Τα δικαιώματα των μειονοτήτων υπό πίεση: Το ελληνικό κράτος κλιμακώνει τον εκφοβισμό κατά της τουρκικής και της μακεδονικής μειονότητας Δήλωση της Ομάδας Εργασίας για τα Γλωσσικά Δικαιώματα και τα...
Τα δικαιώματα των μειονοτήτων υπό πίεση: Το ελληνικό κράτος κλιμακώνει τον εκφοβισμό κατά της τουρκικής και της μακεδονικής μειονότητας Δήλωση της Ομάδας Εργασίας για τα Γλωσσικά Δικαιώματα και τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων της EFA σχετικά με την κλιμάκωση της στοχοποίησης και του εκφοβισμού από το ελληνικό κράτος εις βάρος της εθνοτικής μακεδονικής και της τουρκικής μειονότητας Η Ομάδα Εργασίας για τα Γλωσσικά Δικαιώματα και τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων της Ευρωπαϊκής Ελεύθερης Συμμαχίας (EFA) εκφράζει τη βαθιά της ανησυχία για την πρόσφατη κλιμάκωση της στοχοποίησης εθνοτικών μειονοτήτων στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα της εθνοτικής μακεδονικής και της τουρκικής μειονότητας.
Σύμφωνα με πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση της, κατά τη διάρκεια των καλοκαιριών του 2024 και του 2025, καθώς και κατά την τρέχουσα περίοδο, η καταστολή εις βάρος αυτών των κοινοτήτων έχει ενταθεί δραματικά.
Η κατάσταση έχει μετατοπιστεί από διοικητικά εμπόδια σε μια συντονισμένη εκστρατεία εκφοβισμού από τις ελληνικές αρχές, η οποία περιλαμβάνει ποινικές διώξεις, ενεργή δικαστική παρενόχληση, καθώς και σκόπιμη διαδικαστική καθυστέρηση υποθέσεων — μια τακτική που αποσκοπεί στην αποφυγή των υποχρεώσεων για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Η Ομάδα Εργασίας εκφράζει σοβαρή ανησυχία πληροφορούμενη ότι Έλληνας δικηγόρος κατέθεσε πρόσφατα μια εκτεταμένη αγωγή/μήνυση κατά 15 μελών της μακεδονικής μειονότητας, της οργάνωσης «Krste Misirkov» και του Κόμματος Φιλίας, Ισότητας και Ειρήνης (DEB), το οποίο εκπροσωπεί την τουρκική μειονότητα.
Παράλληλα, έχουν ασκηθεί διώξεις κατά ατόμων επειδή συμμετείχαν σε μακεδονικά πολιτιστικά φεστιβάλ. Στη Δυτική Μακεδονία, και ειδικότερα στην Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας, οι ελληνικές αρχές έχουν παρεμποδίσει ενεργά τοπικές εκδηλώσεις που περιλάμβαναν παραδοσιακά τραγούδια και χορούς στη μακεδονική γλώσσα.
Οι κρατικές και τοπικές αρχές έχουν επιστρατεύσει επιθετικές τακτικές, όπως αιφνιδιαστικούς ελέγχους από την Επιθεώρηση Εργασίας σε εθελοντές που βοηθούσαν στην εστίαση, αυθαίρετες καταγγελίες για διατάραξη κοινής ησυχίας και πρόωρες ακυρώσεις εκδηλώσεων —όπως συνέβη στον Αετό και το Αμύνταιο—, καθώς και την αιφνίδια διακοπή μιας παράστασης στη μακεδονική γλώσσα στο Σκλήθρο από Αντιπεριφερειάρχη.
Επιπλέον, μέλη της εθνοτικής μακεδονικής κοινότητας έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με ομαδικές, αβάσιμες ποινικές καταγγελίες, οι οποίες αποσκοπούν στον εκφοβισμό του τοπικού μακεδονικού πληθυσμού και στον εξαναγκασμό τους να σταματήσουν τα παραδοσιακά τους φεστιβάλ, στα οποία το τραγούδι στη μακεδονική γλώσσα κατέχει κεντρική θέση.
Αυτά τα επιθετικά μέτρα στοχεύουν εκδηλώσεις εθνοτικών μειονοτήτων και δεν εφαρμόζονται σε άλλα πολιτιστικά φεστιβάλ της περιοχής, στα οποία παρουσιάζεται αποκλειστικά ελληνική μουσική.
Αυτά τα στοχευμένα μέτρα, τα οποία συχνά εμπλέκουν εκλεγμένους αντιπροσώπους, δημάρχους και περιφερειακούς αξιωματούχους, παραβιάζουν τα ευρωπαϊκά πλαίσια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την καταπολέμηση των διακρίσεων, με τα οποία η Ελλάδα υποχρεούται να συμμορφώνεται.
Τέτοιες στοχευμένες ενέργειες έρχονται σε άμεση αντίθεση με τις αξίες στις οποίες θεμελιώνεται η συμμετοχή στην ΕΕ, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), και συνιστούν παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ —συγκεκριμένα το άρθρο 11 (Ελευθερία έκφρασης), το άρθρο 12 (Ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι), το άρθρο 21 (Απαγόρευση των διακρίσεων) και το άρθρο 22 (Πολιτισμική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία)— καθώς και της Απόφασης-Πλαισίου 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της ΕΕ, η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική εθνική νομοθεσία κατά του ρατσισμού (Νόμος 4285/2014). Η Ομάδα Εργασίας σημειώνει ότι η μακεδονική μειονότητα έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση αυτών των παραβιάσεων, υποβάλλοντας επίσημες προσφυγές στον Συνήγορο του Πολίτη με αίτημα τη διερεύνηση των ενεργειών αυτών, καθώς και επίσημη ποινική καταγγελία στον Εισαγγελέα και το Αστυνομικό Τμήμα της Φλώρινας.
Τα τελευταία χρόνια, έχουν ενταθεί οι ανησυχίες σχετικά με την αυξανόμενη πίεση που ασκείται στα μέλη της τουρκικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη. Τον Οκτώβριο του 2024, σημειώθηκε ένα περιστατικό στο Τζαμί Τσινάρ (Çınar) στην Ξάνθη, κατά το οποίο μουφτήδες διορισμένοι από τις ελληνικές αρχές —η νομιμότητα των οποίων δεν αναγνωρίζεται από την τουρκική μειονότητα— φέρεται να επιχείρησαν να προκαλέσουν αντιπαράθεση.
Εκπρόσωποι και μέλη της μειονότητας παρενέβησαν, αποτρέποντας έτσι την κλιμάκωση της κατάστασης. Η Ομάδα Εργασίας επισημαίνει ότι, στον απόηχο αυτού του περιστατικού, κινήθηκαν ποινικές διαδικασίες εναντίον τεσσάρων εκπροσώπων της τουρκικής μειονότητας.
Προσθέτει δε ότι, κατόπιν δίκης που διεξήχθη τον Ιούνιο του 2026, καθένας από τους τέσσερις εκπροσώπους καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 17 μηνών.
Επιπλέον, εγείρονται ανησυχίες σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες συγκροτήθηκε μια 33μελής συμβουλευτική επιτροπή για τον διορισμό μουφτήδων —διαδικασία που έλαβε χώρα στο Διδυμότειχο τον Ιανουάριο του 2026, ενώ ακολούθησαν διορισμοί στην Ξάνθη και την Κομοτηνή τον Οκτώβριο του 2026— δεδομένου, ιδίως, ότι τα μέλη της εν λόγω επιτροπής δεν αναγνωρίζονται από την τουρκική μειονότητα. Η Ομάδα Εργασίας σημειώνει με ανησυχία ότι πρόσθετες πληροφορίες, οι οποίες αποκαλύφθηκαν αργότερα σε δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, υποδεικνύουν ότι τα άτομα που απάρτιζαν την επιτροπή ήταν έμμισθοι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα.
Οι εξελίξεις αυτές εγείρουν σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά την ουσιαστική εκπροσώπηση της Τουρκικής Μειονότητας και τον σεβασμό που επιδεικνύεται έναντι των εκφρασμένων επιθυμιών της σε ζητήματα που άπτονται της θρησκευτικής της ηγεσίας.
Υπογραμμίζεται ότι ο διορισμός θρησκευτικών ηγετών χωρίς την αποδοχή της Τουρκικής Μειονότητας, ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπονομευθεί η εμπιστοσύνη, να οξυνθούν οι υφιστάμενες εντάσεις και να επηρεαστεί αρνητικά η κοινωνική συνοχή.
Παράλληλα με αυτές τις πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν την πολιτισμική και γλωσσική καταστολή, οι μακεδονικές και τουρκικές οργανώσεις αντιμετωπίζουν σημαντικές θεσμικές προκλήσεις όσον αφορά την εγγραφή τους, όταν αυτές οι οργανώσεις έχουν ως στόχο τη διασφάλιση των γλωσσικών δικαιωμάτων και τη διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς. Η Ελλάδα, εδώ και περισσότερα από 10 χρόνια, εξακολουθεί να μην έχει συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) σχετικά με υποθέσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αφορούν τη μακεδονική και την τουρκική μειονότητα.
Συγκεκριμένα, η απόφαση στην υπόθεση «Σπίτι του Μακεδονικού Πολιτισμού και Λοιποί κατά Ελλάδας», η οποία αφορά τη μακεδονική μειονότητα, παραμένει ανεκτέλεστη.
Παρόμοια γραφειοκρατικά εμπόδια αντιμετωπίζουν και άλλες μακεδονικές οργανώσεις, με το κράτος να αξιοποιεί τις δικαστικές καθυστερήσεις προκειμένου να αποφύγει τον δημόσιο έλεγχο.
Αντίστοιχα, η Ομάδα Εργασίας εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να μην εφαρμόζει τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ που αφορούν την ομάδα υποθέσεων «Μπεκίρ Ουστά» (Bekir Ousta), οι οποίες σχετίζονται με ενώσεις που έχουν συσταθεί από την Τουρκική Μειονότητα.
Οι εν λόγω αποφάσεις παραμένουν ανεκτέλεστες εδώ και 18 χρόνια.
Παρόλο που μια Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, η οποία συγκροτήθηκε από την Ελλάδα το 2024, συνέταξε έκθεση για την εξέταση αυτών των υποθέσεων —κατόπιν προειδοποιήσεων από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης—, δεν έχουν ληφθεί ακόμη ουσιαστικά μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των σχετικών δικαστικών αποφάσεων.
Επιπλέον, σε απόφαση που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2026, το ΕΔΔΑ δικαίωσε την προσφυγή του «Πολιτιστικού Συλλόγου Τουρκισών Γυναικών Ξάνθης», διαπιστώνοντας για άλλη μια φορά ότι η Ελλάδα παραβιάζει τις υποχρεώσεις της βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ωστόσο, το ελληνικό Εφετείο απέρριψε στη συνέχεια το αίτημα για την εκτέλεση της απόφασης του ΕΔΔΑ και την εγγραφή του συλλόγου.
Τα ζητήματα αυτά περιλαμβάνονται στην έκθεση παρακολούθησης της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (PACE) για την Ελλάδα, η οποία δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 από την Επιτροπή για την Τήρηση των Υποχρεώσεων και Δεσμεύσεων των Κρατών Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η Ομάδα Εργασίας δηλώνει κατηγορηματικά ότι η Ελλάδα αποτυγχάνει να εκπληρώσει τις νομικές της υποχρεώσεις ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασκώντας συστηματική καταστολή σε βάρος της μακεδονικής και της τουρκικής μειονότητας.
Συνακόλουθα, η Ομάδα Εργασίας καλεί τον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, τον Επίτροπο του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή —και συγκεκριμένα τον Επίτροπο αρμόδιο για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη, το Κράτος Δικαίου και την Προστασία των Καταναλωτών, καθώς και την Ευρωπαία Επίτροπο για την Ισότητα—, καθώς και τον Πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους της Διακομματικής Ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις Παραδοσιακές Μειονότητες, τις Εθνικές Κοινότητες και τις Γλώσσες, να: Απαιτήσουν να λογοδοτήσει η Ελλάδα για τις υποχρεώσεις της όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων, και να θέσουν αυτό το σοβαρό ζήτημα δημόσια σε ευρωπαϊκά φόρουμ· Παρακολουθούν τη στάση της Ελλάδας, καθώς και την αύξηση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη στοχοποίηση των εθνοτικών μακεδονικών και τουρκικών μειονοτήτων· Προτρέψουν τις ελληνικές αρχές να τερματίσουν άμεσα τη στοχευμένη εκστρατεία εκφοβισμού και παρενόχλησης κατά των μακεδονικών και τουρκικών μειονοτήτων· Καλέσουν την Ελλάδα να συμμορφωθεί με όλες τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που αφορούν την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, επιτρέποντας στις μακεδονικές και τουρκικές πολιτιστικές και γλωσσικές οργανώσεις να λειτουργούν ελεύθερα· Απαιτήσουν από την Ελλάδα να λάβει άμεσα μέτρα για την προστασία των μακεδονικών και τουρκικών μειονοτήτων από τη ρητορική μίσους· Απαιτήσουν να τερματίσει η Ελλάδα τη μακροχρόνια πολιτική της άρνησης της εθνοτικής ταυτότητας των μακεδονικών και τουρκικών μειονοτήτων στη χώρα. Η Ομάδα Εργασίας επαναβεβαιώνει τη στήριξή της προς τις μακεδονικές και τουρκικές μειονότητες στην Ελλάδα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, καθώς και τη δέσμευσή της υπέρ της δικαιοσύνης, της ισότητας και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους