Τόσο μακριά, τόσο κοντά Του Δημήτρη Παπανικολάου Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Λούλα έχασε τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία. Η γενική στροφή του εκλογικού σώματος της χώρας (αλλά και όλης...
Τόσο μακριά, τόσο κοντά Του Δημήτρη Παπανικολάου Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Λούλα έχασε τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία.
Η γενική στροφή του εκλογικού σώματος της χώρας (αλλά και όλης της Λατινικής Αμερικής) προς τα δεξιά φαινόταν να δίνει στον αντίπαλό του, τον Φλάβιο Μπολσονάρο, τεράστιο προβάδισμα για τον δεύτερο γύρο και την τελική εκλογή.
Μόλις τρεις βδομάδες μετά, την τελευταία Κυριακή του μήνα, το αποτέλεσμα αυτό ανετράπη θεαματικά και ο Λούλα κέρδισε με περισσότερες από 4 εκατ. ψήφους διαφορά.
Το πώς συνέβη αυτό θα το μελετάμε νομίζω για χρόνια.
Και μάλλον θα επηρεάσει μια δυναμική που φαίνεται να εξελίσσεται αυτόν τον καιρό και αλλού.
Όλα ξεκίνησαν από το ίδιο το βράδυ του πρώτου γύρου, όταν μια φοιτητική ομάδα στο Νιτερόι (την πόλη απέναντι από το Ρίο ντε Τζανέιρο) αποφάσισε να οργανώσει μια συγκέντρωση/κατάληψη, διαμαρτυρόμενη για τη διαφαινόμενη επικράτηση της Ακροδεξιάς και του νεοφασισμού που εκπροσωπούσε ο Μπολσονάρο.
Με αυτούς τους όρους, χωρίς να μασάνε τα λόγια τους.
Οι διαδηλώσεις μέρα με τη μέρα επεκτάθηκαν, πρώτα στο Ρίο, μετά σε όλη τη χώρα.
Σημείωση πρώτη: ο κόσμος στους δρόμους, να διεκδικεί πίσω το δικαίωμα στη συμμετοχή, να αναιρεί στην πράξη την απάθεια που ένα νέο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα μετακαπιταλιστικού ρεαλισμού φαίνεται να προωθεί ως modus vivendi.
Και κάτι άλλο, σημαντικό στα σημερινά δεδομένα: το να λες τον φασίστα φασίστα, χωρίς περιστροφές. «Είδε ο κόσμος ξεκάθαρα αυτό που έρχοταν.
Το φωνάξαμε με το όνομά του» μου έλεγε μια βραζιλιάνα συνάδελφος.
Και ένας άλλος: «Καταφέραμε μια συζήτηση για τη σύνδεση του επιθετικού κεφαλαιο-θερισμού με την άνοδο του πολιτικού αυταρχισμού και του νεοφασισμού, που την κάναμε μεταξύ μας και κάπως θεω-ρητικά, να τη μεταφέρουμε στη μεγάλη δημόσια σφαίρα, να την κάνουμε εθνικό θέμα συζήτησης». Την ίδια στιγμή, και καθώς ήταν σαφές ότι η ευρεία επικράτηση της Δεξιάς στον πρώτο γύρο συνδεόταν και με τη μεγαλύτερή της επιρροή στα κοινωνικά δίκτυα, όλο τον Οκτώβριο η βραζιλιάνικη Αριστερά έστρεψε την προσοχή της σε αυτά ακριβώς.
Πρώτον θεσμικές καταγγέλλοντας μεταξύ άλλων την εταιρεία meta για μεροληψία.
Με στοιχεία, με πίεση ασφυκτική και προσφυγές στη Δικαιοσύνη – κερδίζοντας τελικά μια νίκη όταν η εταιρεία του Ζούκερμπεργκ παραδέχθηκε ότι «ίσως» υπήρξε ένας αλγοριθμικός περιορισμός της διάδοσης των λογαριασμών που υποστήριζαν τον Λούλα, και μια αντιστρόφως ανάλογη προώθηση όσων υποστήριζαν τον Μπολσονάρο.
Φαίνεται ότι Instagram, WhatsApp και Facebook αναγκάστηκαν να αλλάξουν αυτή τη στάση τις τελευταίες εβδομάδες, υπό την πίεση αυτή.
Το κυριότερο όμως ήταν το «ξύπνημα» της βραζιλιάνικης Αριστεράς σε σχέση με τα κοινωνικά μέσα.
Από το ίδιο το βράδυ της ήττας, έγινε μια άνευ προηγουμένου ψηφιακή κινητοποίηση.
Ο βουλευτής Αντρέ Ζανόνις δημιούργησε έναν ειδικό λογαριασμό στο WhatsApp με τίτλο «Ο στρατός του Λούλα», μαζεύοντας σε μια μέρα δεκάδες χιλιάδες ακολούθους, και ώς τον δεύτερο γύρο 10 εκατομμύρια ανθρώπους.
Με αυτό τον λογαριασμό ζητούσε από τους υποστηρικτές του Λούλα να κάνουν κάθε μέρα συγκεκριμένες ενέργειες.
Από το «σήμερα όλοι γκουγκλάρουμε Μπολσονάρο και διαφθορά» , ή το φτιάχνουμε ένα βίντεο ο καθένας από τις διαδηλώσεις, έως το «καταγράφουμε ψηφοφόρους που θα θέλουν βοήθεια για να πάνε να ψηφίσουν την Κυριακή των εκλογών» ή ποστάρουμε συγκεκριμένες φωτογραφίες και κείμενα.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό, ακριβώς γιατί δεν ήταν τυφλή προπαγάνδα: ουσιαστικά ενημέρωνε ένα μεγάλο κοινό για το πόσο πολύ οι πλατφόρμες δημιουργούν ένα παράλληλο σύμπαν που έχει ήδη καθοδηγήσει την πολιτική συζήτηση (και ώς τώρα ουσιαστικά «χαϊδεύει» και πριμοδοτεί την Ακροδεξιά), αλλά και τους εκπαίδευε να αντισταθούν, να υπονομεύσουν τον αλγόριθμο, να χρησιμοποιήσουν τις πλατφόρμες προς όφελός τους.
Σημείωση δεύτερη: ίσως να μην έχει μείνει άλλο όπλο στη χειραγώγηση του πλατφορμικού καπιταλισμού από την «πονηρή» και λαϊκή εκμετάλλευσή του. Η Ακροδεξιά το έχει καταλάβει αυτό πολύ νωρίς, και το μεταχειρίζεται προς όφελός της (όπως βλέπω τις τελευταίες μέρες και στην Ελλάδα). Κι είναι σημαντικό αυτή η κατάσταση να ανατραπεί.
Τις μέρες πριν και αμέσως μετά τις βραζιλιάνικες εκλογές είδα μερικά από τα πιο συγκινητικά βίντεο «λαϊκής κινητοποίησης» που έχω δει στη ζωή μου – και η μετάδοσή τους, από τόσο πολύ κόσμο, με τέτοια ένταση, ανέτρεπε και στην ίδια τη χώρα τα δεδομένα, μεταμόρφωνε ένα αίσθημα ήττας σε δημοκρατική ορμή.
Ένα πλήθος που γινόταν σκηνοθέτης της συμμετοχής του.
Το μέσο είχε γίνει το μήνυμα, έβλεπες ανθρώπους να ταξιδεύουν δεκάδες χιλιόμετρα για να πάνε να ψηφίσουν και ξαφνικά αυτό γινόταν ένα μήνυμα για την ίδια τη δημοκρατία, μια αντίσταση στον νεοφασισμό των Μπολσονάρο.
Οι σοβαρότερες μελετήτριες της περιοχής επιμένουν ότι αυτό ήταν που ώθησε αρκετούς κεντροδεξιούς ψηφοφόρους να στραφούν τελικά, παρά τα προγνωστικά, προς τον Λούλα – και αυτό φώναξε και τη βραδιά του θριάμβου του ο κεντροδεξιός αντιπρόεδρός του, Ζεράλντο Αλκμίν, «έσωσες, ξανά, τη Δημοκρατία». Αν τα καταφέρει να κυβερνήσει ο Λούλα – κάτι που είναι αρκετά δύσκολο, έχει μια βουλή ιδιαίτερα εχθρική, και ένα εκλογικό σώμα διχασμένο – θα είναι χάρη σε αυτή την κινητοποίηση, αυτή την εικόνα της λαϊκής ορμής και της ετοιμότητας, που δύσκολα ανατρέπεται με πραξικοπηματικές κινήσεις.
Κι αν έχει μια σημασία για τον υπόλοιπο κόσμο αυτή η ιστορία, πέρα από το γεγονός ότι χαλάει τον σχεδιασμό του Τραμπ για πλήρη επικράτηση στη Λατινική Αμερική, είναι ότι η τεχνοκρατορία δεν είναι ανίκητη.
Ότι η αύξηση της εκλογικής συμμετοχής και η δύναμη της διαδήλωσης μπορούν, ακόμη, να φέρουν πολιτικά αποτελέσματα.
Τέλος, ότι η πολιτική συζήτηση αξίζει να επιμένει, ξανά και ξανά και ξανά, στον οικολογικό, βιοπολιτικό, και ουσιαστικά νεοφασιστικό κίνδυνο που ελλοχεύει με την παγκόσμια άνοδο του καπιταλιστικού αυταρχισμού.
Σημείωση τρίτη: Όχι, δεν είναι η τελική επικράτηση του αριστερού Λούλα όμοια με τη νίκη της «φοιτητικής λίστας» στη Σερβία ή τη διαφαινόμενη νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.
Ούτε οι φοιτητικές διαδηλώσεις υπέρ του Λούλα είχαν ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά με τις μεγάλες διαδηλώσεις στη Γαλλία που όπως φαίνεται θα συνεχιστούν τους επόμενους μήνες, και μάλλον θα επεκταθούν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Όμως όσα συνέβησαν στη Βραζιλία όλο τον Οκτώβριο δείχνουν μια μορφή πετυχημένης αντίστασης στην άνοδο του αυταρχισμού, της Ακροδεξιάς και του νεοφασισμού, που αξίζει να προσεχθεί.
Ή μάλλον καλύτερα: που αξίζει να εμπνεύσει. ο κ. Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους