[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Υπήρχε κάποτε μια Κύπρος που ζούσε με τον δικό της ρυθμό, μια Κύπρος των μικρών χωριών, των μεγάλων οικογενειών, των χωμάτινων δρόμων και των ανθρώπων που ήξεραν να δημιουργούν μια ολόκληρη ζωή με...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Υπήρχε κάποτε μια Κύπρος που ζούσε με τον δικό της ρυθμό, μια Κύπρος των μικρών χωριών, των μεγάλων οικογενειών, των χωμάτινων δρόμων και των ανθρώπων που ήξεραν να δημιουργούν μια ολόκληρη ζωή με όσα λίγα είχαν στα χέρια τους.

Ήταν τα χρόνια της δεκαετίας του 1950 και του 1960, τότε που τα παιδιά μεγάλωναν μέσα στην απλότητα, χωρίς να γνωρίζουν πολλά για τον κόσμο που απλωνόταν πέρα από τα βουνά και τις πεδιάδες του νησιού.

Κι όμως, μέσα στα μάτια τους υπήρχε μια λαχτάρα να γνωρίσουν, να μάθουν, να ταξιδέψουν, να ανακαλύψουν όλα εκείνα που έφταναν στο χωριό τους με καθυστέρηση.

Τα κυπριακά χωριά εκείνης της εποχής είχαν τη δική τους αρχοντιά.

Δεν ήταν η αρχοντιά των μεγάλων σπιτιών και των πλούσιων ανθρώπων, αλλά εκείνη που γεννιόταν από την εργατικότητα, τη φιλοξενία και την αλληλεγγύη.

Τα σπίτια ήταν χτισμένα με πέτρα και πλιθάρι, οι αυλές είχαν φούρνους και αποθηκευτικούς χώρους, ενώ σχεδόν κάθε οικογένεια διατηρούσε λίγα ζώα, ένα κομμάτι γης και κάποια δέντρα που της εξασφάλιζαν ένα μέρος από την καθημερινή της τροφή.

Η ζωή δεν ήταν εύκολη, όμως οι άνθρωποι είχαν μάθει να στηρίζονται ο ένας στον άλλον.

Τα παιδιά εκείνων των χρόνων μεγάλωναν διαφορετικά.

Από μικρά γνώριζαν τη δουλειά, βοηθούσαν στις αγροτικές εργασίες, φρόντιζαν τα μικρότερα αδέλφια τους και συχνά αναλάμβαναν ευθύνες που σήμερα θα φαίνονταν μεγάλες για την ηλικία τους.

Τα πρωινά ξεκινούσαν νωρίς, με το σχολείο και τις υποχρεώσεις, ενώ τα απογεύματα γέμιζαν με παιχνίδια στις γειτονιές, στις πλατείες και στα χωράφια.

Μια μπάλα από παλιά κουρέλια, λίγα καρύδια, ένα στεφάνι από σύρμα ή ένα ξύλινο παιχνίδι αρκούσαν για να γίνει ολόκληρος ο κόσμος τους.

Στα περισσότερα χωριά της Κύπρου η καθημερινότητα στηριζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Οι άντρες καλλιεργούσαν τα χωράφια, φρόντιζαν τα αμπέλια, τα ελαιόδεντρα και τις χαρουπιές, ενώ οι γυναίκες είχαν αναλάβει ένα τεράστιο μέρος της οικογενειακής οικονομίας.

Ζύμωναν το ψωμί, έφτιαχναν τραχανά, χυλοπίτες και ζυμαρικά, συντηρούσαν τρόφιμα για τον χειμώνα, ύφαιναν, κεντούσαν και φρόντιζαν τα παιδιά και τους ηλικιωμένους.

Πολλές φορές εργάζονταν στα χωράφια μαζί με τους άντρες, χωρίς να υπολογίζουν τις ώρες και την κούραση.

Οι εποχές καθόριζαν τη ζωή του χωριού.

Το καλοκαίρι ήταν η περίοδος του θερισμού, του αλωνίσματος και του τρύγου, ενώ το φθινόπωρο έφερνε το μάζεμα των ελιών και των χαρουπιών.

Στις περιοχές όπου καλλιεργούνταν αμπέλια, ο τρύγος αποτελούσε μια από τις μεγαλύτερες οικογενειακές εργασίες.

Συγγενείς και γείτονες συγκεντρώνονταν στα αμπέλια, γέμιζαν τα καλάθια με σταφύλια και τα μετέφεραν στα πατητήρια.

Από εκεί προέκυπταν το κρασί, το ζιβανία και τα παραδοσιακά προϊόντα που αποτελούσαν μέρος της κυπριακής διατροφής.

Στις περιοχές της Πιτσιλιάς και της Λεμεσού η αμπελουργία ήταν σημαντική πηγή εισοδήματος, ενώ στην πεδιάδα της Μεσαορίας τα σιτηρά αποτελούσαν βασικό στήριγμα πολλών οικογενειών.

Το νερό είχε ιδιαίτερη αξία.

Δεν υπήρχε παντού τρεχούμενο νερό μέσα στα σπίτια και πολλές οικογένειες εξυπηρετούνταν από πηγάδια, βρύσες και κοινοτικές δεξαμενές.

Οι γυναίκες και τα παιδιά μετέφεραν νερό με δοχεία, ενώ οι στέρνες συγκέντρωναν το πολύτιμο νερό της βροχής.

Η κατασκευή υδατοδεξαμενών και αρδευτικών έργων άλλαξε σταδιακά τη ζωή των κατοίκων, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές.

Κάθε σταγόνα είχε σημασία, γιατί από αυτήν εξαρτιόταν η σοδειά και πολλές φορές η επιβίωση μιας ολόκληρης οικογένειας.

Σιγά σιγά, όμως, άρχισε να αλλάζει και η όψη των χωριών.

Το ηλεκτρικό ρεύμα έφτασε σε ολοένα και περισσότερες κοινότητες, τα σπίτια απέκτησαν λάμπες και αργότερα ηλεκτρικές συσκευές, ενώ το ραδιόφωνο έγινε το παράθυρο προς τον έξω κόσμο.

Οι οικογένειες συγκεντρώνονταν γύρω του για να ακούσουν ειδήσεις, τραγούδια και εκπομπές.

Όταν κάποιος αγόραζε το πρώτο του ραδιόφωνο, συχνά γινόταν αφορμή να περάσουν από το σπίτι συγγενείς και γείτονες για να το δουν και να ακούσουν μαζί του.

Αργότερα ήρθε η τηλεόραση.

Δεν είχε κάθε σπίτι τη δική του και πολλές φορές τα παιδιά μαζεύονταν σε μια αυλή ή σε ένα σαλόνι για να παρακολουθήσουν μια εκπομπή.

Οι εικόνες από άλλες χώρες, οι ξένες πόλεις και οι διαφορετικοί τρόποι ζωής άνοιγαν έναν καινούργιο κόσμο μπροστά τους.

Για παιδιά που δεν είχαν απομακρυνθεί ποτέ περισσότερο από τη γειτονική κωμόπολη, η τηλεόραση ήταν σαν ένα παράθυρο που άνοιγε προς ολόκληρη την οικουμένη.

Το χωριό, ωστόσο, δεν ήταν αποκομμένο από τη ζωή.

Τα λεωφορεία συνέδεαν τις κοινότητες με τη Λευκωσία, τη Λεμεσό, τη Λάρνακα και τις άλλες πόλεις.

Οι διαδρομές ήταν συχνά κουραστικές, οι δρόμοι δεν ήταν παντού ασφαλτοστρωμένοι και τα ταξίδια απαιτούσαν χρόνο.

Παρ' όλα αυτά, η ημέρα που κάποιος θα κατέβαινε στην πόλη είχε ξεχωριστή σημασία.

Εκεί θα αγόραζε υφάσματα, παπούτσια, σχολικά είδη, εργαλεία και όσα δεν μπορούσε να βρει στην κοινότητά του.

Θα περνούσε από τα καταστήματα, θα έβλεπε βιτρίνες, θα επισκεπτόταν συγγενείς και ίσως θα κατάφερνε να παρακολουθήσει μια κινηματογραφική ταινία.

Στα χωριά υπήρχαν μικρά μπακάλικα, καφενεία, κουρεία, ραφτάδικα, τσαγκάρικα και εργαστήρια τεχνιτών.

Το καφενείο ήταν κάτι περισσότερο από ένας χώρος όπου οι άντρες έπιναν τον καφέ τους.

Ήταν τόπος συνάντησης, ενημέρωσης και κοινωνικής ζωής.

Εκεί μαθαίνονταν τα νέα, συζητιούνταν οι σοδειές, οι τιμές των προϊόντων, οι οικογενειακές χαρές και οι δυσκολίες.

Οι γυναίκες είχαν τους δικούς τους χώρους συνάντησης, συνήθως στις αυλές και στα σπίτια, όπου οι καθημερινές εργασίες γίνονταν αφορμή για παρέα και αλληλοβοήθεια.

Το σχολείο ήταν η μεγάλη ελπίδα των οικογενειών.

Οι γονείς ήθελαν τα παιδιά τους να μάθουν γράμματα, να αποκτήσουν περισσότερες δυνατότητες και να μη ζήσουν τις ίδιες στερήσεις που είχαν γνωρίσει εκείνοι.

Οι αίθουσες ήταν συχνά λιτές, τα θρανία παλιά και τα σχολικά βιβλία πολύτιμα.

Τα παιδιά έγραφαν προσεκτικά στα τετράδιά τους, πρόσεχαν να μη χαλάσουν τα μολύβια και κρατούσαν τις σχολικές τους τσάντες για περισσότερα από ένα χρόνια.

Η συνέχιση των σπουδών, όμως, δεν ήταν αυτονόητη.

Πολλά παιδιά έπρεπε να μετακινούνται καθημερινά σε μεγαλύτερες κοινότητες ή πόλεις για να φοιτήσουν σε γυμνάσιο.

Υπήρχαν έξοδα μεταφοράς, δίδακτρα και οικογενειακές ανάγκες που συχνά έμπαιναν πάνω από τα όνειρα ενός παιδιού.

Αρκετοί μαθητές εγκατέλειπαν το σχολείο για να βοηθήσουν στις δουλειές του σπιτιού ή να μάθουν μια τέχνη.

Εκείνα τα παιδιά που κατάφερναν να συνεχίσουν τις σπουδές τους θεωρούνταν συχνά η μεγάλη περηφάνια της οικογένειας.

Και πόση ζωή υπήρχε στις γιορτές! Οι γάμοι διαρκούσαν ημέρες, με συγγενείς που έρχονταν από μακριά, με μαγειρέματα σε μεγάλες κατσαρόλες και με ολόκληρη τη γειτονιά να συμμετέχει στην προετοιμασία.

Οι αρραβώνες, οι βαφτίσεις και τα πανηγύρια έφερναν κοντά ανθρώπους που ίσως δεν είχαν συναντηθεί για μήνες.

Στα πανηγύρια στήνονταν πάγκοι με γλυκά, παιχνίδια, υφάσματα και μικροαντικείμενα, ενώ οι μουσικοί έδιναν τον δικό τους τόνο στη χαρά του κόσμου. Τα Χριστούγεννα είχαν τη δική τους προετοιμασία.

Οι γυναίκες έφτιαχναν κουραμπιέδες, μελομακάρονα, κουλούρια και άλλα παραδοσιακά γλυκίσματα, ενώ οι οικογένειες προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν κάτι καινούργιο για τα παιδιά.

Δεν υπήρχε η αφθονία των σημερινών χρόνων.

Ένα ζευγάρι παπούτσια ή ένα καινούργιο ρούχο μπορούσε να αποτελέσει ολόκληρο το χριστουγεννιάτικο δώρο. Την Πρωτοχρονιά το φλουρί της βασιλόπιτας αποκτούσε ξεχωριστή σημασία και τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία την πουλουστρίνα από τους μεγαλύτερους. Το Πάσχα ήταν ίσως η μεγαλύτερη γιορτή της κυπριακής οικογένειας.

Οι προετοιμασίες άρχιζαν αρκετές ημέρες νωρίτερα.

Οι φλαούνες, με το χαρακτηριστικό τυρί και τα μυρωδικά, ετοιμάζονταν σε μεγάλες ποσότητες, τα αυγά βάφονταν κόκκινα και οι φούρνοι των αυλών άναβαν για να δεχτούν τα ταψιά. Τη Μεγάλη Παρασκευή οι άνθρωποι συμμετείχαν στην περιφορά του Επιταφίου, ενώ το βράδυ της Ανάστασης ο κόσμος συγκεντρωνόταν στις εκκλησίες. Την Κυριακή του Πάσχα τα συγγενικά σπίτια γέμιζαν από κόσμο και τα παιδιά περίμεναν τα παιχνίδια της Λαμπρής, τις επισκέψεις και τα κεράσματα.

Στην καθημερινότητα εκείνης της εποχής υπήρχαν και οι μικρές τέχνες που σήμερα σιγά σιγά χάνονται.

Οι γυναίκες έκοβαν τραχανά, άνοιγαν φύλλα, παρασκεύαζαν μακαρόνια και έφτιαχναν γλυκά του κουταλιού.

Τα κορίτσια μάθαιναν το κέντημα, το σμιλί και τις παραδοσιακές βελονιές, ενώ οι μεγαλύτερες γυναίκες μετέδιδαν τεχνικές που είχαν κληρονομήσει από τις δικές τους μητέρες.

Τα υφαντά, τα κεντήματα και τα λευκαρίτικα δεν ήταν απλώς διακοσμητικά αντικείμενα.

Ήταν αποτέλεσμα πολλών ωρών εργασίας και αποτελούσαν μέρος της προίκας και της οικογενειακής παράδοσης.

Όμως εκείνη η Κύπρος δεν γνώρισε μόνο την πρόοδο και τις οικογενειακές χαρές.

Πάνω από το νησί απλώθηκε μια ταραγμένη ιστορική περίοδος, που σημάδεψε βαθιά τις ζωές των ανθρώπων.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, από το 1955 έως το 1959, έφερε την Κύπρο στο κέντρο μιας μεγάλης πολιτικής και στρατιωτικής σύγκρουσης.

Οι δρόμοι, τα σχολεία και τα χωριά έγιναν μάρτυρες γεγονότων που κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει. Οι Βρετανοί επέβαλαν περιορισμούς, έγιναν συλλήψεις και έρευνες, ενώ πολλοί νέοι συμμετείχαν στον αγώνα, άλλοι ως μαχητές και άλλοι προσφέροντας βοήθεια.

Οι οικογένειες ζούσαν με την αγωνία για τα παιδιά τους.

Οι μανάδες περίμεναν νέα, οι συγγενείς προσπαθούσαν να προστατεύσουν όσους κινδύνευαν και οι γειτονιές μάθαιναν να κρατούν μέσα τους μυστικά.

Η εκτέλεση των αγωνιστών Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου το 1956, καθώς και οι απαγχονισμοί άλλων αγωνιστών στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας, άφησαν ανεξίτηλο σημάδι στη συλλογική μνήμη του τόπου.

Οι κηδείες μετατρέπονταν σε μεγάλες εκδηλώσεις πένθους και αντίστασης.

Το 1960 η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη Δημοκρατία.

Οι άνθρωποι πίστεψαν πως άρχιζε μια νέα περίοδος, πως ύστερα από τόσα χρόνια αγώνα το νησί θα μπορούσε επιτέλους να προχωρήσει ειρηνικά.

Οι νέοι άρχισαν να ονειρεύονται σπουδές, επαγγέλματα και μια καλύτερη ζωή, ενώ οι κοινότητες συνέχιζαν να αναπτύσσονται.

Δημιουργούνταν νέοι δρόμοι, σχολεία και υποδομές, ενώ η κοινωνία προσπαθούσε να προσαρμοστεί στις αλλαγές.

Η ελπίδα, όμως, δεν κράτησε χωρίς δοκιμασίες. Τον Δεκέμβριο του 1963 ξέσπασαν διακοινοτικές συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ύστερα από μια περίοδο έντονων πολιτικών και κοινοτικών αντιπαραθέσεων.

Τα γεγονότα του 1963 και του 1964 προκάλεσαν θανάτους, εκτοπισμούς και μεγάλο φόβο.

Ολόκληρες οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ενώ πολλές κοινότητες χωρίστηκαν από τις συγκρούσεις.

Οι δρόμοι που άλλοτε ένωναν ανθρώπους έγιναν επικίνδυνοι και οι παλιές σχέσεις ανάμεσα σε γείτονες και φίλους δοκιμάστηκαν σκληρά.

Στα χωριά, οι ειδήσεις έφταναν από στόμα σε στόμα.

Οι άντρες ανησυχούσαν για τους συγγενείς και τους φίλους που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά, ενώ οι γυναίκες περίμεναν με αγωνία κάθε νέο.

Πολλά σπίτια είχαν κάποιον που βρισκόταν μακριά, σε υπηρεσία ή σε επικίνδυνη περιοχή.

Η καθημερινότητα συνεχιζόταν, αλλά τίποτα δεν ήταν ακριβώς όπως πριν.

Ακόμη και οι χαρούμενες συγκεντρώσεις είχαν αποκτήσει μια σκιά ανησυχίας.

Την ίδια περίοδο, ένα άλλο μεγάλο κύμα αλλαγής είχε αρχίσει να επηρεάζει την κυπριακή κοινωνία.

Η μετανάστευση.

Η φτώχεια, η περιορισμένη εργασία και η επιθυμία για ένα καλύτερο μέλλον έκαναν χιλιάδες Κυπρίους να αναζητήσουν την τύχη τους στο εξωτερικό. Η Αγγλία, η Αυστραλία, ο Καναδάς και η Αμερική έγιναν προορισμοί για νέους ανθρώπους και ολόκληρες οικογένειες.

Οι αποχαιρετισμοί στα χωριά ήταν από τις πιο δύσκολες στιγμές.

Οι βαλίτσες ετοιμάζονταν με λίγα ρούχα, κάποια οικογενειακά αντικείμενα και φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων.

Οι γονείς συνόδευαν τα παιδιά τους μέχρι το λεωφορείο ή το λιμάνι, προσπαθώντας να κρύψουν τη στενοχώρια τους.

Κανείς δεν ήξερε πότε θα ξανασυναντηθούν.

Άλλοι έφευγαν με την υπόσχεση πως θα επέστρεφαν σύντομα, άλλοι με την ελπίδα να δημιουργήσουν μια νέα ζωή και να πάρουν αργότερα κοντά τους τους υπόλοιπους συγγενείς.

Πολλά χωριά άρχισαν να αδειάζουν από τους νέους.

Έμειναν πίσω οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες και τα παιδιά, ενώ τα γράμματα από την ξενιτιά έγιναν πολύτιμος σύνδεσμος με εκείνους που είχαν φύγει.

Κάθε φωτογραφία που έφτανε από το Λονδίνο, το Τορόντο ή τη Μελβούρνη περνούσε από χέρι σε χέρι.

Οι συγγενείς τη μελετούσαν προσεκτικά, παρατηρούσαν τα σπίτια, τους δρόμους και τα πρόσωπα, προσπαθώντας να φανταστούν τη νέα ζωή των δικών τους ανθρώπων.

Και ύστερα ήρθε το καλοκαίρι του 1974.

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου εναντίον του Προέδρου Μακαρίου και η τουρκική στρατιωτική εισβολή που άρχισε στις 20 Ιουλίου άλλαξαν για πάντα την ιστορία του νησιού. Η Κύπρος γνώρισε τον πόλεμο, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τον ξεριζωμό.

Χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, παίρνοντας μαζί τους όσα μπορούσαν να κουβαλήσουν.

Ολόκληρες οικογένειες έγιναν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους την πατρίδα. Η Λευκωσία χωρίστηκε και η πράσινη γραμμή έγινε σύμβολο μιας πληγής που παραμένει ανοιχτή.

Άνθρωποι που είχαν περάσει ολόκληρη τη ζωή τους σε ένα χωριό βρέθηκαν ξαφνικά σε προσφυγικούς καταυλισμούς, σε σχολεία που μετατράπηκαν σε προσωρινά καταλύματα και σε σπίτια συγγενών.

Παιδιά έχασαν τις αυλές τους, οι ηλικιωμένοι αποχωρίστηκαν τα σπίτια και τα χωράφια τους, ενώ οι γονείς προσπαθούσαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Πολλοί δεν έμαθαν ποτέ τι απέγιναν οι άνθρωποί τους.

Άλλοι κράτησαν για δεκαετίες την ελπίδα πως κάποτε θα επέστρεφαν.

Κι όμως, η Κύπρος δεν έπαψε να προχωρά.

Οι άνθρωποί της δούλεψαν, δημιούργησαν νέες κοινότητες, μεγάλωσαν παιδιά και προσπάθησαν να μεταφέρουν στις επόμενες γενιές όσα είχαν χάσει.

Τα χωριά συνέχισαν να αλλάζουν, οι δρόμοι έγιναν καλύτεροι, τα σπίτια απέκτησαν σύγχρονες ανέσεις, τα σχολεία μεγάλωσαν και οι νέοι απέκτησαν περισσότερες ευκαιρίες.

Πίσω από κάθε αλλαγή, όμως, υπήρχε μια παλιότερη γενιά που είχε γνωρίσει τη στέρηση, τον πόλεμο, την ξενιτιά και τον πόνο.

Σήμερα, όταν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής κοιτάζουν πίσω, δεν θυμούνται μόνο τις δυσκολίες.

Θυμούνται τις αυλές που γέμιζαν παιδιά, τις μεγάλες οικογένειες γύρω από το τραπέζι, τις γιορτές που έφερναν κοντά ολόκληρες κοινότητες, τα σχολικά χρόνια, τα πρώτα λεωφορεία, το πρώτο ραδιόφωνο και τις μικρές χαρές που τότε έμοιαζαν τόσο μεγάλες.

Θυμούνται τους ανθρώπους που έφυγαν και δεν επέστρεψαν, τα σπίτια που χάθηκαν και τις γειτονιές που άλλαξαν για πάντα.

Εκείνα τα παιδιά μεγάλωσαν.

Έγιναν γονείς, παππούδες και γιαγιάδες.

Κάποια έμειναν στον τόπο τους, άλλα έφυγαν στην ξενιτιά και άλλα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους το 1974.

Κουβαλούν, όμως, μέσα τους μια Κύπρο που δεν υπάρχει πια με την ίδια μορφή. Μια Κύπρο όπου η ζωή ήταν δύσκολη, αλλά οι άνθρωποι ήξεραν να μοιράζονται το ψωμί τους, να βοηθούν τον γείτονα και να χαίρονται με τα λίγα.

Ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο αποτύπωμα εκείνης της γενιάς.

Δεν μεγάλωσε μέσα στην αφθονία, ούτε γνώρισε έναν κόσμο χωρίς φόβους και στερήσεις.

Μεγάλωσε μέσα στις αλλαγές, στις ιστορικές ανατροπές και στις πληγές ενός τόπου που αγωνίστηκε πολλές φορές για την ελευθερία και την επιβίωσή του.

Μα έμαθε να κρατά ζωντανή τη μνήμη, να δημιουργεί από το τίποτα και να συνεχίζει ακόμη κι όταν όλα γύρω της έμοιαζαν χαμένα.

Γιατί η παλιά Κύπρος δεν βρίσκεται μόνο στα σπίτια που σώθηκαν, στα χωράφια και στις φωτογραφίες που κιτρίνισαν με τα χρόνια.

Βρίσκεται κυρίως στους ανθρώπους της.

Στα χέρια που δούλεψαν, στις μανάδες που περίμεναν, στα παιδιά που ονειρεύτηκαν, στους ξενιτεμένους που δεν ξέχασαν και σε εκείνους που μέχρι σήμερα κρατούν μέσα τους την πατρίδα όπως την πρωτογνώρισαν και όσο υπάρχουν άνθρωποι που αφηγούνται αυτές τις ιστορίες, εκείνη η Κύπρος δεν θα χαθεί ποτέ. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences