[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Βαρθολομαίος Α΄ - Ο Πατριάρχης της εκκλησιολογίας Αυτές οι σκέψεις είναι, πριν απ’ όλα, η απάντηση που οφείλω σε έναν άνθρωπο τον οποίο εκτιμώ, έναν γνωστό αγιορείτη Γέροντα, του οποίου το όνομα δεν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Βαρθολομαίος Α΄ - Ο Πατριάρχης της εκκλησιολογίας Αυτές οι σκέψεις είναι, πριν απ’ όλα, η απάντηση που οφείλω σε έναν άνθρωπο τον οποίο εκτιμώ, έναν γνωστό αγιορείτη Γέροντα, του οποίου το όνομα δεν θα αναφέρω; και πιστεύω πως καταλαβαίνετε γιατί.

Έναν ηγούμενο σαν να έχει έρθει από άλλους καιρούς, που στάθηκε πνευματικό στήριγμά μου στη δύσκολη περίοδο που άρχισε με την έκδοση της απόφασης για την καθαίρεσή μου στην Οράντεα, μέσα από μια διαδικασία την οποία θεωρώ αντικανονική και πολιτικοποιημένη.

Το καλοκαίρι, όταν επισκέφθηκα το Άγιον Όρος, συζήτησα με τον Γέροντα μια ολόκληρη νύχτα.

Ανάμεσα σε όσα μου είπε με αγάπη, αλλά και με λύπη, υπήρχαν δύο ερωτήματα: γιατί δεν μίλησα για τη Σύνοδο της Κρήτης και πώς συμβιβάζονται οι θεολογικές μου θέσεις με την εκτίμηση που έχω επανειλημμένα εκφράσει για τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Τη συμπάθειά μου αυτή δεν την έκρυψα ποτέ, ενώ οι φωτογραφίες από τις επισκέψεις μου στο Φανάρι την έκαναν γνωστή και σε όσους δεν με γνωρίζουν από κοντά.

Και μου στοίχισε πολλές επικρίσεις. ——— Αγαπητέ μου Γέροντα, Παίρνω στα σοβαρά την ανησυχία Σας και κατανοώ τα ερωτήματά Σας.

Εκείνο που με ανησυχεί, με τη σειρά μου, είναι η ευκολία με την οποία, στις εκκλησιαστικές μας αντιπαραθέσεις, η διαφωνία καταλήγει να μετατρέπεται σε περιφρόνηση.

Θα ήταν μεγάλο σφάλμα να περιορίσουμε την αξία ενός ανθρώπου σε ορισμένες ενέργειες που, μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες ή σε μια ορισμένη περίοδο, μπορεί να προκαλούν αντιδράσεις.

Ακόμη μεγαλύτερο όμως σφάλμα, με συνέπειες για την ίδια την πνευματική μας ζωή, θα ήταν να αποκτήσουμε τέτοια βεβαιότητα για την αναλυτική μας ικανότητα, ώστε να πάψουμε να αναγνωρίζουμε πόσα μας διαφεύγουν από εκείνα που κρίνουμε, πόσα αγνοούμε για τις περιστάσεις και πόσο εύκολα μπορούμε να συγχέουμε τις δικές μας αδυναμίες με τις απαιτήσεις της πίστεως.

Μια τέτοια βεβαιότητα μπορεί να μας οδηγήσει να περιφρονήσουμε ακριβώς μια διακονία που θεωρώ από τις πολυτιμότερες, αλλά και από τις περισσότερο εκτεθειμένες σε κινδύνους, στον τελευταίο αιώνα της ιστορίας της Ορθοδοξίας.

Σκόπευα να Σας στείλω μια επιστολή προς το τέλος του έτους.

Η επέτειος των τριάντα πέντε χρόνων από την ενθρόνιση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου μού έδωσε την ευκαιρία να Σας απαντήσω τώρα και να μοιραστώ αυτές τις σκέψεις με όσους μου έχουν θέσει παρόμοια ερωτήματα.

Συνάντησα για πρώτη φορά τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Τσεχία, το 2013.

Είχα συμμετάσχει σε ένα συνέδριο στη Σλοβακία και από εκεί αναχώρησα μαζί με έναν φίλο, τον τότε πρέσβη της Ελλάδος στην Μπρατισλάβα, για να παραστούμε σε μια Θεία Λειτουργία που θα τελούσε ο Πατριάρχης.

Ο πρέσβης με σύστησε στον Παναγιώτατο και είχα την ευκαιρία μιας συνομιλίας που θυμάμαι ακόμη και σήμερα.

Γνωρίζοντας πόσους σημαντικούς θεολόγους είχε γνωρίσει και με πόσους είχε συνεργαστεί στενά, τον ρώτησα ποιος τον είχε επηρεάσει περισσότερο.

Μου απάντησε μιλώντας για τον πατέρα Αστέριο, τον ιερέα του χωριού όπου γεννήθηκε, ο οποίος είχε επηρεάσει την κλήση του να διακονήσει την Εκκλησία περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.

Ήταν ένας απλός άνθρωπος, χωρίς ανώτερες σπουδές, που δεν άφηνε να περάσει ημέρα χωρίς Εσπερινό και Όρθρο.

Το παιδί που αργότερα θα γινόταν Πατριάρχης τον ακολουθούσε στις ακολουθίες, τον βοηθούσε και του ήταν αφοσιωμένο.

Μετά την ακολουθία, ο ιερέας το έπαιρνε μαζί του στο καφενείο που διατηρούσε ο πατέρας του μετέπειτα Πατριάρχη και το κερνούσε κάτι γλυκό.

Μου έμεινε στη μνήμη η ευγνωμοσύνη με την οποία διηγούνταν εκείνα τα χρόνια.

Στα όσα μου έλεγε για εκείνον τον ιερέα, η πιστή τήρηση της προσευχής και η τρυφερή φροντίδα για το παιδί ήταν αχώριστες· κοντά του, ο μελλοντικός Πατριάρχης είχε μάθει τι σημαίνει να ανήκεις στην Εκκλησία.

Πριν μελετήσει τους κανόνες, πριν αναλάβει την ευθύνη άλλων ανθρώπων, είχε γνωρίσει τη χαρά της διακονίας και τη φροντίδα ενός ποιμένα.

Τριάντα πέντε χρόνια πατριαρχίας περιλαμβάνουν αποφάσεις, επιτεύγματα, λάθη και συνέπειες που παραμένει δύσκολο να αποτιμηθούν.

Οι υπεύθυνοι της εκκλησιαστικής επικοινωνίας και οι θεολόγοι των εκκλησιαστικών γραφείων συνθέτουν συχνά προσωπογραφίες χωρίς ρωγμές, ενώ οι επικριτές χρησιμοποιούν τις υπερβολές των εγκωμίων για να απορρίψουν τα πάντα.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο συνήθειες, ο άνθρωπος για τον οποίο μιλούμε καταλήγει να χάνεται, μαζί με τις περιστάσεις μέσα στις οποίες χρειάστηκε να αποφασίσει και με την ευθύνη που εμείς μπορούμε να σχολιάζουμε, χωρίς ποτέ να έχουμε χρειαστεί να την αναλάβουμε.

Αν έπρεπε να ονομάσω τη διάσταση που θεωρώ καθοριστική στη διακονία του Βαρθολομαίου, θα μιλούσα για έναν Πατριάρχη της εκκλησιολογίας: έναν θεολόγο που μεριμνά ώστε η αλήθεια που ομολογούμε για την Εκκλησία να ενεργεί στον τρόπο με τον οποίο εκείνη ασκεί την εξουσία της, διαφυλάσσει την κοινωνία της και πλησιάζει τον άνθρωπο που έχει εμπιστευθεί στη φροντίδα της ο Θεός.

Όταν ομολογούμε την Εκκλησία ως μία, αγία, καθολική και αποστολική, ομολογούμε μια πραγματικότητα που μας δεσμεύει.

Η ενότητά της θεμελιώνεται στον Χριστό, στην κοινή πίστη και στη μετοχή στην ίδια ζωή· και αυτή η ενότητα πρέπει να γίνεται αναγνωρίσιμη στις σχέσεις μεταξύ των επισκόπων, στη συνάντηση των τοπικών Εκκλησιών και στη φροντίδα για εκείνους που οι διαιρέσεις κρατούν μακριά τον έναν από τον άλλον.

Η εκκλησιολογία φτάνει έτσι μέχρι την κρίση μιας συγκεκριμένης περίπτωσης, εκεί όπου μια υπογραφή μπορεί να κλείσει μια πληγή ή να την κάνει βαθύτερη για ολόκληρες γενιές. Ο Βαρθολομαίος ανέλαβε τον Οικουμενικό Θρόνο όταν η Ανατολική Ευρώπη έβγαινε από τον κομμουνισμό και οι Εκκλησίες ξαναέβρισκαν την ελευθερία τους, κουβαλώντας τις πληγές και τις συνήθειες της απομόνωσης.

Η προσέγγισή τους προϋπέθετε τη συνάντηση διαφορετικών ιστορικών εμπειριών και νοοτροπιών, που είχαν εξελιχθεί χωριστά, κάποτε σε τέτοιο βαθμό ώστε να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη με δυσπιστία, μέσα σε έναν κόσμο όπου ο εκκλησιαστικός λόγος έφτανε όλο και δυσκολότερα στον άνθρωπο έξω από την κοινότητα.

Η ενότητα της Ορθοδοξίας φαίνεται διαφορετικά από το παράθυρο ενός κελιού, από την ενορία, από τη βιβλιοθήκη ενός θεολογικού ιδρύματος ή από ένα επισκοπικό γραφείο.

Από κάθε έναν από αυτούς τους τόπους μπορεί να γίνει ορατό κάτι αληθινό, και ο πρώτος μεταξύ των αδελφών φέρει την ευθύνη να ακούσει αυτές τις εμπειρίες και να βοηθήσει όσους τις ζουν να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον μέσα στην ίδια Εκκλησία.

Έτσι κατανοώ το πρωτείο ως διακονία της κοινωνίας και της συνοδικής ζωής, όπως κατανοώ και την αυτοκεφαλία ως ελευθερία που συνεπάγεται ευθύνη απέναντι στο σύνολο.

Ο πόνος μιας κοινότητας δεν παύει να μας αφορά εκεί όπου αρχίζει η δικαιοδοσία κάποιου άλλου.

Μέσα σε αυτό το φως βλέπω τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο: από πολλές απόψεις εξόριστο μέσα στην ίδια του την Πόλη, καλεσμένο να αντιμετωπίσει εγωισμούς και εθνικισμούς, σε έναν χώρο όπου σχεδόν κάθε εκκλησιαστική πράξη μπορεί να αποκτήσει πολιτική σημασία.

Η συγκρότησή του ως κανονολόγου αξίζει την ίδια προσοχή.

Η διδακτορική διατριβή που υποστήριξε το 1968, στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών της Ρώμης, αφορούσε την κωδικοποίηση των ιερών κανόνων και των κανονικών διατάξεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Επανερχόμενος στην έρευνά του, στη διάλεξη της 28ης Οκτωβρίου 2026, ο Πατριάρχης εξήγησε την πρόταση για έναν κοινό κώδικα, ο οποίος θα καταρτιζόταν από κανονολόγους και θα εγκρινόταν συνοδικά.

Διέκρινε τις αρχές που εκφράζουν το ίδιο το είναι της Εκκλησίας από τις διατάξεις που συνδέονται με ιστορικές περιστάσεις και των οποίων η αναθεώρηση ανήκει στην αρμόδια εκκλησιαστική αρχή, δηλώνοντας ότι οι αρχές που είχε διατυπώσει τότε συνόδευσαν ολόκληρη τη διακονία του.

Για μένα, από εδώ αναδύεται ένα ερώτημα που η εκκλησιαστική ζωή καθιστά οδυνηρά επίκαιρο: πόσο προστατευμένος είναι ο άνθρωπος απέναντι στην αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας; Η αποσαφήνιση των κανόνων μπορεί να δυσκολέψει την επιλεκτική εφαρμογή τους, παραμένει όμως ουσιώδες ποιος κρίνει, με ποια θεμελίωση και ενώπιον τίνος λογοδοτεί.

Όταν η ίδια πράξη παραβλέπεται στον οικείο και τιμωρείται ανελέητα στον αντίπαλο, πλήττεται η ίδια η μαρτυρία της Εκκλησίας για τη δικαιοσύνη.

Η κανονική παράδοση φανερώνει εδώ μια νηφαλιότητα που μερικές φορές χάνουμε.

Ο πέμπτος κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου απαιτεί τον σεβασμό των αποφάσεων αποκλεισμού από την εκκλησιαστική κοινωνία, προβλέπει όμως και την εξέταση των περιστάσεων μέσα στις οποίες ελήφθησαν: μήπως η ποινή προήλθε από μικροψυχία, από εριστική διάθεση ή από κάποια άλλη ακατάλληλη προδιάθεση του επισκόπου.

Για την εξέταση αυτή ορίζει τη σύγκληση των επαρχιακών συνόδων δύο φορές τον χρόνο. Οι Πατέρες γνώριζαν ότι ο επίσκοπος μπορεί να κρίνει υπό την επίδραση των δικών του παθών.

Γνώριζαν επίσης ότι οι συνέπειες της κρίσης του φτάνουν στη συνείδηση των ανθρώπων και στη ζωή της κοινότητας, όπου μια αδικία μπορεί να συνεχίσει να ενεργεί πολύ καιρό αφότου η πράξη που την προκάλεσε έχει τοποθετηθεί σε ένα αρχείο.

Γι’ αυτό εμπιστεύθηκαν στους αδελφούς την ευθύνη να εξετάσουν την απόφασή του.

Και εκείνος που τιμωρήθηκε και εκείνος που επέβαλε την ποινή έχουν ανάγκη να παραμείνουν στην αλήθεια· κάποτε, η διόρθωση εκείνου που ασκεί την εξουσία είναι η αρχή της θεραπείας όλων.

Ο 102ος κανόνας της Πενθέκτης Συνόδου περιγράφει τη διάκριση εκείνου στον οποίο έχει ανατεθεί το «δεσμείν και λύειν» μέσα από το έργο του ιατρού: την εξέταση της αμαρτίας, της κατάστασης του ανθρώπου και της διάθεσής του για διόρθωση, την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας και την παρακολούθηση των καρπών της μετανοίας, με φροντίδα ώστε ούτε να τον οδηγήσει στην απόγνωση ούτε να ενθαρρύνει την αμέλειά του.

Η αυστηρότητα και η επιείκεια τίθενται στην υπηρεσία της ίδιας θεραπείας.

Η ευσπλαχνία απαιτεί, επομένως, γνώση, υπομονή και τη διαθεσιμότητα του ποιμένα να παραμείνει κοντά σε εκείνον για τον οποίο έχει αναλάβει ευθύνη.

Ένα τέτοιο έργο μπορεί να κοστίζει περισσότερο από την επιβολή μιας ποινής, επειδή η φροντίδα συνεχίζεται και μετά τη λήψη της απόφασης.

Απαιτεί επίσης ακρίβεια: η επανεξέταση μιας καταδικαστικής απόφασης που αμφισβητείται ως άδικη, η συγχώρηση ενός παραπτώματος που έχει αναγνωριστεί, η αποκατάσταση της κοινωνίας και η επάνοδος στην ιερατική διακονία έχουν καθεμία τη δική της θεμελίωση.

Εδώ, αγαπητέ μου Γέροντα, βρίσκεται μία από τις εξηγήσεις της εκτίμησής μου: στη μέριμνα του Πατριάρχη να διατηρεί τον δεσμό ανάμεσα στην εκκλησιαστική τάξη και στην αλήθεια για την Εκκλησία, ανάμεσα στην κανονική κρίση και στην ευθύνη για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Ακριβώς γι’ αυτό εξετάζω τις αποφάσεις του με προσοχή στη θεμελίωση και στις συνέπειές τους, επειδή η πρόθεση που δηλώνεται και το αποτέλεσμα μιας παρέμβασης χρειάζονται το καθένα τη δική του αποτίμηση.

Κάθε επισκοπικός θρόνος, συμπεριλαμβανομένου του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, μπορεί να ερωτηθεί αν υιοθετεί τα αντανακλαστικά της πολιτικής εξουσίας, αν αντιμετωπίζει τη διαφωνία ως εχθρότητα και αν το κύρος της διοίκησης έχει φτάσει να βαραίνει περισσότερο από την αναζήτηση της αλήθειας.

Η εκτίμηση που τρέφω για έναν άνθρωπο με υποχρεώνει να παίρνω στα σοβαρά την ευθύνη του.

Πιστεύω ότι στην Ουκρανία βρέθηκε η μεγαλύτερη πρόκληση της πατριαρχίας του.

Εκεί, τα ζητήματα του πρωτείου, της αυτοκεφαλίας και της αποστολικής διαδοχής συναντήθηκαν με την οδυνηρή ιστορία ενός λαού, με τις φιλοδοξίες των ηγετών και με τα συμφέροντα των κρατών, ενώ κάθε απόφαση άγγιζε συγχρόνως τη λειτουργική ζωή των κοινοτήτων και μια εύθραυστη πολιτική ισορροπία.

Είναι εύκολο να πει κανείς ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν έπρεπε να παρέμβει.

Ένας τέτοιος ισχυρισμός χρειάζεται όμως να συνοδεύεται από μια απάντηση: ποιος πραγματικός δρόμος συμφιλίωσης προσφερόταν σε εκείνους που, ύστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες διχασμού, είχαν καταλήξει να κληρονομούν χωρισμούς τους οποίους δεν είχαν προκαλέσει οι ίδιοι και να βλέπουν ως ξένο το Ποτήριο του διπλανού τους; Η ομολογία του ίδιου Συμβόλου της Πίστεως έκανε αυτόν τον χωρισμό ακόμη πιο οδυνηρό.

Η κοινωνία προϋποθέτει όμως και μυστηριακή ενότητα, αναγνωρισμένη ιερατική διακονία και κανονική τάξη· και όλα αυτά έπρεπε να εξεταστούν με τη σοβαρότητα που απαιτούσε η συνείδηση ολόκληρων κοινοτήτων.

Στην απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2018, η Κωνσταντινούπολη ανακοίνωνε την αποδοχή των εκκλήτων προσφυγών του Φιλαρέτου, του Μακαρίου και όσων τους ακολουθούσαν, χαρακτηρίζοντας τα αίτια του σχίσματος ως μη δογματικά και επικαλούμενη τη δική της αρμοδιότητα να κρίνει τέτοιες προσφυγές.

Η απόφαση προέβλεπε την αποκατάσταση των προσώπων αυτών στον αρχιερατικό ή ιερατικό βαθμό τους και την επαναφορά των πιστών τους στην κοινωνία της Εκκλησίας.

Έτσι γινόταν κατανοητή η παρέμβαση από την πλευρά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Πιστεύω ότι ήταν αναγκαίο να αναληφθεί μια προσπάθεια θεραπείας και εκτιμώ το γεγονός ότι ο Βαρθολομαίος δέχθηκε να επωμιστεί την ευθύνη της.

Παραμένουν προς εξέταση η αρμοδιότητα της παρέμβασης, η θεμελίωση της αναγνώρισης της ιερατικής διακονίας, η διαβούλευση με τις άλλες Εκκλησίες και η προετοιμασία της συμφιλίωσης ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν ζήσει τόσον καιρό σε αντιπαλότητα. Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος της Αλβανίας διατύπωσε συγκεκριμένες θεολογικές αντιρρήσεις για την αναγνώριση χειροτονιών που είχαν τελεστεί από έναν καθαιρεμένο και αναθεματισμένο ιεράρχη, επικρίνοντας συγχρόνως την απόφαση της Μόσχας να διακόψει την ευχαριστιακή κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Αναγνώριζε τη συμβολή του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στις πανορθόδοξες συναντήσεις και ζητούσε συνοδική εξέταση της κρίσης.

Μια τέτοια στάση δείχνει ότι η εκτίμηση και η διαφωνία μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια εκκλησιαστική συνείδηση, ακόμη και όταν η σύγκρουση μοιάζει να απαιτεί από όλους να παραιτηθούν από την προσωπική τους κρίση για να ενταχθούν σε ένα στρατόπεδο.

Πέρα από τη διαμάχη Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας, χρειάζεται να εξεταστεί και η ίδια η εκκλησιαστική ζωή στην Ουκρανία: η ωριμότητα των ηγεσιών, η διάθεσή τους για συμφιλίωση και η σχέση τους με την πολιτική εξουσία.

Όταν η ύπαρξη μιας ηγεσίας καταλήγει να εξαρτάται από τη διαρκή ύπαρξη ενός αντιπάλου, η σύγκρουση οργανώνει ολόκληρη τη ζωή της.

Ακόμη και η γλώσσα της ευσέβειας μπορεί να υπηρετεί αυτή την περιχαράκωση, ενώ ο άνθρωπος που ζητεί συμφιλίωση γίνεται ύποπτος επειδή διαταράσσει τη συνοχή του στρατοπέδου.

Οι ευθύνες είναι μοιρασμένες, αν και το μέτρο τους πρέπει να κρίνεται για κάθε συγκεκριμένη πράξη.

Καμία κοινότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται με τις φιλοδοξίες των ηγετών της, όπως και ο πόνος των πιστών δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να καλύπτει τα λάθη εκείνων που τους καθοδηγούν.

Η κανονική απόφαση και η θεραπεία μιας κοινότητας ακολουθούν διαφορετικούς ρυθμούς.

Μια συνοδική πράξη μπορεί να αποκαταστήσει μια κανονική κατάσταση και να ανοίξει τον δρόμο της κοινωνίας· η εμπιστοσύνη ξαναχτίζεται μέσα από συναντήσεις, εξηγήσεις, μετάνοια, συγχώρηση και συνέπεια.

Μετά την απόφαση αρχίζει ο κόπος να βοηθηθούν οι άνθρωποι ώστε να μπορέσουν να δουν ξανά ο ένας τον άλλον ως αδελφό, χωρίς να τους ζητείται να κρύψουν τον πόνο τους ή να προσποιηθούν ότι το παρελθόν δεν υπήρξε.

Χρειάζονται σταθερότητα και υπομονή.

Η βία και ο θρησκευτικός εξαναγκασμός υπονομεύουν όμως τον ίδιο τον σκοπό της συμφιλίωσης.

Η απόφαση της Κωνσταντινουπόλεως τον Οκτώβριο του 2018 ζητούσε ρητά την αποφυγή καταλήψεων ναών και μονών, βίας και αντιποίνων· ο τρόπος με τον οποίο τηρείται αυτή η προτροπή πρέπει να συνυπολογίζεται στην αποτίμηση των καρπών της παρέμβασης.

Οι πολιτικές περιστάσεις μπορούν να ανοίξουν μια δυνατότητα δράσης, αλλά η κρατική εξουσία δεν μπορεί να επιφέρει τη συμφιλίωση των συνειδήσεων, ούτε το πολιτικό πλεονέκτημα μιας λύσης αποδεικνύει τη θεολογική της αλήθεια.

Εδώ φαίνεται η δυσκολία της πατριαρχικής διακονίας: να εργάζεσαι ανάμεσα σε δυνάμεις και συμφέροντα, διατηρώντας την ελευθερία να τα κρίνεις στο φως του Ευαγγελίου, ακόμη και όταν η στήριξή τους σου είναι χρήσιμη.

Ορισμένες συνέπειες θα μπορέσουμε να τις κατανοήσουμε καθαρότερα ύστερα από μερικές δεκαετίες.

Ως τότε, παραμένουμε υποχρεωμένοι να κατονομάζουμε τον πόνο και να διορθώνουμε τα λάθη.

Ο χρόνος από μόνος του δεν θεραπεύει, και η επίκληση ενός μέλλοντος που θα μας κρίνει επιεικέστερα δεν μπορεί να μας απαλλάξει από την ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο που υποφέρει σήμερα.

Η καρποφορία της πρωτοβουλίας του Πατριάρχη εξαρτάται από τη διάθεση όλων των εμπλεκομένων να θέσουν τη συμφιλίωση πάνω από τη δική τους νίκη και να δεχθούν τη διόρθωση βημάτων που έχουν ήδη γίνει.

Για τη Σύνοδο της Κρήτης, αγαπητέ μου Γέροντα, δεν επιθυμώ να μιλήσω εκτενώς τώρα, πρωτίστως επειδή το θέμα εξακολουθεί να εγείρει πάθη και από τις δύο πλευρές.

Χρειάζεται να μπορέσουμε να εξετάσουμε τα πράγματα με μεγαλύτερη ελευθερία απέναντι στις αδιαλλαξίες που συνόδευσαν τη συζήτηση, με την υπομονή να δούμε μαζί ό,τι υπήρξε καλό και ό,τι παραμένει επιδεκτικό κριτικής.

Αναγνωρίζω στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο την προσπάθεια να προσανατολίσει τις συνοδικές εργασίες προς την ποιμαντική ζωή.

Κατά τη δική μου ανάγνωση, αντιλήφθηκε πόσο δύσκολα έβρισκαν οι μεγάλες δογματικές συζητήσεις, μέσα σε εκείνο το κλίμα, πρόσφορο έδαφος για κοινή εμβάθυνση και επιδίωξε να θέσει ενώπιον των επισκόπων την ευθύνη για τη ζωή των ανθρώπων και για τη μαρτυρία της Εκκλησίας στον κόσμο. Το Μήνυμα της Συνόδου εκφράζει αυτή τη μέριμνα για τον πόνο, την ελευθερία, την οικογένεια και την κλήση του ανθρώπου στην εν Χριστώ ζωή.

Ο τρόπος με τον οποίο ποιμαίνουμε φανερώνει τι έχουμε κατανοήσει από την πίστη που ομολογούμε.

Η αλήθεια για τον άνθρωπο, για την αμαρτία και για τη χάρη ενεργεί σε κάθε ποιμαντική κρίση, ακόμη και όταν η γλώσσα μας φαίνεται να αφορά μόνο μια διοικητική υπόθεση.

Εδώ διακρίνω τη λεπτότητα του θεολόγου που φέρνει τη διδασκαλία του μέχρι τον τόπο όπου ο άνθρωπος ζει, υποφέρει και αναζητεί τη σωτηρία του.

Αυτή είναι, αγαπητέ μου Γέροντα, η απάντηση που Σας όφειλα.

Εκτιμώ τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο για την ανάληψη δύσκολων προβλημάτων και για την επιμονή του να αναζητεί την προσέγγιση εκεί όπου η ιστορία, ο εγωισμός και ο φόβος την έκαναν να φαίνεται αδύνατη.

Τα ερωτήματα και οι επιφυλάξεις μου παραμένουν μέρος αυτής της εκτίμησης.

Στην επέτειό του, επιστρέφω με τη σκέψη στον πατέρα Αστέριο και στην ευγνωμοσύνη του παιδιού που έγινε Πατριάρχης.

Σε εκείνη την ανάμνηση διασώζεται η εικόνα μιας διακονίας στην οποία η τάξη της προσευχής φέρνει τον άνθρωπο κοντά στον Θεό και του μαθαίνει να προσέχει εκείνον που βρίσκεται δίπλα του.

Προσεύχομαι ο Θεός να χαρίζει στον Πατριάρχη υγεία, διάκριση, δύναμη να διορθώνει όσα χρειάζονται διόρθωση, υπομονή για τη θεραπεία πληγών που ακόμη αιμορραγούν και ανθρώπους που να στέκονται κοντά του με ειλικρίνεια.

Για μένα, μία από τις μεγάλες αρετές της διακονίας του είναι η μέριμνα να φέρνει τον άνθρωπο στο επίκεντρο της εκκλησιαστικής ευθύνης, εκεί όπου τα συμφέροντα των θεσμών, οι πολιτικές επιδιώξεις και οι φιλοδοξίες των κρατών απειλούν να τον καταστήσουν αόρατο.

Τον άνθρωπο με τις λύπες, τις χαρές, τις πτώσεις και τις συγκεκριμένες ανάγκες του, που περιμένει να ακουστεί και να βοηθηθεί να πιστέψει και να ποθήσει τη Βασιλεία του Θεού.

Εδώ αναγνωρίζω τον Πατριάρχη της εκκλησιολογίας: στην πεποίθηση ότι η αλήθεια για την Εκκλησία οφείλει να καρποφορεί στον τρόπο με τον οποίο εκείνη υποδέχεται, καθοδηγεί και αγαπά τον άνθρωπο που της έχει εμπιστευθεί ο Θεός.

Γι’ αυτόν τον άνθρωπο χρειάζεται η Εκκλησία ολόκληρη τη θεολογία της. Ευλογείτε, άγιε Γέροντα! π. Κυπριανός Μέγα

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences