Μιχάλης Κρητικόπουλος Το «παιδί της Καισαριανής» που άφησε εποχή στο ελληνικό ποδόσφαιρο❗❗ Έφυγε» κάνοντας αυτό που λάτρευε... Αθάνατος❗❗ Ο Μιχάλης Κρητικόπουλος (3 Ιανουαρίου 1946 – 20 Ιουλίου 2002...
Μιχάλης Κρητικόπουλος Το «παιδί της Καισαριανής» που άφησε εποχή στο ελληνικό ποδόσφαιρο❗❗ Έφυγε» κάνοντας αυτό που λάτρευε... Αθάνατος❗❗ Ο Μιχάλης Κρητικόπουλος (3 Ιανουαρίου 1946 – 20 Ιουλίου 2002) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και πιο χαρισματικούς Έλληνες επιθετικούς στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Έμεινε στην ιστορία ως ένας «αθόρυβος» αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικός σκόρερ, ο οποίος παρά το σχετικά μικρό του ανάστημα, θεωρείται έως σήμερα ένας από τους κορυφαίους κεφαλοσφαιριστές που πέρασαν ποτέ από τα ελληνικά γήπεδα.
Ήταν ένας δεινός και ασταμάτητος σκόρερ με εξαιρετική αίσθηση του γκολ.
Με συνολικά 176 τέρματα στην καριέρα του στην Α' Εθνική, βρίσκεται διαχρονικά μέσα στην πρώτη 10άδα των κορυφαίων σκόρερ όλων των εποχών στο ελληνικό πρωτάθλημα.
Παρά το γεγονός ότι δεν είχε το τυπικό μεγάλο ύψος για κλασικό σέντερ φορ, διέθετε εκπληκτική αλτικότητα, σωστό συγχρονισμό και μοναδική αίσθηση του χώρου.
Θεωρείται ένας από τους καλύτερους παίκτες στο παιχνίδι με το κεφάλι που ανέδειξε ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο, έχοντας σημειώσει περίπου 60 γκολ με αυτόν τον τρόπο.
Αξιοσημείωτο είναι πως ποτέ δεν σημείωσε γκολ από την «άσπρη βούλα». Η μεγάλη του ταχύτητα και η πλαστικότητα στις κινήσεις του τον καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολο στην αντιμετώπιση από τους αντίπαλους αμυντικούς.
Πέρα από τις ποδοσφαιρικές του ικανότητες, ο Κρητικόπουλος ήταν ευρύτερα γνωστός για τον υποδειγματικό του χαρακτήρα.
Υπήρξε πρότυπο αθλητικού ήθους, κερδίζοντας τον σεβασμό και την καθολική αναγνώριση από συμπαίκτες, αντιπάλους και φιλάθλους όλων των ομάδων.
Η αγάπη του για το άθλημα ήταν τέτοια που δεν το αποχωρίστηκε ποτέ.
Έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 2002 από ανακοπή καρδιάς, την ώρα που αγωνιζόταν σε φιλικό παιχνίδι με την ομάδα παλαιμάχων του Ολυμπιακού στην Άνδρο. Ο Μιχάλης Κρητικόπουλος γεννήθηκε στην Καισαριανή.
Εκτός από σέντερ φορ πρότυπο για την εποχή του, υπήρξε ένα από τα καλύτερα παιδιά των γηπέδων.
Παίκτες με το ήθος του αποτέλεσαν κόσμημα για το Ελληνικό ποδόσφαιρο.
Ήταν εξαιρετικά ευγενικός και συμπεριφερόταν με σεμνότητα και ευπρέπεια και για αυτό του κόλλησαν το παρατσούκλι «Βαρβάρα»! Τον διέκρινε μεγάλη ικανότητα στο σκοράρισμα και βρίσκεται στην πρώτη 5άδα των σκόρερ του Ολυμπιακού, μαζί με τους Γιώργο Σιδέρη, Νίκο Αναστόπουλο, Νίκο Γιούτσο και Αλέξη Αλεξανδρή, σύμφωνα με το «επίσημο περιοδικό του Ολυμπιακού» (Φεβρουάριος 2001). Συνολικά στην Α’ Εθνική είχε 422 συμμετοχές και 163 τέρματα.
Δύο παίκτες του Ολυμπιακού πέθαναν φορώντας –κυριολεκτικά-- την ερυθρόλευκη φανέλα.
Ο ένας ήταν ο μεγάλος αγωνιστής Νίκος Γόδας, και ο άλλος ο μεγάλος σκόρερ Μιχάλης Κρητικόπουλος.
Λόγω της σπανιότητας των δύο περιπτώσεων, κάποιοι έχουν μιλήσει για τη μεγάλη τύχη ή τη μεγάλη ευλογία του να πεθαίνεις με την ερυθρόλευκη.
Δεν θα συμμεριστώ τις απόψεις τους, αν και καταλαβαίνω το νόημα των υπερβολών τους.
Όμως δεν μπορείς να μιλάς για ευλογία ή τύχη όταν αναφέρεσαι σε θανάτους ανθρώπων, που πόνεσαν πολύ τις οικογένειες και τους οικείους τους και λύπησαν τόσο κόσμο.
Ωστόσο είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι την ίδια ώρα που συνέβαιναν και τα δύο αυτά θλιβερά όσο και σπάνια γεγονότα, η ιστορία του Ολυμπιακού απέδιδε και στους δύο ξεχωριστή δόξα και τιμή, που, κατά τρόπο προνομιακό και αποκλειστικό, ανήκουν και (αξίζει να ανήκουν) μόνον σε αυτούς.
Η ιστορία όμως χρειάζεται συντήρηση και αυτή γίνεται μόνο μέσα από τη μνήμη.
Αγαπήθηκε πολύ από τους φιλάθλους ενώ ακόμα και στους αγώνες παλαιμάχων το μεγαλύτερο χειροκρότημα το εισέπραττε αυτός.
Όταν έφυγε από τον Ολυμπιακό και πήγε για μια περίοδο στον Απόλλωνα, ο πρόεδρος της ομάδας της Ριζούπολης Κώστας Αλαμάνος τον έχρισε αμέσως αρχηγό, όχι μόνο λόγω της ιστορίας του, αλλά λόγω του άμεμπτου ήθους του, αποκαλώντας τον «κόσμημα του ποδοσφαίρου». Παρότι σχετικά μικρόσωμος, θεωρείται ένας από τους Καλύτερους Κεφαλοσφαιριστές στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου με 60 περίπου γκολ στο ενεργητικό του.
Βρέθηκε 14 φορές μέσα στους είκοσι πρώτους σκόρερ της χρονιάς(επίδοση-ρεκόρ). Τα καλύτερα χρόνια της νιότης του, τα έδωσε στο Στάδιο Καραϊσκάκη.
Έτρεξε, ίδρωσε, αγαπήθηκε, πρόσφερε, όμως έμεινε για πάντα "μακρινός" από την δημοσιότητα και τα παρεπόμενά της.
Σεμνός και αθόρυβος, άπιαστο ελάφι, ένας εκρηκτικός σέντερφορ σκέτος κεραυνός, που έκαιγε με τα ασύλληπτα για τον ανθρώπινο νου γκολ του τα δίχτυα των αντιπάλων (176 γκολ στο Ελληνικό Πρωτάθλημα σε 422 παιχνίδια, όπου έλαβε μέρος στα 16 χρόνια της καριέρας του). Η καριέρα του Κρητικόπουλου ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στον Ολυμπιακό και στον Εθνικό.
Έπαιξε περίπου τα ίδια χρόνια σε κάθε ομάδα. Στον Εθνικό από την περίοδο 1965/66 μέχρι την περίοδο 1972/73, δηλαδή από 19 έως 27 ετών. Στον Ολυμπιακό από την περίοδο 1973/74 μέχρι την περίοδο 1979/80, δηλαδή από 27 μέχρι 34 ετών.
Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά αριθμούς συμμετοχών και γκολ σε αγώνες πρωταθλήματος.
Έπαιξε 185 αγώνες πρωταθλήματος με τον Εθνικό, σημειώνοντας 79 γκολ και 187 αγώνες πρωταθλήματος με τον Ολυμπιακό σημειώνοντας 83 γκολ.
Τα νούμερα είναι πολύ παραπλήσια.
Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη πόσο πιο δύσκολο είναι να σκοράρει κανείς με την επίθεση του Εθνικού, σε σύγκριση με την επίθεση του Ολυμπιακού, τότε φαίνεται ότι από πλευράς αποτελεσματικότητας η ελάχιστη συνολική υπεροχή του σε γκολ στον Ολυμπιακό δεν είναι τόσο σημαντική, αλλά κατ’ ουσία, μάλλον φαινομενική.
Μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς ότι στον Εθνικό οι επιδόσεις του στο σκοράρισμα υπήρξαν ουσιαστικά καλύτερες ή σημαντικότερες ή τέλος πάντων πιο εντυπωσιακές και αξιοθαύμαστες.
Ένα άλλο γεγονός που δείχνει ότι τα χρόνια του στον Εθνικό μάλλον ήταν τα καλύτερα από πλευράς απόδοσης είναι ο αριθμός συμμετοχών του στην Εθνική με τη φανέλα των δύο ομάδων.
Όταν έπαιζε στον Εθνικό αγωνίστηκε στην Εθνική περισσότερες (17) φορές, ενώ όταν ήταν παίκτης του Ολυμπιακού αγωνίστηκε στην Εθνική λιγότερες (μόνο 11) φορές.
Και όλοι ξέρουμε τον γνωστό κανόνα ότι όταν κάποιος παίκτης παίζει σε μεγαλύτερη ομάδα μπορεί να παίξει στην Εθνική πολύ πιο εύκολα από όσο όταν παίζει σε μικρότερη ομάδα. Ο Κρητικόπουλος όμως ήταν εξαίρεση του κανόνα αυτού. Ο Μιχάλης Κρητικόπουλος υπήρξε ένας επιθετικός μεγάλης κλάσης, ευέλικτος, κίνδυνος-θάνατος για κάθε άμυνα.
Η ταχύτητά του τον έκανε να ξεχωρίζει.
Δύσκολα ο αμυντικός κατάφερνε να τον προλάβει.
Ένα ακόμα ατού του οι κεφαλιές ψαράκι.
Αγαπήθηκε πολύ από τους φιλάθλους ενώ ακόμα και στους αγώνες παλαιμάχων το μεγαλύτερο χειροκρότημα το εισέπραττε αυτός.
Ήταν σπουδαίος παίχτης με μοναδική αλτικότητα.
Όταν πήδαγε για κεφαλιά έμοιαζε να καταργεί τους νόμους της βαρύτητας παραμένοντας δευτερόλεπτα ακίνητος στον αέρα.
Διέθετε όμως και απίστευτη ταχύτητα καθώς έφευγε στην αντεπίθεση σα βέλος με τρομερό διασκελισμό.
Αν όχι ο πιο γρήγορος, υπήρξε ένας από τους καλύτερους σε αυτή την κατηγορία, όπως λένε οι παλιότεροι που είχαν την τύχη να τον θαυμάσουν από κοντά.
Αποτέλεσε έναν σπουδαίο επιθετικό για τα ελληνικά δεδομένα που μεγαλούργησε, εντυπωσίασε και έφτασε στο απόγειο της καριέρας του με τη φανέλα του Ολυμπιακού τη δεκαετία του 1970.
Η καριέρα του άρχισε στα 16 του, το 1962 όταν και γράφτηκε στον τοπικό Γ.Σ. Καισαριανής.
Σε έναν από τους αγώνες του, το 1963, τον εντόπισε ο Αστέριος Μπέλλας, παράγοντας του Παναιγιάλειου και τον πήρε μαζί του στο Αίγιο.
Πριν καν ενηλικιωθεί είχε συμμετοχές στην Α΄ Εθνική με την ομάδα της Δυτικής Πελοποννήσου.
Ένα χρόνο αργότερα, το 1964, γύρισε και εντάχθηκε στο δυναμικό του Εθνικού Πειραιά με πρωτοβουλία του Δημήτρη Καρέλλα.
Παρέμεινε στον Εθνικό 9 αγωνιστικές σεζόν, συνθέτοντας φοβερή τριπλέτα στην επίθεση με τους Χατζηιωάννογλου και Νικηφοράκη.
Το 1973 αποφάσισε να φορέσει τη φανέλα του Ολυμπιακού. Ο Νίκος Γουλανδρής για να τον αποκτήσει από τον Εθνικό, έδωσε το αστρονομικό -για την εποχή- ποσό των 9 εκατομμυρίων δραχμών και 1,5 εκατ. δρχ. στον 27χρονο τότε Μιχάλη! Το κομβικό σημείο, που έκανε την απόκτηση του Κρητικόπουλου sine qua non για τον Ολυμπιακό ήταν ένα ματς πρωταθλήματος, που έγινε στα τέλη Μαρτίου 1972 μεταξύ Εθνικού και ΠΑΟ στο Καραϊσκάκη.
Σε εκείνο το ματς, ο Εθνικός αν και έχανε 1-3 ισοφάρισε 3-3 σκορ με το οποίο έληξε ο αγώνας.
Και τα τρία γκολ τα είχε πετύχει ο Κρητικόπουλος.
Οι οπαδοί του Ολυμπιακού τον λάτρεψαν.
Ζητούσαν διακαώς την απόκτησή του και ο Γουλανδρής είχε πάντα καλή ακοή.
Επιπλέον, ο Κρητικόπουλος, όπως είπαμε, άρεσε πολύ και στον ίδιο.
Ένα χρόνο αργότερα, το 1973, ο Ολυμπιακός επανήλθε με μια σούπερ προσφορά του Γουλανδρή που άρχισε από 8.000.000 δραχμές και γρήγορα ανέβηκε σε 9.000.000 δραχμές στον Εθνικό και 1.000.000 δραχμές στον Κρητικόπουλο. Ο Καρέλλας έκανε τον δύσκολο, ζητώντας περισσότερα χρηματικά ανταλλάγματα, αφού ο Κρητικόπουλος ήταν αναμφίβολα το μακράν μεγαλύτερο όνομα του μεταγραφικού παζαριού εκείνης της εποχής.
Τότε ο Κρητικόπουλος έκλεισε ραντεβού με τον Γουλανδρή και του ζήτησε να μην πληρωθεί καθόλου ο ίδιος και το 1.000.000 της αμοιβής του να πάει στον Εθνικό προκειμένου ο Καρέλλας να συναινέσει.
Προτίμησε να ζημιωθεί απόλυτα ο ίδιος αρκεί να γινόταν επιτέλους η μεταγραφή του στον Ολυμπιακό.
Κανένας άλλος στην θέση του δεν θα το έκανε! Ο Γουλανδρής όταν άκουσε τον Μιχάλη να του λέει αυτά τα απίστευτα, στην αρχή τα έχασε.
Στη συνέχεια όμως τον διαβεβαίωσε να μείνει ήσυχος γιατί η μεταγραφή του θα γινόταν ο κόσμος να χαλάσει. Η Βαρβάρα έφυγε κατενθουσιασμένη.
Περίμενε άμεσες ευχάριστες εξελίξεις.
Την επόμενη όμως του ήρθε νταμπλάς.
Σε όλο τον Τύπο υπήρχε βραδινή επίσημη ανακοίνωση του Εθνικού, που έλεγε καθαρά και ξάστερα ότι ο Κρητικόπουλος δεν παραχωρείται και ιδίως στον Ολυμπιακό.
Τι είχε συμβεί; O Καρέλλας είχε μάθει για τη συνάντηση, είχε νευριάσει, ενώ ήθελε να βάλει στο μεταγραφικό παιχνίδι και τον ΠΑΟ για να αποσπάσει υψηλότερες προσφορές.
Μπροστά στις δυσάρεστες αυτές εξελίξεις, ο Κρητικόπουλος, που τα είχε χαμένα, επικοινώνησε με τον Γουλανδρή και κρεμόταν κυριολεκτικά από τα χείλη του. Ο Γουλανδρής του υπενθύμισε την υπόσχεση που του είχε δώσει ότι η μεταγραφή του θα γίνει οπωσδήποτε και ο Κρητικόπουλος από την πλευρά του τον διαβεβαίωσε πλήρως ότι θα απορρίψει κάθε ενδεχόμενη πρόταση ή προσέγγιση του ΠΑΟ, αφού μόνο στον Ολυμπιακό ήθελε να πάει.
Έτσι και έγινε. Ο Γουλανδρής ανέβασε την προσφορά σε περίπου 10.000.000 δραχμές και ο παίκτης μεταγράφηκε στον Ολυμπιακό. Ο Πρόεδρος του Ολυμπιακού έδωσε επιπλέον 1.000.000 στον Κρητικόπουλο, επειδή είχε εκτιμήσει τη στάση του.
Μεγάλο ρόλο στη μεταγραφή έπαιξε η θετική στάση του προπονητή του Εθνικού Βικ Μπάκιγχαμ, ενός επαγγελματία που άφησε την σφραγίδα του όπου δούλεψε (ακόμη και στην Μπαρτσελόνα) ο οποίος δεν ήθελε να σταθεί εμπόδιο στην εξέλιξη του ποδοσφαιριστή.
Η μεταγραφή πραγματοποιήθηκε με τον συνήθη για εκείνη την εποχή τεχνητό τρόπο, όχι μέσω απευθείας μετακίνησης, αλλά μέσω αποδέσμευσης του παίκτη. Στον Τύπο, κατόπιν συμφωνίας όλων των ενδιαφερομένων, γράφτηκαν μικρότερα των καταβληθέντων πραγματικών ποσών.
Σε συνέντευξή του το 2017, ένας από τους πιο διάσημους παράγοντες του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο Αστέριος Μπέλλας, αυτός που ανακάλυψε τον Κρητικόπουλο, τον έφερε στο Αίγιο και στη συνέχεια τον πούλησε πανάκριβα στον Εθνικό του Καρέλλα δήλωσε ότι η μεταγραφή του Κρητικόπουλου κόστισε συνολικά 12.000.000 δραχμές.
Αυτός ήταν σε θέση να ξέρει περισσότερα, καθώς ανέκαθεν ήταν «μπασμένος» σε όλα και ήξερε καλά τον Κρητικόπουλο και τα πάντα γύρω από τη ποδοσφαιρική διαδρομή του.
Το πρώτο επίσημο παιχνίδι του στον Ολυμπιακό ήταν το 1973 στον Βόλο και το τελευταίο του κατά σύμπτωση πάλι στην ίδια πόλη, στο μπαράζ τίτλου με τον Άρη το 1980.
Σε συνεργασία με τον Υβ Τριαντάφυλλο ξεφτίλισαν επί τρία χρόνια κάθε έννοια άμυνας και διέλυσαν όλα τα συστήματα αντιμετωπίσεως τους.
Πόσοι δεν θυμούνται τα ξαφνικά τινάγματα ή τα απίθανα άλματα του μέσα στην αντίπαλη περιοχή, όπου είτε με το πόδι είτε με το κεφάλι πετύχαινε γκολ σπάνιας ομορφιάς, γκολ-χαριστήρια στα πλήθη που τον λάτρευαν και που τον θυμούνται πάντα, να πετάει πάνω από το χορτάρι και να ξετινάζει τα δίχτυα των αντιπάλων του.
Το 1984 επέστρεψε στον Παναιγιάλειο όπου και έκλεισε την μεγάλη του καριέρα.
Αξιοσημείωτο είναι πως ποτέ δεν σημείωσε γκολ από την «άσπρη βούλα». Κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο ΣΙΣΜ του 1968 με την ομάδα Ενόπλων Δυνάμεων.
Μετείχε επίσης, στην εθνική Ελπίδων που κατέκτησε το αντίστοιχο Βαλκανικό κύπελλο το 1969.
Με το εθνόσημο στο στήθος είχε 28 συμμετοχές εκ των οποίων οι 17 ως παίχτης του Εθνικού, ενώ πέτυχε και 3 γκολ.
Ντεμπούτο με τη γαλανόλευκη έκανε το 1969, σε ένα φιλικό εναντίον της Αυστραλίας και μάλιστα στη Μελβούρνη.
Στις 30 Δεκεμβρίου του 1975, αξέχαστο για τους Έλληνες φιλάθλους, αλλά και για τον ίδιο, ήταν το ματς με αντίπαλο την Ιταλία και μάλιστα μέσα στη Φλωρεντία.
Παραμονές του νέου έτους ο Μιχάλης Κρητικόπουλος «χόρευε» μέσα στο γήπεδο, με αποκορύφωμα το σπάνιας ομορφιάς γκολ που πέτυχε, με εκπληκτικό σπριντ, κάνοντας άνω-κάτω την άμυνα των Αντόνιο Καμπρίνι, Ρομέο Μπενέτι και Κλαούντιο Τζεντίλε. "Για μένα το ποδόσφαιρο ήταν και είναι, ένα κομμάτι μου, που θα διαρκέσει μέχρι να φύγω από τη ζωή", έλεγε στις συνεντεύξεις του.
Έφυγε σαν παλικάρι. Τον Ιούλιο του 2002, μέσα σε φριχτή ζέστη, ο Μιχάλης Γουλανδρής, ανιψιός του μεγάλου Προέδρου Νίκου προσκάλεσε την ομάδα για ένα αγώνα παλαιμάχων του Ολυμπιακού με τοπικούς παλαιμάχους στην Άνδρο, για τα εγκαίνια του γηπέδου που είχε το όνομα του πατέρα του και αδελφού του μεγάλου Προέδρου Νίκου Γουλανδρή «Ιωάννης Γουλανδρής». Στο πρώτο ημίχρονο, μετά περίπου από μισή ώρα αγώνα και ενώ πριν από λιγότερο από ένα λεπτό είχε δείξει κάποια μικρά σημάδια αδιαθεσίας, ο Μιχάλης κατέρρευσε από καρδιακό έμφραγμα.
Τραγική λεπτομέρεια: ο Μιχάλης είχε προλάβει ήδη να σκοράρει.
Παρά τις προσπάθειες που έγιναν δεν ανένηψε.
Δεν του άρεσαν οι δηλώσεις και οι συνεντεύξεις στα μέσα της εποχής.
Σε μια όμως από τις σπάνιες συνεντεύξεις του είχε πει με ειλικρίνεια και ευγνωμοσύνη: «Δεν θα άλλαζα τον Ολυμπιακό για όλο το χρυσάφι του κόσμου»!! Το γήπεδο της Καισαριανής πήρε το όνομά του.
Η προτομή του, που φιλοτέχνησε παλαίμαχος παίκτης του Ολυμπιακού (ο τερματοφύλακας Ρουμελιώτης), στήθηκε έξω από τα δημοτικό γήπεδο της Καισαριανής.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, αγωνίστηκε στις εξής ομάδες: • Γ.Σ. Καισαριανής / Α.Ε. Ένωση Καισαριανής (1962–1965): Τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην ομάδα της γενέτειράς του. • Παναιγιάλειος (1965–1966 & 1984–1985): Εκεί έκανε το ντεμπούτο του στην Α' Εθνική, ενώ επέστρεψε στον σύλλογο του Αιγίου για να κλείσει οριστικά την καριέρα του. • Εθνικός Πειραιώς (1966–1973): Η ομάδα στην οποία καθιερώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς της χώρας, πετυχαίνοντας 79 γκολ στο πρωτάθλημα. • Ολυμπιακός (1973–1980): Το αποκορύφωμα της συλλογικής του καριέρας.
Με τους «ερυθρόλευκους» του Νίκου Γουλανδρή κατέκτησε 3 Πρωταθλήματα (1974, 1975, 1980) και 1 Κύπελλο Ελλάδας (1975), σκοράροντας 84 γκολ στην Α' Εθνική. • Απόλλων Αθηνών / Σμύρνης (1980–1981): Αγωνίστηκε για μία σεζόν στην ομάδα της Ριζούπολης.
Τίτλοι με τον Ολυμπιακό • 3 Πρωταθλήματα Ελλάδας (Α' Εθνική): 1974, 1975, 1980 • 1 Κύπελλο Ελλάδας: 1975 • 1 Σούπερ Καπ Ελλάδας: 1980 (ή Κύπελλο Ελληνικής Ομοσπονδίας) Εθνικές Ομάδες / Διεθνείς Τίτλοι • Παγκόσμιο Κύπελλο Ενόπλων: 1968 (με την Εθνική Ενόπλων) • Βαλκανικό Κύπελλο Ελπίδων: 1969 Ατομικές Διακρίσεις • Πρώτος σκόρερ Κυπέλλου Ελλάδας: 1974–1975 (με 4 γκολ) • 10ος σκόρερ όλων των εποχών στην Α' Εθνική με 176 γκολ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους