Παύλος Βασιλείου Ο Κύπριος «θρύλος» της χρυσής ομάδας του Μπούκοβι❗️❗️ Ο Παύλος (Παυλάκης) Βασιλείου είναι ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους του κυπριακού και ελληνικού ποδοσφαίρου. Γεννημένος στις...
Παύλος Βασιλείου Ο Κύπριος «θρύλος» της χρυσής ομάδας του Μπούκοβι❗️❗️ Ο Παύλος (Παυλάκης) Βασιλείου είναι ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους του κυπριακού και ελληνικού ποδοσφαίρου.
Γεννημένος στις 28 Δεκεμβρίου 1940 στην Πύλα της Λάρνακας, άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του ως μεσοεπιθετικός, ξεχωρίζοντας για την ταχύτητα, την τεχνική του κατάρτιση και το ήθος του.
Μεγάλοι ποδοσφαιριστές, που διακρίθηκαν σε Κύπρο και Ελλάδα με την ερυθρόλευκη φανέλα, είναι ο Παυλάκης Βασιλείου ο Σταύρος Παπαδόπουλος, ο Κυριάκος Κουρέας και ο Πάμπος Παμπουλής.
Κοινό σημείο για τον Βασιλείου και τον Παπαδόπουλο είναι ότι ξεκίνησαν από τη Λάρνακα, ο πρώτος από την ΕΠΑ κι ο δεύτερος από τον Πεζοπορικό, για να γράψουν ιστορία στον Ολυμπιακό Πειραιώς, σε ξεχωριστές βέβαια εποχές.
Ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής στην ιστορία που βρέθηκε από το νησί της Αφροδίτης στον Ολυμπιακό Πειραιώς το 1963.
Από τότε άλλοι δέκα Κύπριοι ποδοσφαιριστές φόρεσαν τα ερυθρόλευκα. Ο Παύλος Βασιλείου έγραψε ιστορία στο ελληνικό ποδόσφαιρο.Υπήρξε μεγάλος παίκτης στην Ιστορία του Ολυμπιακού, έφτιαξε την περίφημη πεντάδα στην ομάδα του Μπούκοβι με Σιδέρη, Γιούτσο, Μποτίνο και Παπάζογλου, είχε το παρατσούκλι «βαζελοκτόνος» γιατί σκόραρε σημαντικά γκολ στον Παναθηναϊκό, δούλεψε πάρα πολλά χρόνια στον Ρέντη ως προπονητής στους μικρούς και σκάουτερ για ταλαντούχους σε όλη την Ελλάδα.
Από τη δεκαετία του 1960 οι μεγάλοι σύλλογοι της Ελλάδας ξεκίνησαν να προσελκύουν αρκετούς ταλαντούχους Κύπριους ποδοσφαιριστές.
Ένας από τους πρώτους που έκαναν το βήμα για το ελληνικό πρωτάθλημα ήταν ο Βασιλείου, ο οποίος έπαιζε ως δεξιός εξτρέμ (ή «έξω δεξιά», όπως αποκαλούνταν η θέση του, όταν εκείνος ήταν στην ενεργό δράση) και μετεγγράφηκε από την ΕΠΑ Λάρνακας στον Ολυμπιακό Πειραιά, το 1963.
Έμεινε 7 χρόνια στο μεγάλο Λιμάνι και άφησε ανεξίτηλη την σφραγίδα του εκεί! Αποτέλεσε βασικό στέλεχος της θρυλικής ομάδας που δημιούργησε ο σπουδαίος Ούγγρος προπονητής, Μάρτον Μπούκοβι, κατακτώντας δύο πρωταθλήματα (1966, 1967) και άλλα τόσα Κύπελλα Ελλάδας (1965, 1968). Ένας από τους καλύτερους του πρωταθλήματος εκείνης της περιόδου στη θέση του, διέθετε πολύ καλή τεχνική κατάρτιση και μπορούσε να οργανώσει με ιδανικό τρόπο το παιχνίδι χάρη στην ικανότητα του να βλέπει γήπεδο και την πολύ καλή μακρινή πάσα που διέθετε.
Επίσης, ήταν και εξαιρετικός σκόρερ.
Τη δεκαετία του 1960 και την εποχή της μεγάλης ομάδας του Μπούκοβι, ο Ολυμπιακός είχε τους δύο καλύτερους ακραίους επιθετικούς στην Ελλάδα.
Στο δεξί άκρο τον Παύλο Βασιλείου και στο αριστερό άκρο τον Βασίλη Μποτίνο.
Η ζωή του Παυλάκη μοιάζει με παραμύθι.
Ένα φτωχόπαιδο από την Πύλα Λάρνακας που έκανε εντυπωσιακή καριέρα και καταξιώθηκε στην ιστορία του ελληνικού και κυπριακού ποδοσφαίρου.Οι οπαδοί του Ολυμπιακού τον αποκαλούσαν «Μακάριο», λόγω της κυπριακής καταγωγής του.
Πρόκειται για έναν από τους τέσσερεις μόλις παίκτες που χρίστηκε διεθνής και με άλλη εθνική πλην της ελληνικής (Κώστας Χούμης και Γιάγκος Σημαντήρης οι δύο πρώτοι, με ποιο πρόσφατο τον Απόστολο Γιάννου). Έκανε μεγάλη καριέρα επί 7 χρόνια στον Ολυμπιακό.
Αποτελώντας το βασικό του έξω δεξιά (δεξί εξτρέμ), αγωνίστηκε σε 193 παιχνίδια πρωταθλήματος Α΄ κατηγορίας και σημείωσε 48 τέρματα (τα 4 με πέναλτυ). Ο Βασιλείου ανέκαθεν ήταν αυτό που αποκαλούμε «low profile». Πάντα ολιγόλογος και μακριά από τα μέσα ενημέρωσης δεν επιζητούσε τη δημοσιότητα, ούτε τραβούσε τα φώτα του προσκηνίου πάνω του.
Ήθελε να περνά απαρατήρητος.
Πάντα κοιτούσε σε όλα μόνο την ουσία και το αποτέλεσμα ξεχωρίζοντας με τα προσόντα και το ταλέντο του.
Γρήγορος και με ποδοσφαιρικό μυαλό, ήταν οργανωτής παιχνιδιού αλλά και σκόρερ.
Είχε τα πάντα σε πολύ ικανοποιητικό και επαρκή βαθμό: τεχνική, ντρίμπλα, ταχύτητα, σέντρα και πάσα.
Ήταν πάντα φιλότιμος, αγωνιστικός και ομαδικός και γι’ αυτό πολύ χρήσιμος και αρεστός σε όλους τους προπονητές.
Το βασικό χαρακτηριστικό προσόν του ήταν το φοβερό του σουτ.
Είχε ένα δεξί δυναμίτη, που εξαπέλυε ασύλληπτες βολίδες, πραγματικά «τούβλα».Το ταλέντο του εντοπίστηκε γρήγορα από τα λαγωνικά του Ολυμπιακού και ο Π. Βασιλείου παίρνει μετεγγραφή το 1963.
Παίζει μέχρι το 1970, πανηγυρίζοντας με τους «ερυθρόλευκους» τρεις τίτλους.
Δύο πρωταθλήματα (1966, 1967) και ένα κύπελλο (1968). Έχει μείνει στην ιστορία της ομάδας ως ένας από τους μεγαλύτερους εκτελεστές του ΠΑΟ, αφού έχει σκοράρει συνολικά 6 επίσημα γκολ σε βάρος των βάζελων, εξ ου και ονομάσθηκε στη συνέχεια «βαζελοκτόνος». Τα τέσσερα από τα γκολ αυτά ήταν για το πρωτάθλημα και τα άλλα δύο για το Κύπελλο.
Το καλύτερο από όλα ήταν αυτό στον τελικό Κυπέλλου του 1968, γιατί με αυτό το γκολ νικήσαμε, πήραμε το κύπελλο και κάναμε τον γύρο του θριάμβου μέσα στη Λεωφόρο.
Στην ομάδα του Πειραιά έπαιζαν τότε και οι Φρονιμίδης, Γιούτσος, Γκαϊτάτζης, Ζαντέρογλου, Παυλίδης, Πολυχρονίου, Γ. Σιδέρης, Αγανιάν, Μποτίνος, Παπάζογλου. Ο Παύλος Βασιλείου είχε μέσο όρο σκοραρίσματος κοντά στα 10 τέρματα ανά χρονιά.
Οι μεγάλες εμφανίσεις του με τα χρώματα του Ολυμπιακού, δεν άφησαν ασυγκίνητους τους Ομοσπονδιακούς προπονητές της Ελλάδας και έτσι έγινε βασικός στην ομάδα, δίπλα στους Κούδα, Σιδέρη, Δομάζο, Παπαϊωάννου κ.α. Υποδειγματική επίσης ήταν η συνέπεια και σταθερότητά του.
Επί δύο συνεχόμενες αγωνιστικές περιόδους 1965/66 και 1966-67 δεν έχασε παιχνίδι.
Αγωνίστηκε σε όλα τα ματς.
Αλλά και τις δύο επόμενες περιόδους 1967/68 και 1968/69 έχασε συνολικά μόνο τρείς αγώνες.
Δηλαδή επί τέσσερις συνεχόμενες χρονιές έπαιξε σε όλα τα ματς πρωταθλήματος εκτός από τρία.
Στα 30 του χρόνια επιστρέφει στην Κύπρο όπου αγωνίζεται στην αγαπημένη του ΕΠΑ (τότε ήταν στην Α’ Εθνική το 1970) και στην Εθνική Κύπρου.
Κατέγραψε 7 συμμετοχές στην Εθνική Ελλάδας και άλλες 8 στην Εθνική Κύπρου.
Αργότερα επανήλθε στην Ελλάδα και δούλεψε στον Ολυμπιακό σε διάφορα πόστα και κυρίως στις ακαδημίες.
Δεν υπάρχει φίλαθλος που τον έβλεπε και δεν χειροκροτούσε το ταλέντο και την ηγετική του παρουσία.
Δοξάστηκε και στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Η Ένωση Αθλητικογράφων Κύπρου ανακήρυξε τον Παύλο Βασιλείου αθλητή ήθους το 1974.
Για την ιστορία εκτός από τον Βασιλείου, τρεις ακόμη Έλληνες ποδοσφαιριστές έπαιξαν με τη «γαλανόλευκη» αλλά και με Εθνική άλλου κράτους: ο Κώστας Χούμης, που είχε 9 συμμετοχές με την Ελλάδα (1934-36) και 2 με τη Ρουμανία (1941-43), ο Γιάγκος Σημαντήρης, ο οποίος μέτρησε μία παρουσία με το Ισραήλ (1959) και μία με την Ελλάδα (1961) και ο Απόστολος Γιάννου, ο οποίος αγωνίστηκε μία φορά (2015) με το ελληνικό εθνόσημο αλλά πλέον ενισχύει την Εθνική Αυστραλίας. • ΕΠΑ Λάρνακας (1955–1963 & 1970–1972) • Ολυμπιακός Πειραιώς (1963–1970) • Εθνική Ελλάδας (1964–1967) • Εθνική Κύπρου (1970–1972) Οι τίτλοι του αναλυτικά: • 2 Πρωταθλήματα Ελλάδας: 1965–66, 1966–67 (υπό την τεχνική ηγεσία του Μάρτον Μπούκοβι) • 2 Κύπελλα Ελλάδας: 1964–65, 1967–68 • 1 Βαλκανικό Κύπελλο: 1963
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους