«Αν είναι να κάνεις έτσι, φεύγω σήμερα», μου είπε η μητέρα μου μέσα από την κουζίνα, κρατώντας την κατσαρόλα λες και ήταν απόδειξη ότι είχε δίκιο. Κι εγώ, αντί να της πω να κάτσει να μιλήσουμε ήρεμα...
«Αν είναι να κάνεις έτσι, φεύγω σήμερα», μου είπε η μητέρα μου μέσα από την κουζίνα, κρατώντας την κατσαρόλα λες και ήταν απόδειξη ότι είχε δίκιο.
Κι εγώ, αντί να της πω να κάτσει να μιλήσουμε ήρεμα, της πέταξα το χειρότερο: «Μακάρι να είχα μείνει μόνη από την αρχή». Το είπα και το μετάνιωσα την ίδια στιγμή.
Όλα ξεκίνησαν πριν από περίπου έναν μήνα, όταν έκανα μια μικρή επέμβαση στο γόνατο σε ιδιωτική κλινική στο Μαρούσι.
Δεν ήταν κάτι τρομερό, αλλά για δέκα μέρες δεν μπορούσα να πατάω καλά, δεν οδηγούσα και με δυσκολία σηκωνόμουν.
Ο άντρας μου δουλεύει πολλές ώρες, φεύγει πρωί και γυρνάει βράδυ, και η κόρη μας είναι στο δημοτικό.
Εγώ, χαζή μου ίσως, μέχρι τελευταία στιγμή έλεγα «θα το παλέψω, δεν χρειάζεται να μπλέξουμε κόσμο». Η μητέρα μου όμως δεν το είδε έτσι. «Θα έρθω εγώ», είπε. «Τι θα κάνεις; Θα παραγγέλνετε κάθε μέρα από efood και το παιδί θα τρώει σαβούρες;» Της είπα να έρθει για τρεις-τέσσερις μέρες.
Ήρθε με μια βαλίτσα, δύο τάπερ, και τη σιγουριά ότι χωρίς εκείνη το σπίτι μας θα διαλυθεί.
Στην αρχή πραγματικά με βοήθησε.
Πήγε σούπερ μάρκετ, πήρε την μικρή από το σχολείο δυο φορές, μου άλλαζε πάγο στο πόδι, έβαζε πλυντήριο.
Την ευγνωμονούσα.
Το θέμα είναι ότι μαζί με τη βοήθεια μπήκαν και όλα τα υπόλοιπα. «Γιατί το παιδί κοιμάται τόσο αργά;» «Γιατί αφήνεις τον άντρα σου να μην τρώει μεσημέρι;» «Αυτό το σπίτι θέλει άλλο σύστημα.» «Το ντουλάπι με τα φάρμακα γιατί είναι έτσι;» Στην αρχή χαμογελούσα.
Μετά άρχισα να σφίγγομαι.
Μου άλλαξε θέση στα πιάτα «για να σε βολεύει καλύτερα». Πέταξε κάτι παλιά χαρτιά από ένα συρτάρι που «ήταν άχρηστα» και μέσα ήταν και αποδείξεις που χρειαζόμουν για την ασφάλεια.
Άνοιγε την ντουλάπα της κόρης μου και ξεχώριζε ρούχα για «να δοθούν». Μπήκε μέχρι και στον φάκελο με τις εξετάσεις μου για να δει «τι ακριβώς σου έγραψε ο γιατρός». Της είπα μία μέρα όσο πιο ήρεμα μπορούσα: «Μαμά, σε ευχαριστώ, αλλά θέλω λίγο να μην ψάχνεις τα πράγματά μας». Και μου απάντησε αμέσως: «Εγώ ψάχνω ή εγώ συμμαζεύω; Γιατί αν περιμένουμε από εσένα...» Εκεί τσίμπησα.
Γιατί είχε και λίγο δίκιο.
Δεν είμαι από τους πιο τακτικούς ανθρώπους.
Δουλεύω από το σπίτι για ένα λογιστικό γραφείο στον Πειραιά, με προθεσμίες, Εργάνη, τιμολόγια, τηλέφωνα, και συχνά το σπίτι μένει πίσω.
Υπάρχουν μέρες που όντως γίνεται χαμός.
Και η μητέρα μου αυτό το βλέπει σαν απόδειξη ότι πρέπει να αναλάβει.
Μόνο που εγώ δεν της είχα ζητήσει να αναλάβει.
Της είχα ζητήσει να βοηθήσει.
Το χειρότερο έγινε όταν μίλησε στην κόρη μου χωρίς να το ξέρω.
Η μικρή ήρθε και μου είπε: «Η γιαγιά είπε ότι αγχώνεσαι πολύ και γι' αυτό ξεχνάς τα πάντα». Πάγωσα.
Όχι γιατί είναι τελείως ψέμα, αλλά γιατί ένιωσα ότι με ξεγύμνωσε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους