[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 1938 "Αγάπη μου… Αν με θυμηθείς κάποτε, θέλω να είναι ξαφνικά. Στη μέση ενός τραγουδιού. Σε μια μυρωδιά που θα σου θυμίσει το άρωμά μου. Σε μια βροχή σαν εκείνη που μας βρήκε να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 1938 "Αγάπη μου… Αν με θυμηθείς κάποτε, θέλω να είναι ξαφνικά.

Στη μέση ενός τραγουδιού.

Σε μια μυρωδιά που θα σου θυμίσει το άρωμά μου.

Σε μια βροχή σαν εκείνη που μας βρήκε να φιλιόμαστε στη μέση του δρόμου.

Θέλω να σταματήσεις για μια στιγμή και να χαμογελάσεις.

Όπως χαμογελούσες όταν με κοιτούσες και νόμιζες πως δεν σε έβλεπα. Θυμάσαι; Εγώ θυμάμαι… Το γέλιο σου.. Τα χέρια σου.. Τον τρόπο που με τραβούσες κοντά σου, λες και φοβόσουν πως θα σου φύγω.. Τι ειρωνεία, αγάπη μου… Τελικά εσύ ήσουν εκείνος που έφυγε.

Ξέρω πως δεν το ήθελες.

Πως η ξενιτιά δεν ήταν όνειρο, αλλά ανάγκη.

Μα θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι.. Εκείνη την τελευταία στιγμή, ήθελα να γίνω εγωίστρια.

Να πιαστώ από το χέρι σου και να μη σ' αφήσω.

Να σου πω πως δεν με ένοιαζαν τα χρήματα, οι αποστάσεις, οι δυσκολίες.

Πως μου έφτανες εσύ.

Μα σου χαμογέλασα.

Σου ίσιωσα τον γιακά του παλτού και σου είπα να προσέχεις.

Κι όταν με φίλησες, κράτησα τα μάτια μου κλειστά λίγο περισσότερο.

Ίσως γιατί φοβόμουν πως, όταν τα άνοιγα, θα είχες φύγει.

Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο; Πως κάποτε πιστεύαμε ότι μας ανήκε όλος ο χρόνος του κόσμου.

Και τώρα μετράω τις στιγμές που απομένουν μέχρι να φύγει το τρένο σου.

Δεν ξέρω τι μας επιφυλάσσει η ζωή.

Αν θα ξαναβρεθούμε.

Αν θα κρατήσουμε τις υποσχέσεις μας.

Αν κάποτε θα γίνουμε δύο ξένοι που απλώς θυμούνται πως αγαπήθηκαν.

Ξέρω μόνο πως ό,τι ζήσαμε δεν ήταν λίγο.

Ήταν αρκετό για να θυμάμαι.

Και πολύ για να ξεχάσω.

Κι αν κάποτε διασταυρωθούν ξανά οι δρόμοι μας, μη με ρωτήσεις αν σε θυμάμαι.

Κοίταξέ με στα μάτια.

Θα καταλάβεις.

Γιατί υπάρχουν βλέμματα που δεν έμαθαν ποτέ να λένε ψέματα.

Να προσέχεις, αγάπη μου… Κι αν κάποτε με θυμηθείς, να θυμάσαι και κάτι ακόμα.

Δεν ήταν πως δεν είχα τίποτα να σου πω. Ήταν που είχα τόσα πολλά, που δεν ήξερα από πού να αρχίσω…" Για πάντα δική σου! Αλεξάνδρα Νοέμβριος 1958.

Το σφύριγμα ενός τρένου την έκανε να σηκώσει το βλέμμα.

Στον σταθμό, οι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν βιαστικοί.

Άλλοι έφευγαν, άλλοι επέστρεφαν.

Άλλοι αγκαλιάζονταν με δάκρυα στα μάτια.

Εκείνη καθόταν στο ίδιο παγκάκι.

Κάθε χρόνο.

Την ίδια ημερομηνία.

Την ίδια ώρα.

Είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Στα χέρια της κρατούσε ένα ξεβαμμένο, κιτρινισμένο χαρτί.

Πέρασε απαλά τα δάχτυλά της πάνω από τις λέξεις.

Κάποιες είχαν αρχίσει να σβήνουν.

Παράξενο πράγμα ο χρόνος… Ξεθωριάζει το μελάνι, μα όχι πάντα εκείνα που γράφτηκαν με την καρδιά.

Έκλεισε τα μάτια.. Και για μια στιγμή γύρισε πίσω. Στον Νοέμβριο του 1938.

Τότε που εκείνος είχε φύγει για τη Γαλλία, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.

Της είχε υποσχεθεί πως θα της έγραφε.

Και κράτησε τον λόγο του.

Στην αρχή τα γράμματα έφταναν τακτικά.

Εκείνη τα διάβαζε ξανά και ξανά, ώσπου μάθαινε τις λέξεις απέξω.

Εκείνος της μιλούσε για την ξενιτιά, για τις δυσκολίες, για τις νύχτες που του έλειπε η αγκαλιά της.

Κι εκείνη του έγραφε για όλα.

Για τις βροχές.. Για τη γειτονιά.. Για τις μικρές, ασήμαντες στιγμές που χωρίς εκείνον έμοιαζαν διαφορετικές.

Ώσπου ήρθε ο πόλεμος.

Και μαζί του μια σιωπή που κανείς τους δεν είχε διαλέξει.

Οι επιστολές σταμάτησαν να φτάνουν.

Οι πόλεις άλλαζαν πρόσωπο, άνθρωποι ξεριζώνονταν, σπίτια άδειαζαν.

Η δική της οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της.

Εκείνος έχασε τη διεύθυνσή της.

Εκείνη δεν ήξερε πια πού βρισκόταν εκείνος.

Όταν τέλειωσε ο πόλεμος, προσπάθησαν να αναζητήσουν ο ένας τον άλλον.

Εκείνος επέστρεψε στο παλιό της σπίτι.

Δεν τη βρήκε.. Εκείνη έστειλε γράμματα στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.

Γύρισαν πίσω.. Κι έτσι οι μήνες έγιναν χρόνια.

Όχι γιατί έπαψαν να αγαπιούνται.

Αλλά γιατί υπήρξαν εποχές που μπορούσες να χάσεις έναν άνθρωπο χωρίς να μάθεις ποτέ πού πήγε.

Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια.

Το μεγάλο ρολόι του σταθμού έδειχνε την ώρα της παλιάς αναχώρησης.

Χαμογέλασε αχνά.

Δίπλωσε το γράμμα στις φθαρμένες του τσακίσεις.

Το έβαλε προσεκτικά μέσα στον φάκελο.

Σηκώθηκε, ίσιωσε το μαύρο καπέλο της και κοίταξε για τελευταία φορά την αποβάθρα. "Να προσέχεις, αγάπη μου…" ψιθύρισε.

Κι έφυγε... Την ίδια στιγμή, στην απέναντι αποβάθρα, ένας άντρας κατέβαινε από το τρένο.

Τα χρόνια είχαν αφήσει τα σημάδια τους πάνω του.

Στα μαλλιά.. Στο πρόσωπο.. Στο βήμα του.. Καθώς προχωρούσε ανάμεσα στους ταξιδιώτες, το βλέμμα του έπεσε τυχαία σε μια γυναίκα που απομακρυνόταν.

Κάτι επάνω της τον έκανε να κοντοσταθεί.

Το περπάτημά της… Κι εκείνη η γνώριμη κίνηση, καθώς απομάκρυνε μια τούφα μαλλιών από το πρόσωπό της.

Η καρδιά του σκίρτησε. Όχι… Δεν μπορεί… Γύρισε απότομα να την κοιτάξει καλύτερα.

Μα ένα πλήθος ταξιδιωτών πέρασε ανάμεσά τους.

Για λίγα δευτερόλεπτα την έχασε από τα μάτια του.

Κι όταν ο δρόμος άνοιξε ξανά… Εκείνη είχε χαθεί... Έμεινε ακίνητος... Κοίταξε προς την έξοδο.

Ύστερα χαμογέλασε πικρά. "Τι παιχνίδια μου παίζει το μυαλό…", σκέφτηκε.

Είκοσι χρόνια είχαν περάσει.

Ίσως τελικά να μην είχε ξεχάσει όσα πίστευε πως είχε αφήσει πίσω του.

Έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο του.

Δεν γύρισε ξανά... Κι όμως… Ήταν εκείνη..η γυναίκα που κάποτε κρατούσε στην αγκαλιά του.

Εκείνη που είχε αναζητήσει και δεν είχε βρει.

Η γυναίκα που επί είκοσι χρόνια επέστρεφε στον ίδιο σταθμό.

Ίσως η μοίρα να θέλησε να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία.

Ίσως πάλι να ήθελε απλώς να τους θυμίσει πόσο σκληρά μπορεί να παίξει με δύο ανθρώπους.

Την πρώτη φορά τούς χώρισαν χιλιάδες χιλιόμετρα και ένας πόλεμος.

Τη δεύτερη… Μόλις λίγα βήματα.. Εκείνος συνέχισε τον δρόμο του πιστεύοντας πως είχε δει μια ανάμνηση.

Εκείνη απομακρύνθηκε χωρίς να μάθει πως, για λίγα δευτερόλεπτα, είχε ξαναβρεθεί στο βλέμμα του.

Μέσα στην τσάντα της, ο παλιός φάκελος είχε ακόμη γραμμένο το όνομά του.

Και στο κιτρινισμένο χαρτί υπήρχε μια ημερομηνία.

Νοέμβριος 1938.

Το είχε γράψει την παραμονή της αναχώρησής του.

Το είχε κρύψει στην τσέπη του παλτού της, αποφασισμένη να του το δώσει στον σταθμό.

Μα όταν ήρθε η ώρα, δεν μπόρεσε.

Δεν ήθελε να τον κάνει να διαλέξει ανάμεσα στην αγάπη τους και στο μέλλον που προσπαθούσε να χτίσει.

Κι όταν αργότερα άρχισαν να αλληλογραφούν, φύλαξε εκείνη την εξομολόγηση για τη μέρα που θα τον ξανάβλεπε.

Μια μέρα που δεν ήρθε ποτέ.. Είκοσι χρόνια επέστρεφε στον ίδιο σταθμό, κρατώντας όσα η καρδιά της δεν είχε αντέξει να πει.

Κι εκείνος δεν έμαθε ποτέ πως, την ημέρα που έφυγε, εκείνη είχε κρύψει ένα ολόκληρο "μείνε"… Σ' ένα γράμμα που δεν του έδωσε ποτέ..💔 Σ.Μ 3/11/26

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences