Παρατηρώ εδώ και μερικές μέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη σφοδρή αντιπαράθεση με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Η αντιπαράθεση αυτή έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: Οι αριστεροί και...
Παρατηρώ εδώ και μερικές μέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη σφοδρή αντιπαράθεση με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.
Η αντιπαράθεση αυτή έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: Οι αριστεροί και αριστεριζόντες, πασοκοαριστεροί και κομμουνιστές θεωρούν το Μεταξά δικτάτορα και προδότη φέρνοντας στην επιφάνεια γεγονότα από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, την σαφώς φασιστική διακυβέρνηση από το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου και φυσικά τη δίωξη και αποκλεισμό των φυλακισμένων κομμουνιστών από το μέτωπο της Αλβανίας.
Οι δεξιοί, δεξιοίζοντες, φιλοβασιλικοί, φιλοφασίστες και θαυμαστές του Χίτλερ από την άλλη πλευρά θαυμάζουν τον ήρωα Μεταξά, τον ηγέτη, στρέφονται εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου, των πολιτικών επιγόνων αυτού και φυσικά κατά του ΚΚΕ και των τριγύρω αυτού πολιτικών σχηματισμών.
Το γεγονός πως ακόμα και σήμερα, ούτε λίγο ούτε πολύ 86 χρόνια μετά, 52 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, 77 χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου και 110 χρόνια μετά τον Εθνικό Διχασμό και την απότοκο αυτού Μικρασιατική καταστροφή, αλληλοβριζόμαστε δημοσίως, διαφωνούμε προσβάλλοντας ο ένας τον άλλο και δημιουργούμε νέα μίση.
Είμαστε δηλαδή μια ωραία ατμόσφαιρα που έλεγε κι ο Ηλιόπουλος.
Που βρίσκεται η ιστορική αλήθεια, που είναι το δίκαιο και που το ψέμα; Ανάλογα με τις μνήμες, τις οικογενειακές παραδόσεις και τα βιώματα του καθενός, υποκειμενικά όλα φυσικά, η αλήθεια βρίσκεται εκεί που φτάνει το συναίσθημα και όχι η λογική.
Ο πόλεμος απελευθερώνει τα πλέον σκοτεινά ένστικτα του ανθρώπου, τα φονικά γίνονται πράξεις δικαίου και η συντριπτική ήττα του εχθρού με ότι αυτό συνεπάγεται αποτελεί στόχο που δεν περιλαμβάνει κανενός είδος ηθικής.
Το μίσος που έχει φωλιάσει στην Ελληνική κοινωνία είναι άσβεστο, οι αντιπαραθέσεις διαρκείς και με βίαια στοιχεία και το πολιτικό σκηνικό ενισχύει τα πάθη και τις μνήμες αίματος που χώρισαν και χωρίζουν τους Έλληνες.
Θα προχωρήσω με μερικές αιρετικές απόψεις: Το ΟΧΙ ή τέλος πάντων το "έχουμε λοιπόν πόλεμο" το είπε ο Ιωάννης Μεταξάς, δικτάτορας, καταδικασμένος σε θάνατο για εθνική προδοσία το 1918, σπουδαίο στρατιωτικό μυαλό της εποχής του και συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου στους Βαλκανικούς πολέμους, βασιλόφρων μέχρι κόκκαλο και με τον τον τροπο του πατριώτης μέχρις εσχάτων. Ο Ελληνικός λαός, πλην κομμουνιστών που ήταν φυλακισμένοι στην Ακροναυπλία και πολλών που δεν είχαν διάθεση να πολεμήσουν, γερμανόφιλων και θαυμαστών του Χίτλερ (υπήρχαν και τέτοιοι και μάλιστα με σύλλογο στον οποίο ανήκαν και ανώτατοι αξιωματικοί) βγήκε στους δρόμους και στήριξε στην πράξη το ΟΧΙ του Ιωάννη Μεταξά με τη θυσία, το πολεμικό του σθένος και την σπάνια παλικαριά που χαρακτηρίζει τους Έλληνες.
Ο πόλεμος χάθηκε όχι γιατί δεν πολεμήσαμε αλλά γιατί δε μας έπαιρνε να πολεμάμε δύο καλά κουρδισμένες στρατιωτικές μηχανές ταυτόχρονα. Οι Βρετανοί σύμμαχοι μας, τηρουμένων των αναλογιών, έκαναν ότι μπορούσαν αλλά δε μπορούσαν και πολλά. Η Σοβιετική Ένωση κάτω από το σύμφωνο σε ισχύ Ρίμπεντροφ-Μολότωφ δεν κούνησε καθόλου. Οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι (για τρίτη φορά αυτοί) κατέκτησαν το σύνολο του εδάφους του Ελληνικού κράτους μετά την παράδοση των Ενόπλων μας Δυνάμεων από τον Υποστράτηγο Τσολάκογλου, χωρίς ο τελευταίος να έχει καμία εξουσιοδότηση από την ελληνική κυβέρνηση που την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια μαζί με το Βασιλιά Γεώργιο Β' για την Αίγυπτο.
Ο ίδιος Τσολάκογλου, ανέλαβε πρώτος πρωθυπουργός μετά την παράδοση με κυβέρνηση αποτελούμενη από 8 ανώτερους και ανώτατους στρατιωτικούς, υποσχόμενος πως θα προστάτευε τον Ελληνικό λαό.
Προφανώς δεν κράτησε την υπόσχεση του καθότι η πείνα του 1941-1942 κατέγραψε τουλάχιστον 120.000 θανάτους στα αστικά κέντρα.
Επιχειρηματίες, υπάλληλοι και έμποροι της εποχής, άλλοι για να επιβιώσουν, άλλοι για να κερδοσκοπήσουν κι άλλοι για ιδεολογικούς λόγους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές.
Από την άλλη πλευρά, οι κομμουνιστές και το ΚΚΕ, παρακλάδι της Σοβιετικής Ένωσης, γιατί έτσι ήταν τότε όλα τα ΚΚ στην Ευρώπη, μετά την εισβολή της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση άρχισαν ν' αναπτύσσουν έντονη αντιστασιακή δράση.
Όμως έντονη αντιστασιακή δράση ανέλαβαν κι άλλοι που δεν ανήκαν στο ΚΚΕ, τους οποίους τα μεγαλοστελέχη του ΚΚΕ δεν πολυσυμπαθούσαν κι ενίοτε τους καθάριζαν κιόλας.
Και πάλι ήμασταν μια ωραία ατμόσφαιρα.
Όταν ο Τσολάκογλου και η κυβέρνηση του ήταν πλέον άχρηστοι στους Γερμανούς, αυτοί έβαλαν στη θέση του το δικό τους άνθρωπο καθηγητή Λογοθετόπουλο, ενώ είχαν αρχίσει ήδη να κατασκευάζουν την προπαγάνδα για τον κομουνιστικό κίνδυνο κι με συνέπεια η έτσι κι αλλιώς έτοιμη από τον καιρό του Μεταξά κρατική μηχανή σε συνεργασία με τους Γερμανούς εξεστράτευσε κατά των κομμουνιστών αλλά και κατά όλων όσων αντιστέκονταν στον κατακτητή, αδιακρίτως, με πολύ αδελφικό αίμα να χύνεται τόσο από τη Βασιλική Χωροφυλακή, όσο και από ημιαυτόνομες ομάδες που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς.
Και μιλάμε για πολύ αίμα, για εγκλήματα όπως εκβιασμοί, δολοφονίες και βασανιστήρια.
Όταν η κυβέρνηση Λογοθετόπουλου θεωρήθηκε πολύ soft από τους Γερμανούς κι ενώ η Ιταλία είχε συνθηκολογήσει ήρθε στα πράγματα ένας άλλος άνθρωπος, αγαπημένος των Γερμανών, ο Ράλλης, πατέρας του Γεωργίου Ράλλη, πρωθυπουργού της Ελλάδας 1980-1981 ανθρώπου με σπάνιο πολιτικό ήθος (το δε θέλω ου ακόμα το αναφέρουν). Η κυβέρνηση Ράλλη σε συνεργασία με πολιτικοστρατιωτικούς που έπειξαν σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη ιστορία όπως ο Πάγκαλος και ο Γονατάς, δημιούργησε τα Τάγματα Ασφαλείας (και όχι μόνο, την Ευζωνική Φρουρά, την οργάνωση Χ και άλλους) τα οποία κυνηγούσαν κομμουνιστές και όχι μόνο, με τη στρατολόγηση κάθε είδους τυχοδιώκτη, μεταξύ αυτών και πρώην κατάδικους του κοινού ποινικού δικαίου, αλλά και αξιωματικούς του Στρατού κυρίως, ενίοτε και χωρίς τη θέληση τους. Το ΚΚΕ από την άλλη πλευρά οργάνωσε τη γνωστή δολοφονική οργάνωση ΟΠΛΑ η οποία τιμωρούσε το έγλημα με άλλο έγκλημα, κι έκανε πολλά εγκλήματα, πολλά χωρίς λόγο.
Καταπληκτική εξέλιξη μοναδική στην Ευρώπη. Οι Γερμανοί έτσι κατάφεραν κι αποδέσμευσαν δυνάμεις για άλλα μέτωπα και με την πρόφαση του υπαρκτού, εώς ένα βαθμό, κομμουνιστικού κινδύνου.
Δε θα προχωρήσω παρακάτω την εξιστόρηση διότι από εδώ και πέρα κάθε λογική σκέψη και ανάγνωση της ιστορίας ακυρώνεται από τον παραλογισμό των γεγονότων, κάθε γεγονός που συνέβη έχει πολλαπλές αναγνώσεις, ποικίλες επιδράσεις και συστηματική εκμετάλευση τόσο από το αστικό κράτος όσο και από την αριστερά, τόσο την τότε όσο και τη σύγχρονη.
Θα υπυνθυμίσω όμως σε όλους τη σημαντική συνάντηση του Στρατηγού Θρασυβούλου Τσακαλώτου νικητή του Εμφυλίου πολέμου και του Μάρκου Βαφειάδη του κομμουνιστή αρχηγού του Δημοκρατικού (παραφθορά) Στρατού το 1984: «Κάναμε λάθος τότε» είπε ο Στρατηγός Τσακαλώτος και ο Βαφειάδης απάντησε: «Μάλλον στρατηγέ μου». Ας μην το συνεχίζουμε εμείς αυτό το λάθος.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους