[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Gabriel Fauré (Gabriel Urbain Fauré 12 Μαΐου 1845 – 4 Νοεμβρίου 1924) ήταν Γάλλος συνθέτης, οργανίστας, πιανίστας και δάσκαλος μουσικής της ύστερης Ρομαντικής εποχής. Το έργο του, που περιλαμβάνει...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Gabriel Fauré (Gabriel Urbain Fauré 12 Μαΐου 1845 – 4 Νοεμβρίου 1924) ήταν Γάλλος συνθέτης, οργανίστας, πιανίστας και δάσκαλος μουσικής της ύστερης Ρομαντικής εποχής.

Το έργο του, που περιλαμβάνει την περίφημη Παβάνα και το Ρέκβιεμ, επηρέασε σημαντικά πολλούς συνθέτες του 20ού αιώνα.

Έκτο κατά σειρά τέκνο μιας καλλιεργημένης οικογένειας, ο Φωρέ γεννήθηκε στην κοινότητα του Παμιέ των γαλλικών Πυρηναίων.

Λόγω προβλημάτων υγείας της μητέρας του Marie-Antoinette-Hélène Lalène-Laprade, μέχρι την ηλικία των τεσσάρων έζησε με μια τροφό· το 1849 ο πατέρας του, Toussaint-Honoré Fauré, διορίζεται διευθυντής της École Normale στο Μονγκωζύ και ο Φωρέ επιστρέφει στην οικογένειά του.

Δίπλα στο σχολείο του υπήρχε ένα παρεκκλήσιο, όπου ο Φωρέ έπαιζε συχνά αρμόνιο· μια τυφλή ηλικιωμένη που τον άκουσε, αναγνώρισε το πηγαίο του ταλέντο και ενημέρωσε τον πατέρα του.

Αργότερα, το 1853, ο Dufaur de Saubiac -αξιωματούχος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης- επίσης άκουσε τον νεαρό Φωρέ να παίζει και εισηγήθηκε τις περαιτέρω σπουδές του.

Μετά από έναν χρόνο, ο πατέρας του συμφώνησε και ο 9χρονος Φωρέ εισάγεται στη Σχολή Κλασικής και Θρησκευτικής Μουσικής που μόλις είχε ανοίξει ο Ελβετός Λουί Νίντερμάγιερ στο Παρίσι Λαμβάνοντας υποτροφία από την Επισκοπή της γενέτειράς του, παρέμεινε στη σχολή ως εσωτερικός για περίπου ένδεκα χρόνια· τα δωμάτια ήταν σκοτεινά και το συσσίτιο μέτριο, ενώ το αυστηρό καθεστώς επέβαλλε την ενδυμασία μιας περιστόλιστης στολής Η μουσική εκπαίδευση ωστόσο ήταν εξαίρετη υπό τη διεύθυνση του Νίντερμάγιερ το εκπαιδευτικό αντικείμενο επικεντρωνόταν στην εκκλησιαστική μουσική, με σκοπό την παραγωγή άριστων οργανιστών και διευθυντών χορωδίας.

Οι καθηγητές του περιλάμβαναν τον Clément Loret στο εκκλησιαστικό όργανο, τον Louis Dietsch στην αρμονία, τον Xavier Wackenthaler στην αντίστιξη και τη φούγκα, καθώς και τον ίδιο τον Νίντερμάγιερ στο πιάνο, το γρηγοριανό μέλος και τη σύνθεση Τον Μάρτιο του 1861 ο Νίντερμάγιερ πεθαίνει και αντικαθίσταται από τον Καμίγ Σαιν-Σανς, ο οποίος κατά βάση διδάσκει πιάνο, ενώ εισάγει τους μαθητές στην τότε σύγχρονη μουσική του Ρόμπερτ Σούμαν, του Φραντς Λιστ και του Βάγκνερ Με τον Φωρέ ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση δασκάλου προς μαθητή, την οποία επισφράγισαν με μια φιλία που κράτησε πάνω από 60 χρόνια Ενόσω μαθητής, ο Φωρέ έλαβε την πρώτη θέση σε πολλούς σχολικούς διαγωνισμούς, συμπεριλαμβανομένης της διάκρισης στη σύνθεση για το χορωδιακό Cantique de Jean Racine Op. 11, έργο που καθιερώθηκε σύντομα στο χορωδιακό ρεπερτόριο.Αποφοίτησε το 1865, ως διπλωματούχος (Laureat = δαφνούχος) στο όργανο, το πιάνο, την αρμονία και τη σύνθεση, με διακριτικό τίτλο αυτόν του Maître de Chapelle (Μαέστρος Χορωδίας). Τελειώνοντας τη σχολή, διορίζεται αρχικά οργανίστας στην Εκκλησία του Αγίου Σώστη, στην πόλη Ρεν της Βρετάνης.

Παρέμεινε εκεί για τέσσερα χρόνια, όπου παρέδιδε «αμέτρητα» ιδιαίτερα μαθήματα ως συμπλήρωμα του εισοδήματός του Έβρισκε την πόλη βαρετή, ενώ η σχέση του με τον εφημέριο δεν ήταν και η καλύτερη: συχνά έκανε διάλειμμα για τσιγάρο κατά τη διάρκεια του κηρύγματος, ενώ το 1870, πηγαίνοντας μετά από ξενύχτι στην Κυριακάτικη Λειτουργία με τα βραδινά του ρούχα, του ζητήθηκε να παραιτηθεί Άμεσα, προσελήφθη ως βοηθός οργανίστα στη Νοτρ Νταμ του Κλινιανκούρ βόρεια του Παρισιού, όπου και παρέμεινε για λίγους μόνο μήνες· με το ξέσπασμα του Γαλλο-Πρωσσικού Πολέμου το 1870, δήλωσε εθελοντής στρατιώτης, συμμετέχοντας στην άρση της Παρισινής Κατοχής και λαμβάνοντας μέρος σε μάχες στο Μπουρζέ, το Σαμπινύ και το Κρετέιγ.

Με τη νίκη της Πρωσίας, το Παρίσι έζησε ταραχώδεις μέρες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας. Ο Φωρέ βρίσκει καταφύγιο σε έναν από τους αδελφούς του στο Ραμπουιγιέ, ενώ στη συνέχεια δραπετεύει στην Ελβετία, όπου και προσλαμβάνεται ως καθηγητής της Σχολής Νίντερμέγιερ, που είχε αλλάξει έδρα προς αποφυγή των εντάσεων στο Παρίσι.

Ο πρώτος του μαθητής εκεί υπήρξε ο Αντρέ Μεσαζέ, με τον οποίον αργότερα τους συνέδεσε η περιστασιακή συνεργασία, ενώ έκτισαν μια διά βίου φιλία Το 1871 ο Φωρέ επιστρέφει στο Παρίσι, όπου και διορίζεται διευθυντής χορωδίας στην περίφημη Εκκλησία του Αγίου Σουλπικίου, συνθέτης και οργανίστας της οποίας είναι ο Σαρλ-Μαρί Βιντόρ . Του δίνεται η ευκαιρία να παραβρεθεί αρκετές φορές στα μουσικά σουαρέ του Σαιν-Σανς, όπου και γνωρίζεται με την τραγουδίστρια και συνθέτη Πωλίν Βιαρντό Συνάμα, γίνεται ιδρυτικό μέλος στη νεοσύστατη Εθνική Λέσχη Μουσικής (Société Nationale de Musique), που στόχο έχει τη διάδοση του έργου νέων Γάλλων συνθετών Τα μέλη της συμπεριελάμβαναν τους Ζωρζ Μπιζέ, Ζυλ Μασνέ, Σεζάρ Φρανκ κ.ά. ο Φωρέ διετέλεσε γραμματέας το 1874 ενώ πολλά από τα έργα του πρωτοπαρουσιάστηκαν σε συναυλίες της Λέσχης.Το ίδιο έτος εγκαταλείπει τον Άγιο Σουλπίκιο και διορίζεται οργανίστας στην Εκκλησία της Μαντλέν, αντικαθιστώντας τον Σαιν-Σανς που περιοδεύει σε συναυλίες . Κατά τα λόγια του τελευταίου, ο Φωρέ ήταν "πρώτης τάξεως οργανίστας όταν το ήθελε" ενώ οι αυτοσχεδιασμοί του ήταν απαράμιλλοι.

Ωστόσο, στην πρώτη θέση της προτίμησής του ήταν το πιάνο, θεωρώντας το όργανο ως βιοποριστικό μέσο ίσως γι' αυτό, αν και επαγγελματίας οργανίστας για 40 χρόνια, στο έργο του δεν συγκαταλέγεται ούτε ένα κομμάτι για σόλο όργανο Το 1877 υπήρξε έτος-σταθμός για τον Φωρέ, τόσο σε επαγγελματικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο.Τον Ιανουάριο παρουσιάζεται η σονάτα του για βιολί σε συναυλία της Λέσχης αποσπώντας διθυράμβους, ενώ τον Μάρτιο αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας της Εκκλησίας της Μαντλέν, παραδίδοντας τη θέση του οργανίστα στον Τεοντόρ Ντυμπουά Τον Ιούλιο του ίδιου έτους αρραβωνιάζεται με την κόρη της Βιαρντό, Μαριάν, με την οποία είναι βαθιά ερωτευμένος ωστόσο, τον Νοέμβριο του 1877 ο αρραβώνας διαλύεται από μέρους της, χωρίς να γνωρίζουμε τους λόγους.

Για να τον παρηγορήσει, ο Σαιν-Σανς παίρνει τον Φωρέ στη Βαϊμάρη και του γνωρίζει τον Φραντς Λιστ.

Το ταξίδι αποτελεί βάλσαμο για τον Φωρέ, ο οποίος έκτοτε αρέσκεται να ταξιδεύει στο εξωτερικό τον επόμενο χρόνο παίρνει τον άλλοτε μαθητή του Μεσαζέ και πηγαίνουν στη Γερμανία για να παρακολουθήσουν όπερες του Βάγκνερ.

Βλέπουν τον Χρυσό του Ρήνου και τις Βαλκυρίες στην Όπερα της Κολωνίας· το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν στην Όπερα του Μονάχου και το Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου· τους Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης και τον Πάρσιφαλ στο Μόναχο και την Όπερα του Μπαϊρόιτ Με τον Μεσαζέ γράφουν από κοινού το Souvenirs de Bayreuth, ένα πιανιστικό κομμάτι για τέσσερα χέρια, με δάνεια θέματα από το Δαχτυλίδι . Εντούτοις, αν και εκτέθηκε σε μεγάλο βαθμό στη μουσική του Βάγκνερ, ο Φωρέ είναι από τους ελάχιστους συνθέτες της γενιάς του που γενικά δεν επηρεάστηκε απ' αυτόν.

Το 1883 ο Φωρέ νυμφεύεται τη Μαρί Φρεμιέ, κόρη του γλύπτη Εμμανουέλ Φρεμιέ.

Ο γάμος άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς, ωστόσο η νοικοκυρά Μαρί σιγά-σιγά σιχάθηκε τις απουσίες και τους παράνομους δεσμούς του συζύγου της Ο Φωρέ συνδέθηκε ερωτικά με την τραγουδίστρια Έμμα Μπαρντάκ περί το 1892 κατόπιν με τη συνθέτη Αντέλα Μάντισον και το 1900 με την πιανίστα Μαργκερίτ Χάσελμανς, κόρη του Αλφόνς Χάσελμανς.

Η τελευταία αυτή σχέση κράτησε μέχρι τον θάνατο του συνθέτη· τη συντηρούσε σ' ένα διαμέρισμα στο Παρίσι, ενώ δεν έκρυβαν το αμοιβαίο τους αίσθημα Με τη νόμιμη γυναίκα του απέκτησε δύο γιούς, το 1883 τον Εμμανουέλ Φωρέ-Φρεμιέ (με διπλό επώνυμο κατ' απαίτηση της συζύγου του), που εξελίχθηκε σε διεθνούς φήμης βιολόγο και τον Φιλίπ το 1889 Για τον βιοπορισμό τους ο Φωρέ διηύθυνε την εκκλησιαστική χορωδία της Μαντλέν καθημερινά, ενώ παρέδιδε μαθήματα πιάνου και αρμονίας.

Οι συνθέσεις του δεν απέφεραν αξιόλογα ποσά, καθώς ο εκδότης τις αγόραζε για 50 φράγκα την καθεμιά, χωρίς να του αποδίδει πνευματικά δικαιώματα.

Απ' αυτή την περίοδο προέρχονται αρκετά -μεγάλης κλίμακας- έργα, καθώς και πολλά κομμάτια για πιάνο και τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία τα κατέστρεψε μετά από μερικές παραστάσεις, κρατώντας μόνο κάποια ως πηγή ιδεών Ως νεαρός, ο Φωρέ υπήρξε πολύ εύθυμος· στα λόγια ενός φίλου, ήταν «γεμάτος από νεανικό, ακόμη και παιδικό, κέφι» Ο διαλυμένος του αρραβώνας, σε συνδυασμό με την ανεπιτυχή του καριέρα, επέφεραν σημάδια κατάθλιψης, τα οποία ο ίδιος περιέγραφε ως «χολή». Στη δεκαετία του 1890, ωστόσο, τα πράγματα βελτιώθηκαν.

Με τον θάνατο το 1892 του Ερνέστ Ζιρώ, καθηγητή σύνθεσης στο Ωδείο των Παρισίων (Conservatoire de Paris) , ο Σαιν-Σανς τον παρότρυνε να αιτηθεί της κενής θέσης.

Η συντηρητική διοίκηση του Ωδείου θεωρούσε τον Φωρέ «επικίνδυνα μοντέρνο» και ο διευθυντής, Αμπρουάζ Τομά, απέτρεψε την πρόσληψη διαμηνύοντας: «Ο Φωρέ; Ποτέ! Αν διοριστεί εδώ, εγώ παραιτούμαι» Εντούτοις, ο Φωρέ αναλαμβάνει μια άλλη θέση που κατείχε ο Ζιρώ, αυτή του επιθεωρητή ωδείων και μουσικών σχολών ανά τη γαλλική επαρχία· το πόστο περιλαμβάνει συχνά και μακρόχρονα ταξίδια σ' ολόκληρη τη χώρα, αλλά βέβαια του παρέχει ένα σταθερό εισόδημα, που καθιστούν τα ιδιαίτερα μαθήματα πλέον περιττά Το 1896 ο Αμπρουάζ Τομά πεθαίνει και τη διεύθυνση του Ωδείου αναλαμβάνει ο Τεοντόρ Ντυμπουά, τον οποίον ο Φωρέ με τη σειρά του διαδέχεται ως κύριος οργανίστας της Μαντλέν.

Η διεύθυνση υπό τον Ντυμπουά δεν ήταν άνευ συνεπειών: ο Ζυλ Μασνέ, καθηγητής σύνθεσης του Ωδείου, περίμενε να διαδεχθεί τον Τομά, ωστόσο επέμενε στην ισόβια ανάληψη της θέσης Καθώς απορρίφθηκε, τη θέση κατέλαβε ο Ντυμπουά και ο Μασνέ παραιτήθηκε οργισμένος Εν τέλει ο Φωρέ αναλαμβάνει την τάξη της σύνθεσης, από την οποία θα περάσουν αρκετοί μετέπειτα γνωστοί συνθέτες, μερικοί από τους οποίους περιλαμβάνουν τους Μωρίς Ραβέλ, Λουί Ωμπέρ, Τζόρτζε Ενέσκου και τη Νάντια Μπουλανζέ Κατά την άποψη του Φωρέ, οι μαθητές χρειάζονταν μια στιβαρή βάση με τα στοιχειώδη, έργο που ανέθεσε με χαρά στον ικανότατο βοηθό του, Αντρέ Ζεντάλζ η δική του συνεισφορά εστιαζόταν στο πώς να βοηθήσει τον κάθε μαθητή να εφαρμόσει αυτά τα στοιχειώδη στα προσωπικά του μέτρα και αισθητική.

Ένας μαθητής του, ο Ζαν Ροζέρ-Ντυκάς, έγραφε αργότερα, πως «διόρθωνε την κάθε εργασία, επικαλούμενος τους κανόνες της φόρμας... και ανατρέχοντας πάντα σε κάποιο παράδειγμα από τους μεγάλους συνθέτες» Ο Ραβέλ, από την άλλη, πάντα ενθυμούνταν το «ανοιχτό μυαλό» του δασκάλου του, ο οποίος -βλέποντας για πρώτη φορά το κουαρτέτο εγχόρδων του Ραβέλ- δεν έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό· μετά από μερικές μέρες, ξανακοιτώντας του δήλωσε «μπορεί και να είχα κάνει λάθος » Στα λόγια του μουσικολόγου Ανρί Πρυνιέρ, «αυτό που ο Φωρέ ανέπτυξε στους μαθητές του ήταν το αισθητικό κριτήριο, την αρμονική ευαισθησία, την αγάπη για τις καθαρές γραμμές, τις απρόσμενες και χρωματιστές μετατροπίες· ποτέ όμως δεν τους ώθησε να γράφουν στο δικό του ύφος και γι' αυτόν τον λόγο κατάφεραν όλοι τους να βρουν το δικό τους προσωπικό μονοπάτι, συχνά σε αντιδιαμετρικές κατευθύνσεις» Στην αλλαγή του αιώνα, ο Φωρέ γράφει μουσική για το θεατρικό του Μωρίς Μέτερλινκ, Πελλέας και Μελισάνθη (1898), καθώς και τον Προμηθέα, μια λυρική τραγωδία για το αμφιθέατρο στην πόλη Μπεζιέ.

Καθώς προοριζόταν για εκτέλεση σε ανοιχτό χώρο, η ενορχήστρωση είναι για μια μεγάλη ορχήστρα και χορωδία.

Η πρεμιέρα του τον Αύγουστο του 1900 αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία, που επαναλήφθηκε και την επόμενη χρονιά, αλλά και στο Παρίσι το 1907.

Δέκα χρόνια μετά παίζεται στην Όπερα των Παρισίων, σε εκδοχή για κανονικού μεγέθους ορχήστρα και χορωδία, και ακολουθούν άλλες 40 παραστάσεις Από το 1903 ως το 1921 ο Φωρέ γράφει μουσικές κριτικές στην εφημερίδα Λε Φιγκαρό, ρόλος που όμως δεν του ταιριάζει· ο βιογράφος του, Ζαν-Μισέλ Νεκτού, το εξηγεί αυτό, λέγοντας πως «η φυσική του καλοσύνη και το ανοιχτό τουhttps://www.2mbsfinemusicsydney.com/wp-content/uploads/2025/01/gabriel_faure_600x600_274746ad-39f3-487b-a3df-d1058f0f0bc9-2e435ef51752.webp μυαλό αν μη τι άλλο του έδιναν το έναυσμα να εστιάζει στα θετικά στοιχεία ενός έργου» #GabrielFauré

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences