«Ποιος είναι ο Νίκος και γιατί του έστειλες χίλια διακόσια ευρώ;» Ο Γιώργος άφησε το πιρούνι του. Στην κουζίνα ακουγόταν μόνο το ψυγείο. Είχα μπροστά μου τον κοινό μας λογαριασμό και δίπλα έναν...
«Ποιος είναι ο Νίκος και γιατί του έστειλες χίλια διακόσια ευρώ;» Ο Γιώργος άφησε το πιρούνι του.
Στην κουζίνα ακουγόταν μόνο το ψυγείο.
Είχα μπροστά μου τον κοινό μας λογαριασμό και δίπλα έναν απλήρωτο λογαριασμό ρεύματος. «Κάτσε λίγο, Ελένη». «Όρθια θα το ακούσω». Έτριψε το πρόσωπό του με τις παλάμες. «Νομίζω… Όχι. Ξέρω.
Είναι γιος μου». Είκοσι έξι χρόνια παντρεμένοι.
Μια κόρη είκοσι τριών.
Ένα στεγαστικό που ακόμα μας κυνηγούσε.
Κι εγώ στεκόμουν με τις παντόφλες, περιμένοντας να μου πει ότι κατάλαβα λάθος. Ο Νίκος ήταν είκοσι εννέα.
Είχε γεννηθεί πριν γνωριστούμε, από μια σχέση του Γιώργου με την Κατερίνα, μια κοπέλα που ήξερα μόνο ως όνομα από τα παλιά.
Είχαν χωρίσει άσχημα και εκείνη είχε φύγει για την Πάτρα. «Δεν μου είπε ποτέ ότι ήταν έγκυος». «Εσύ πότε το έμαθες;» Δεν απάντησε αμέσως. «Πριν δύο μήνες». Εκεί ήταν που κάθισα.
Δύο μήνες έτρωγε απέναντί μου.
Με ρωτούσε αν πόνεσε πάλι η μέση μου στο μαγαζί.
Είχαμε πάει μαζί σε μνημόσυνο, είχαμε μαλώσει για τον θερμοσίφωνα, είχαμε κοιμηθεί αγκαλιά.
Κι εκείνος ήξερε. Ο Νίκος τον είχε βρει μετά τον θάνατο της μητέρας του.
Σε ένα κουτί υπήρχαν παλιές φωτογραφίες, γράμματα και ένα χαρτί με το ονοματεπώνυμο του Γιώργου.
Μέχρι τότε πίστευε πως ο πατέρας του είχε πεθάνει.
Έκαναν εξέταση πατρότητας.
Βγήκε θετική. «Ήθελα να είμαι σίγουρος πριν σας αναστατώσω». «Και αφού σιγουρεύτηκες;» «Δεν ήξερα πώς». Η Άννα το έμαθε εκείνο το βράδυ.
Ήρθε από τη δουλειά της σε ένα φαρμακείο, άφησε την τσάντα στην καρέκλα και μας κοίταξε. «Πέθανε κανείς;» Όταν της το είπε, γέλασε από αμηχανία.
Μετά άρχισε να κλαίει χωρίς ήχο. «Δηλαδή έχω αδερφό; Και πήγαινες και τον έβλεπες; Ενώ εγώ σου έλεγα τα δικά μου και εσύ…» Έκλεισε την πόρτα του δωματίου της. Ο Γιώργος πήγε πίσω της, αλλά δεν άνοιξε.
Για τρεις εβδομάδες κοιμήθηκε στον καναπέ.
Δεν του το ζήτησα.
Ούτε του είπα να γυρίσει.
Δεν με είχε απατήσει.
Το ήξερα.
Το έλεγα μέσα μου σαν λογαριασμό που έπρεπε να βγει σωστός.
Αλλά η εμπιστοσύνη δεν υπακούει πάντα στη λογική.
Τα χρήματα ήταν για νοίκια που χρωστούσε ο Νίκος.
Μετά την αρρώστια της μητέρας του είχε μείνει πίσω παντού.
Το καταλάβαινα.
Αυτό που δεν άντεχα ήταν ότι εμείς μετρούσαμε τις δόσεις του σούπερ μάρκετ κι ο Γιώργος είχε αποφασίσει μόνος του για κοινά χρήματα. «Αν σου το έλεγα, θα συμφωνούσες;» με ρώτησε πάνω στον καβγά. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους