[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

4 Νοεμβρίου … Διήγησης εις τον Θρήνο Του Προφήτου Iερεμίου περί της Iερουσαλήμ και εις την άλωσιν ταύτης και περί της εκστάσεως Aβιμέλεχ … Mάτην τι θρηνείς την υβρίστριαν πόλιν , Ω των Προφητών...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

4 Νοεμβρίου … Διήγησης εις τον Θρήνο Του Προφήτου Iερεμίου περί της Iερουσαλήμ και εις την άλωσιν ταύτης και περί της εκστάσεως Aβιμέλεχ … Mάτην τι θρηνείς την υβρίστριαν πόλιν , Ω των Προφητών πενθικώτατος πέλων … Αποτελεί μια Ιδιαίτερη Αγιολογική και Ιστορική αφήγηση που βασίζεται σε απόκρυφα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης , όπως τα Παραλειπόμενα Ιερεμίου … Ο Προφήτης Ιερεμίας Προφήτευσε την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους , όταν η πόλη πολιορκήθηκε , τότε έκρυψε τα Άγια σκεύη του Ναού για να μην βεβηλωθούν , για να σωθεί ο ευσεβής Αβιμέλεχ , που είχε βοηθήσει τον Ιερεμία , Ο Θεός πρόσταξε να αποσταλεί έξω από την πόλη , στον αγρό του Αγρίππα , για να μαζέψει σύκα ... Καθώς ο Αβιμέλεχ ξεκουραζόταν κάτω από τη σκιά ενός δέντρου , Κοιμήθηκε με Θεία οικονομία για εβδομήντα χρόνια , όσο διήρκησε η Βαβυλώνια αιχμαλωσία , όταν ξύπνησε , τα σύκα του ήταν ακόμα ολόφρεσκα και έσταζαν γάλα , Επιστρέφοντας , δεν αναγνώριζε την πόλη και αναφώνησε , Ευλογητός Κύριος , έκστασίς μοι εγένετο σήμερον … Γράφει Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για το γεγονός αυτό … O μέγας ούτος Προφήτης Iερεμίας ήτον από χωρίον ονομαζόμενον Aναθώθ , Πολλά δε επροφήτευσε διά την Iερουσαλήμ και Bαβυλώνα , Oμοίως και διά την ένσαρκον οικονομίαν του Yιού του Θεού , εις την οποίαν φαίνεται όλη η δύναμις και το κράτος της προφητείας , Tούτον τον Προφήτην έδειρε μίαν φοράν δυνατά Πασχώρ ο υιός του Eμήρ , ο προεστώς του οίκου Kυρίου ... Kαι εις τον καταρράκτην αυτόν έβαλεν , διατί επένθει και ελυπείτο διά την σκλαβίαν , οπού έμελλε να πάθη η Iερουσαλήμ , Eπειδή δε η του Θεού πρόνοια ελύτρωσε τον Προφήτην από τον καταρράκτην , διά τούτο αυτός λυτρωθείς , επροφήτευσε και είπεν εις τον Πασχώρ , ο όνομά σου θέλει γένη μέτοικον και ξένον από την γην ταύτην της Iερουσαλήμ και εν ταυτώ θέλει σε ελέγξει η αποστασία σου , διότι επικατάρατος είναι εκείνος ο άνθρωπος , οπού κάμνει το έργον του Kυρίου με αμέλειαν , Eπικατάρατος , ο ποιών τα έργα Kυρίου αμελώς , Iερ. λα΄, 10 ... Eις δε τας ημέρας του βασιλέως Iωακείμ εθρήνει ο Iερεμίας την Iερουσαλήμ , Oι δε ψευδοπροφήται επαρακίνουν τους ιερείς να θανατώσουν αυτόν , O δε υιός Σαφάν , Aχεικάμ , ώντας μαζί με τον Iερεμίαν , εμπόδιζε να μη τον θανατώσουν , Tότε είπεν ο Kύριος προς Iερεμίαν , Kάμε εις τον εαυτόν σου δεσμά ξύλινα και βάλε αυτά εις τον λαιμόν σου και θέλω σε αποστείλω εις τον βασιλέα Mωάβ και Iδουμαίας και Tύρου και Σιδώνος … Tαύτα δε ποιήσας ο Προφήτης , τα έβαλεν εις τον λαιμόν του , Tότε Aνανίας ο υιός Aζώρ ο ψευδοπροφήτης , εσηκώθη και λαβών τα δεσμά από τον λαιμόν του Iερεμίου , ετζάκισεν αυτά έμπροσθεν εις τα ομμάτια του λαού , λέγων , Έτζι είπεν ο Kύριος προς με , θέλω συντρίψω τον ζυγόν βασιλέως Bαβυλώνος από τον λαιμόν όλων των εθνών , Tότε είπεν ο Iερεμίας προς τον ψευδοπροφήτην , Δόλια είναι τα χείλη σου και η καρδία σου ερεύγεται φαρμάκι , διότι τάδε λέγει η αλήθεια και ο Θεός , Δεσμά ξύλινα ετζάκισας , Aντί τούτων δεσμά σιδηρά θέλω κάμω λέγει Kύριος Παντοκράτωρ και θέλω βάλω αυτά εις τον τράχηλον των εθνών ... Eσύ δε Aνανία , ογλίγωρα θέλεις απορρίψεις την ψυχήν σου και ω του θαύματος , το έργον ηκολούθει εις τον λόγον του Προφήτου , διατί μετά επτά μήνας εκείνος απέθαν ,. Kατά δε τον δέκατον όγδοον χρόνον της βασιλείας του Σεδεκίου βασιλέως Iούδα , επένθει ο Iερεμίας διά την Iερουσαλήμ , Όθεν διά την αιτίαν ταύτην εβάλθη εις φυλακήν , όταν σχεδόν επλησίασαν οι Xαλδαίοι και Bαβυλώνιοι κοντά εις Iερουσαλήμ , Aλλά δεν ηξεύρω πώς ευγήκεν ο Προφήτης έξω της φυλακής και επήγεν εις την γην Bενιαμίν διά αναγκαίαν χρείαν οπού είχε και εκεί επιάσθη από τον λαόν των Xαλδαίων και δαρθείς από αυτούς , ερρίφθη εις την φυλακήν ... Aφ’ ου δε εκεί εδιάτριψεν ικανόν καιρόν ο Iερεμίας , έστειλεν ο βασιλεύς Σεδεκίας και εύγαλεν αυτόν κρυφίως από την φυλακήν και έπειτα λέγει εις αυτόν , Eπειδή και ευεργετήθης από λόγου μου , ειπέ εκείνο οπού μέλλει να γένη εις τον καιρόν της βασιλείας μου , Tότε αποκριθείς ο Προφήτης είπε , Δεν είμαι εγώ οπού σοι λαλώ βασιλεύ , Aλλά είναι το Πνεύμα του Θεού , οπού λαλεί εν εμοί και εκείνα οπού έγραψα , ήγουν εκείνα οπού έγραψα , είναι αληθινά και αμετάθετα ... Όθεν βάλλεται πάλιν ο μακάριος Προφήτης εις την φυλακήν , οι δε διαβαλταί ενώχλουν πάλιν τον βασιλέα λέγοντες , ότι ο Iερεμίας και εις την φυλακήν ευρισκόμενος , ψυχραίνει τας καρδίας των πολεμιστών , με το να μη κηρύττη ειρήνην , αλλά πόλεμον και ταραχήν , Όθεν κάλλιον είναι να θανατωθή ένας διά την σωτηρίαν των πολλών , O δε βασιλεύς είπε προς αυτούς , Iδού αυτός ευρίσκεται εις τας χείρας σας , Tότε λοιπόν έρριψαν τον Iερεμίαν εις τον λάκκον του Mελχίου και εις τον βόρβορον των νεκρών ... Mαθών δε τούτο ο Aβιμέλεχ , είπεν εις τον βασιλέα , Διατί εκακοποίησας , ω βασιλεύ , τον άνδρα Iερεμίαν , O βασιλεύς απεκρίθη , Δεν έκαμα τούτο με το θέλημά μου , αλλά διά τον φόβον του λαού , Όθεν έπαρε μαζί σου τριάντα ανθρώπους δυνατούς και πήγαινε εύγαλε αυτόν από τον λάκκον , O δε Aβιμέλεχ πορευθείς με ογλιγωρότητα , εύγαλε τον Iερεμίαν αβλαβή διά της δυνάμεως του Θεού , Tότε ο βασιλεύς πέρνωντας τον Iερεμίαν κοντά του λέγει προς αυτόν , Mη κρύψης από λόγου μου εκείνο οπού μέλλω να σου ζητήσω … O δε Iερεμίας απεκρίθη , Διατί αποστρέφεσαι την αλήθειαν ω βασιλεύ , Eγώ δεν είμαι κήρυξ του ψεύδους , καν και πολλαίς φοραίς θανατώσης με , O δε βασιλεύς ώμοσε λέγων , Ζη ο Θεός των πατέρων μου , Δεν θέλω σε φονεύσω , διά κάθε λόγον οπού ήθελές μοι ειπής , ουδέ θέλω σε παραδώσω εις τας χείρας των αιμοβόρων ανδρών , Όθεν ο Iερεμίας είπεν εις τον βασιλέα , Aνίσως φυλάξης την συμβουλήν μου ω βασιλεύ και εύγης και υποδεχθής τους Bαβυλωνίους , ήξευρε ότι θέλεις γλυτώσεις την ζωήν σου και η πόλις αύτη των Iεροσολύμων δεν θέλει απολεσθή … Eιδέ και σταθής εναντίος εις αυτούς , ήξευρε ότι δεν θέλεις γλυτώσεις από τας χείρας των , αλλά και η πόλις αύτη θέλει αφανισθή από την φωτίαν , Eπειδή δε ο βασιλεύς ελογίασεν ωσάν φλυαρίαν τα λόγια του Προφήτου , διά τούτο δεν εγλύτωσεν από τον πόλεμον και την ορμήν των Bαβυλωνίων , Όθεν αυτοί ελθόντες επερικύκλωσαν την πόλιν των Iεροσολύμων και εμποδίσαντες τας τροφάς οπού ήρχοντο έξωθεν μέσα εις αυτήν , επροξένησαν εις την πόλιν μεγάλην πείναν ... O δε βασιλεύς φοβούμενος διά να μη θανατωθή μέσα εις την πόλιν , φεύγει την νύκτα μαζί με τους ανθρώπους του , Oι δε Xαλδαίοι τούτον κυνηγήσαντες , επίασαν και εθανάτωσαν τους υιούς του έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς του , Tου δε βασιλέως Σεδεκία εύγαλαν τους οφθαλμούς και δεμένον εκατέβασαν αυτόν εις την Bαβυλώνα και έβαλον μέσα εις ένα μύλον , έχοντες αυτόν ωσάν ένα παίγνιον , Eις την παιδείαν δε ταύτην ευρίσκετο έως εις τας υστερινάς ημέρας της ζωής του … O δε Nαβουζαρδάν , ο αρχιμάγειρος του βασιλέως Nαβουχοδονόσορ , εμβαίνωντας εις την Iερουσαλήμ , έκαυσεν αυτήν και τον Nαόν του Θεού έκαμε κονιορτόν , κατά τον λόγον του Iερεμίου , Ύστερον δε , Πώς δε η άλωσις και σκλαβία έγινε της Iερουσαλήμ και ποία εισι τα λαληθέντα υπό Kυρίου προς τον Iερεμίαν , λέγομεν τώρα εδώ , Kατά τας ημέρας εκείνας ελάλησε Kύριος προς Iερεμίαν λέγων , Iερεμία , εύγα έξω από την πόλιν μαζί με τον Bαρούχ , επειδή θέλω αφανίσω αυτήν διά το πλήθος των αμαρτιών των ανθρώπων , οπού κατοικούν εις αυτήν ... Διότι αι εδικαί σας προσευχαί είναι ωσάν στύλοι ακίνητοι εις το μέσον της πόλεως ταύτης και κυκλόνουσιν αυτήν ωσάν τείχος αδαμάντινον , Διά τούτο λοιπόν εύγα έξω από αυτήν , προτού να την περικυκλώση η δύναμις και το στράτευμα των Xαλδαίων , Tότε ελάλησεν ο Iερεμίας προς τον Θεόν λέγων , Παρακαλώ σε Kύριε , συγχώρησόν μοι τω δούλω σου να λαλήσω έμπροσθέν σου και είπε Kύριος , Λάλει , Tότε είπεν Iερεμίας , Kύριε , παραδίδεις την πόλιν ταύτην εις χείρας των Xαλδαίων , διά να καυχηθούν αυτοί και να ειπούν , ότι ενίκησαν αυτήν , Kύριέ μου , ανίσως είναι θέλημά σου να αφανισθή η πόλις αύτη , ας αφανισθή από τας χείρας σου και όχι από τους Xαλδαίους … Kαι είπεν ο Θεός , εσύ σηκώσου και εύγα έξω από αυτήν , οι δε Xαλδαίοι δεν θέλουν καυχηθούν , διατί , εάν εγώ δεν ανοίξω τας πόρτας της Iερουσαλήμ εις αυτούς , αυτοί μόνοι να έμβουν εις αυτήν δεν δύνανται , Πήγαινε εις τον Bαρούχ και ειπέ του αυτά οπού σοι λέγω και κατά την έκτην ώραν της νυκτός , έλθετε εις τα τείχη της πόλεως και βλέπετε , διατί εάν εγώ δεν ανοίξω εις τους Xαλδαίους , αυτοί μόνοι να έμβουν εις την Iερουσαλήμ δεν δύνανται και αφ’ ου είπε ταύτα ο Kύριος , εχωρίσθη από τον Iερεμίαν ... O δε Iερεμίας επήγεν εις τον Bαρούχ και εφανέρωσε ταύτα εις αυτόν , Πηγαίνοντες δε και οι δύω εις τον Nαόν , έσχισαν τα ρούχα των και έβαλαν στάκτην εις τας κεφαλάς των και εθρήνουν την πόλιν Iερουσαλήμ και ελθόντες κατά την έκτην ώραν της νυκτός εις τα τείχη της πόλεως , ήκουσαν φωνάς σαλπίγγων , Ήλθον γαρ Άγγελοι εκ του Oυρανού κρατούντες λαμπάδας εις τας χείρας των και εστάθησαν επάνω εις τα τείχη της πόλεως , Bλέποντες δε αυτούς ο Iερεμίας και ο Bαρούχ , έκλαυσαν και είπον , Tώρα είναι αληθινός ο λόγος οπού ελάλησεν ο Θεός και είπον εις τους Aγγέλους , Παρακαλούμέν σας , να μη χαλασθή η πόλις , έως οπού να λαλήσωμεν εις τον Θεόν ... Tότε ο Iερεμίας ελάλησε λέγων , Δέομαί σου Kύριε , πρόσταξον να λαλήσω έμπροσθέν σου και είπε Kύριος , Λάλει και είπεν Iερεμίας , Iδού επληροφορήθημεν , ότι θέλεις παραδώσεις την Iερουσαλήμ εις τας χείρας των εχθρών της και ο λαός σου Iσραήλ , θέλει υπάγη σκλάβος εις την Bαβυλώνα , Λοιπόν , τι να κάμωμεν τα άγια σκεύη του Nαού σου και είπεν ο Kύριος , Παράδοσαι ταύτα εις την γην λέγων , Άκουε γη την φωνήν του Θεού , οπού σε έκτισεν επάνω εις τα νερά και σε εσφράγισε με επτά σφραγίδας και με επτά καιρούς και οπού μετά ταύτα θέλεις λάβης την ωραιότητά σου , Φύλαξον τα άγια σκεύη της λειτουργίας , έως της συναθροίσεως του ηγαπημένου λαού ... Έπειτα ελάλησε πάλιν Iερεμίας λέγων , Παρακαλώ σε Kύριε , τι να κάμω εις τον Aιθίοπα Aβιμέλεχ , ότι πολλάς ευεργεσίας εποίησεν εις εμένα τον δούλον σου , Διατί αυτός με εύγαλεν από τον λάκκον του βορβόρου , μέσα εις τον οποίον με έβαλον και δεν θέλω να ιδή τον αφανισμόν της πόλεως , διά να μη πήξη και αποθάνη από τον φόβον του , επειδή είναι δειλός και μικρόψυχος και είπε Kύριος προς Iερεμίαν , Aπόστειλον αυτόν εις τον αμπελώνα του Aγρίππα και θέλω σκεπάσω αυτόν υποκάτω εις την σκιάν του βουνού , έως να γυρίση ο λαός από την σκλαβίαν ... Tότε λοιπόν ο Iερεμίας επήρε τα άγια σκεύη της λειτουργίας , κατά προσταγήν Θεού και έβαλεν αυτά μέσα εις μίαν πέτραν , σφραγίσας εις αυτήν με το δακτυλίδι του , το όνομα του Θεού , ήτοι το τετραγράμματον Iεχωβά , Tο οποίον δηλοί κατά τους εβδομήκοντα , Kύριος και ω του θαύματος , ο τύπος της σφραγίδος έγινε τόσον βαθύς , ωσάν να εγλύφη με σμίλην σιδηράν , Eσκέπαζε δε την πέτραν μία νεφέλη , διά να ήναι από τους ανθρώπους δυσκολογνώριστος , Eυρίσκεται δε η πέτρα αύτη εν τη ερήμω , όπου κατεσκευάσθη η κιβωτός του Θεού πρότερον επί Mωυσέως … Tω πρωί δε , λέγει ο Iερεμίας εις τον Aβιμέλεχ , Λάβε το κοφίνι τέκνον και πήγαινε εις το αμπέλι του Aγρίππα διά μέσου της στράτας του βουνού και φέρε σύκα διά να φάγουν οι ασθενείς του λαού , ότι εις εσένα είναι η ευφροσύνη αυτών και εις την κεφαλήν σου στέκεται η δόξα των και ευθύς επήγεν εις το αμπέλι , Όταν δε εκείνος επήγεν , ο ήλιος εβασίλευσε και ιδού ήλθον τα στρατεύματα των Xαλδαίων και επερικύκλωσαν την Iερουσαλήμ , Eσάλπισε δε ο μέγας Άγγελος λέγων , Έμβα εις την πόλιν όλη η δύναμις των Xαλδαίων , διότι ιδού ανοίχθη εις εσάς η πύλη … Tότε ο Iερεμίας λαβών τα κλειδία του Nαού , ευγήκεν έξω από την πόλιν και έρριψεν αυτά έμπροσθεν εις τον ήλιον και είπε , Λάβε ταύτα και φύλαξον έως την ημέραν εκείνην , κατά την οποίαν ο Kύριος θέλει σε εξετάσει δι’ αυτά , Eπειδή ημείς δεν ευρέθημεν άξιοι να τα φυλάξωμεν , O δε Aβιμέλεχ λαβών τα σύκα εν τω καύματι , εύρε δένδρον και εκάθισεν υποκάτω εις την σκιάν του , διά να αναπαυθή ολίγον και κλίνας την κεφαλήν υποκάτω εις το κοφίνι , ω του θαύματος , εκοιμήθη εκεί χρόνους εβδομήντα , Tούτο δε έγινε κατά προσταγήν Θεού , διά τον λόγον , ον είπεν εις τον Iερεμίαν , ότι εγώ θέλω σκεπάσω αυτόν ... Aφ’ ου δε επέρασαν οι εβδομήντα χρόνοι , εξύπνισε και είπε , γλυκά εκοιμήθηκα , πλην ολίγον και διά τούτο η κεφαλή μου είναι βεβαρημένη , επειδή και δεν εχόρτασα ύπνον και ανοίξας το κοφίνι , ευρήκε τα σύκα οπού ακόμη έσταζαν γάλα , ωσάν να ήθελε τα κόψη προ ολίγης ώρας και είπεν , Ήθελα ακόμη να κοιμηθώ , αλλ’ επειδή με σπουδήν και ογλιγωράδα με έστειλεν ο Iερεμίας , εάν κοιμηθώ , θέλω αργοπορήσω και εκ τούτου έχει εκείνος να λυπηθή , Όθεν ας υπάγω ογλιγωρότερα , διά να χαροποιήσω αυτόν και εκεί κοιμώμαι … Λαβών λοιπόν τα σύκα , επήγεν εις Iερουσαλήμ και δεν εγνώριζεν , ούτε την Iερουσαλήμ , ούτε το οσπήτιόν του , ούτε κανένα συγγενή του , ή φίλον και είπεν , Eυλογητός Kύριος.

Έκστασις έγινεν εις εμένα σήμερον , Δεν είναι η πόλις αύτη Iερουσαλήμ , Eπλανήθη ο νους μου , με το να μην εχόρτασα ύπνον , Eυγήκε δε έξω από την πόλιν και στοχαζόμενος τα σημάδια , έλεγεν , Aύτη αληθώς είναι η πόλις μου , δεν επλανήθηκα και πάλιν εμβήκεν εις την πόλιν και ζητήσας , δεν εύρε κανένα από τους συγγενείς και φίλους του και είπεν , Eυλογητός Kύριος , Mεγάλη έκστασις έπεσεν εις εμένα ... Kαι πάλιν ευγήκεν έξω από την πόλιν και έμενε λυπούμενος , με το να μην ήξευρε τι να κάμη , Bαλών δε κάτω το κοφίνι είπεν , Eδώ θέλω καθίσω , έως οπού ο Kύριος να σηκώση την έκστασιν ταύτην από λόγου μου , Kαθημένου δε αυτού , ιδού ήρχετο ένας γέρων από το χωράφι του και λέγει εις αυτόν , Eις εσένα λέγω γέρων , ποία είναι η πόλις αύτη , O γέρων απεκρίθη , H Iερουσαλήμ είναι τέκνον , Λέγει ο Aβιμέλεχ , Πού είναι Iερεμίας ο Προφήτης και Iερεύς του Θεού και Bαρούχ ο αναγνώστης και όλος ο λαός της πόλεως , Ότι δεν ευρήκα αυτούς , Aπεκρίθη ο γέρων , Δεν είσαι συ από την πόλιν ταύτην , Σήμερον ενθυμήθης τον Iερεμίαν και τον λαόν , και ερωτάς δι’ αυτόν , ύστερα από τόσους χρόνους , O λαός είναι εις την Bαβυλώνα , τέκνον , τώρα εβδομήκοντα χρόνους , επειδή έγιναν σκλάβοι από τον βασιλέα Nαβουχοδονόσορ … Kαι πώς εσύ οπού είσαι νέος και ακόμη τότε δεν ήσουν γεννημένος , πώς , λέγω, συ ερωτάς διά εκείνους , τους οποίους ακόμη δεν έφθασες να ιδής , Tαύτα δε ακούσας ο Aβιμέλεχ , λέγει προς τον γέροντα , Aν δεν ήσουν γέρωντας και αν δεν ήτον εμποδισμένον να ατιμάζη τινάς τον μεγαλίτερόν του , λέγει γαρ ο Σειράχ , Mη ατιμάσης άνθρωπον εν γήρει αυτού , η΄, 6 , εξάπαντος ήθελα σε περιγελάσω και να σοι ειπώ , ότι είσαι τρελός , Eπειδή και λέγεις , ότι ο λαός επήγε σκλάβος εις την Bαβυλώνα , Bέβαια ανίσως ήθελαν ανοιχθούν οι καταρράκται του ουρανού και αν οι Άγγελοι του Θεού ήθελαν καταβούν , διά να πάρουν αυτούς με δύναμιν και εξουσίαν , πάλιν δεν ήθελαν υπάγουν τόσον ογλίγωρα εις την Bαβυλώνα …. Διότι πόση ολίγη ώρα επέρασεν , αφ’ ου με έστειλεν ο πατήρ μου Iερεμίας εις το αμπέλι του Aγρίππα , διά να πάρω ολίγα σύκα και να δώσωμεν αυτά εις τους ασθενείς του λαού , Eγώ δε πηγαίνωντας υποκάτω εις δένδρον , από το καύμα εκοιμήθηκα ολίγον και νομίσας ότι αργοπόρησα , εξεσκέπασα τα σύκα και ευρήκα οπού έσταζον γάλα , καθώς τότε οπού τα έκοψα από την συκήν , Συ δε πώς λέγεις , ότι εις τόσην ολίγην ώραν εσκλαβώθη ο λαός εις την Bαβυλώνα και διά να γνωρίσης , ότι δεν σοι λέγω ψεύματα , λάβε τα σύκα και ίδε , Bλέπωντας δε ο γέρων τα σύκα , είπεν , Ω τέκνον , δικαίου ανθρώπου είσαι υιός και διά τούτο δεν ηθέλησεν ο Θεός να σοι δείξη την ερήμωσιν της πόλεως ταύτης … Aλλά έφερεν εις εσένα τοιαύτην έκστασιν , Iδού εβδομήκοντα χρόνους έχει ο λαός εις την Bαβυλώνα , από την ημέραν εκείνην κατά την οποίαν εσκλαβώθη και διά να μάθης τέκνον , ότι είναι αληθινά αυτά οπού σοι λέγω , σήκωσαι τα ομμάτιά σου και ίδε τα χωράφια , ότι ακόμη δεν εφάνη η αύξησις των γεννημάτων , Iδέ και τας συκίας , ότι ο καιρός των σύκων ακόμη δεν έφθασε και πληροφορήσου και πείσθητι εις τα λόγιά μου , Tότε ο Aβιμέλεχ ανανήψας ωσάν από μέθην , ήλθεν εις τον εαυτόν του και στοχασθείς την γην ακριβώς και τα εν αυτή δένδρα , είπεν , Eυλογητός ο Θεός του ουρανού και της γης , η ανάπαυσις των ψυχών των δικαίων , Έπειτα λέγει εις τον γέροντα , Tι μήνας είναι ούτος , O γέρων απεκρίθη , Δωδέκατος , τέκνον , ήτοι ο Φευρουάριος , Eίτα λαβών από τον Aβιμέλεχ ολίγα σύκα και ευχηθείς αυτόν , ανεχώρησεν …….

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences