί μετά τον πόλεμο, είχε κάνει και τρία παιδιά.
Η μεσαία αρνιότανε για χρόνια τα προξενιά, ο ένας της ξίνιζε κι ο άλλος της βρώμαγε, μέχρι που κατέβηκε απ’ το βουνό ο Γιώργης, πέντε χρόνια τον περίμενε.
Είχαν παντρευτεί πριν τρία χρόνια, είχαν κάνει και δυο παιδιά, το μικρό ήταν δεν ήταν δυο μηνών.
Η μικρή, η Μαρία είχε αρραβωνιαστεί με τον καινούργιο δάσκαλο του χωριού κι εδώ και τρία χρόνια περίμενε να παντρευτεί η αδελφή του.
Γκρίνιαζε συνέχεια η Θοδώρα, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα, το έθιμο βλέπεις… Η Μαρία κι η μάνα κοιμόνταν στο κάτω πάτωμα κι ο Στρατής στην πάνω κάμαρα. Η Θοδώρα κοιμόταν σ’ ένα κρεβάτι στην άκρη της μεγάλης κουζίνας και δε δέχτηκε να πάει σε κάμαρα, όταν παντρεύτηκαν τα κορίτσια της. «Εγώ θέλω να σηκώνομαι νωρίς», είπε, «και να πιάνω τις δουλειές μου, δε θα πατώ στις μύτες!» «Με κοροϊδεύεις κυρα-Θοδώρα;» γέλασε ο Στρατής. «Όλοι ίδια ώρα ξυπνάμε!» «Να μ’ αφήκεις να κάμω όπως νομίζω,» απάντησε η μάνα του κι ο Στρατής δεν επέμεινε.
Δίπλα στο σπίτι είχαν ένα μικρό περιβόλι κι από πίσω τα ζωντανά τους.
Σαν τα μάτια τους τα πρόσεχαν και τα φρόντιζαν τα ζωντανά, γιατί χωρίς αυτά δεν θα είχαν επιβιώσει τις δύσκολες μέρες της κατοχής, ο άνθρωπος δεν ξεχνάει τα δύσκολα που πέρασε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, φοβάται μην ξανάρθουν.
Λίγο πριν το μεσημέρι ήταν την ώρα που μπήκε ο Στρατής στο σπίτι.
Η μάνα του ζύμωνε πάνω στο μεγάλο τραπέζι κι η Μαρία καθάριζε χόρτα. «Τ’ άρβυλα!» είπε η μάνα του μόλις τον είδε. «Καλά μάνα, κάτσε να μπω πρώτα», απάντησε γελαστά ο Στρατής. «Άμα μπεις, θα ‘ν’ αργά!» Ο Στρατής έβγαλε τα’ άρβυλα κι έβαλε κάτι χοντρά τσουράπια που ‘χε πλέξει η Κατίνα, τόσο χοντρά που ‘ταν κι αυτά σαν άρβυλα! Η αλήθεια είναι ότι έτσι όπως είχε στρωμένο το σπίτι η μάνα του με χράμια και βελέντζες, ήταν αμαρτία να πατήσει με τις λάσπες των χωραφιών.
Μόνο στη μεριά του μαγεριού ήταν γυμνό το πάτωμα, για να μπορούν να σαρώνουν εύκολα.
Το μαγεριό ήταν αριστερά από την είσοδο, εκεί ήταν η γούρνα, ο φούρνος με τα ξύλα και μια μικρή εστία με σχάρα για το μαγείρεμα.
Μπροστά στην πόρτα, μετά το μαγεριό ήταν το μεγάλο ξύλινο τραπέζι και δεξιά το μεγάλο τζάκι με τα χτιστά καθιστικά κι ο σοφράς.
Τα καθιστικά ήταν στρωμένα με χοντρά υφαντά και μικρά χράμια, κεντήματα και μπακίρια στόλιζαν το σπίτι και δαντελένιες κουρτίνες τα παραθύρια.
Από τότε που η μάνα είχε φέρει σε λογαριασμό τη γη τους κι η ζωή τους είχε στρώσει και κυρίως από τότε που είχε αναλάβει ο Στρατής, το σπίτι είχε αλλάξει όψη.
Δεν ήταν γυμνό όπως παλιά.
Απέναντι απ’ την είσοδο, μια πόρτα έβγαζε στην κάτω κάμαρα που κοιμόταν η Μαρία και δίπλα της μια ξύλινη σκάλα ανέβαινε στο πάνω πάτωμα.
Απρίλης ήταν κι ο ήλιος έλαμπε, αλλά τα βράδια το κρύο δάγκωνε εκεί πάνω κι οι χωριανοί δε σήκωναν τα στρωσίδια πριν τον Ιούνιο.
Οι γυναίκες, δηλαδή, δεν ήταν αντρικές δουλειές αυτές. «Τι μαγειρεύετε;» ρώτησε ο Στρατής. «Κι από πότε σε μέλει εσένα τι μαγειρεύουμε;» ρώτησε η Θοδώρα.
Αυτή η γυναίκα πια… Τα χρόνια, οι σκληρές δουλειές, ο αγώνας που είχε κάνει ν’ αναστήσει τα παιδιά της, η μάχη της να σταθεί μάνα και πατέρας και πιο πολύ απ’ όλα το γεγονός
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους