[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Δηλαδή τώρα θα μου κάνετε και λογαριασμό για τα μακαρόνια;» φώναξε η Ιωάννα και χτύπησε την παλάμη της στον πάγκο της κουζίνας τόσο δυνατά που τινάχτηκε το κουτί με τον καφέ. Η Μαρία πάγωσε δίπλα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Δηλαδή τώρα θα μου κάνετε και λογαριασμό για τα μακαρόνια;» φώναξε η Ιωάννα και χτύπησε την παλάμη της στον πάγκο της κουζίνας τόσο δυνατά που τινάχτηκε το κουτί με τον καφέ. Η Μαρία πάγωσε δίπλα στο νεροχύτη, με τα χέρια βρεγμένα.

Εγώ κρατούσα ακόμα το χαρτί της ΔΕΗ και ένιωθα σαν να μου καιγόταν μέσα στο χέρι.

Ήταν η τρίτη εβδομάδα που είχε γυρίσει στο σπίτι μας, στο Παγκράτι, κι ήδη περπατούσαμε μέσα στο ίδιο μας το σπίτι λες και είχε γεμίσει γυαλιά. Η Ιωάννα είναι τριάντα χρονών.

Ή τουλάχιστον αυτό γράφει η ταυτότητά της, γιατί πολλές φορές, όταν την κοιτάζω να κλείνεται στο δωμάτιό της και να μας μιλάει μόνο όταν χρειάζεται λεφτά, νιώθω πως έχουμε κολλήσει κάπου πολύ πίσω.

Για χρόνια της πληρώναμε ενοίκιο, λογαριασμούς, «μια δύσκολη περίοδο», «ένα προσωρινό κενό», «μέχρι να σταθεί». Κάθε μήνα κάτι γινόταν.

Και κάθε μήνα εμείς δίναμε.

Όταν έχασε τη δουλειά της σε μια εταιρεία ρούχων στο Μαρούσι και σχεδόν ταυτόχρονα χώρισε με τον Νικήτα, μας πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας.

Όχι, δεν θα πω ψέματα, η Μαρία έκλαψε πρώτη. «Να έρθεις σπίτι, παιδί μου», της είπε αμέσως. «Να μη μείνεις μόνη σου έτσι.» Ήρθε με δυο βαλίτσες, ένα φυτό μισοπεθαμένο και ένα βλέμμα θυμωμένο, σαν να της χρωστούσε όλος ο κόσμος εξηγήσεις.

Την πρώτη νύχτα της έστρωσα το παλιό της δωμάτιο.

Ακόμα είχε κάτι αφίσες από τότε που πήγαινε λύκειο, λίγο στραβές στον τοίχο.

Στάθηκα εκεί και με έπιασε ένα σφίξιμο.

Σκεφτόμουν πως ίσως αυτή τη φορά θα ξαναβρίσκαμε έναν δρόμο.

Έκανα λάθος.

Τις πρώτες μέρες κοιμόταν μέχρι αργά.

Δεν λέω, είχε περάσει πολλά.

Της πηγαίναμε καφέ, φαγητό, της λέγαμε να πάρει τον χρόνο της.

Μετά άρχισαν τα μικρά.

Παρήγγελνε καφέδες απ' έξω κάθε μέρα, ψώνια online, καλλυντικά, κάτι ρούχα που «ήταν σε προσφορά». Μια μέρα είδα την κάρτα της Μαρίας πάνω στο κομοδίνο της. «Ιωάννα, την πήρες χωρίς να ρωτήσεις;» τη ρώτησα.

Ούτε που σήκωσε το κεφάλι από το κινητό. «Θα στα έδινα πίσω.» «Δεν είναι αυτό το θέμα.» Τότε γέλασε εκείνο το ξερό γελάκι που με τρυπάει. «Ποιο είναι το θέμα, μπαμπά; Ότι σας κοστίζω; Πάντα αυτό δεν ήμουν για σας; Ένα έξοδο;» Η Μαρία γύρισε απότομα. «Μη λες τέτοια πράγματα.

Ό,τι έχουμε κάνει, το έχουμε κάνει γιατί σ’ αγαπάμε.» «Όχι.

Το έχετε κάνει για να νιώθετε καλοί γονείς.» Εκείνη τη στιγμή δεν απάντησα.

Και αυτό ίσως ήταν το χειρότερο.

Γιατί μέσα μου πετάχτηκε μια σκέψη άσχημη, που ντράπηκα ακόμα και να τη σκεφτώ: μήπως της μάθαμε πως η αγάπη είναι κατάθεση στην τράπεζα; Η αλήθεια είναι ότι λείπαμε πολύ όταν ήταν μικρή.

Εγώ δούλευα σε συνεργείο από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η Μαρία έκανε διπλοβάρδιες σε φούρνο για να πληρώνουμε φροντιστήρια, αγγλικά, σπουδές.

Δεν ήμασταν γονείς των αγκαλιών και των μεγάλων κουβεντών.

Ήμασταν οι γονείς που λέγαμε «έχεις φαγητό στην κατσαρόλα» και «μην ανησυχείς, θα βρεθούν τα λεφτά». Ίσως εκεί χάθηκε το πράγμα.

Σιγά σιγά.

Χωρίς φασαρία.

Το μεγάλο μπαμ έγινε ένα βράδυ Κυριακής.

Είχαμε κάτσει να φάμε και της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα πως από τον επόμενο μήνα δεν θα συνεχίζαμε να καλύπτουμε τα πάντα.

Όχι γιατί θέλαμε να την πετάξουμε έξω.

Αλλά γιατί έπρεπε να ψάξει δουλειά σοβαρά, να μπει σε πρόγραμμα, να στηθεί ξανά.

Άφησε κάτω το πιρούνι. «Α, ωραία.

Δηλαδή μετράτε αντίστροφα να ξεφορτωθείτε το πρόβλημα.» «Δεν είσαι πρόβλημα», είπε η Μαρία και η φωνή της έσπασε. «Τότε γιατί κάθε κουβέντα γυρίζει στα λεφτά;» Δεν άντεξα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences