[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μη με κοιτάς έτσι, Ελένη. Δεν τα πούλησα από κακία!» φώναξε η Δήμητρα και κράτησε σφιχτά την τσάντα της λες και ακόμα ήταν μέσα εκεί τα δικά μου χρυσαφικά. Εκείνη τη στιγμή τα πόδια μου κόπηκαν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μη με κοιτάς έτσι, Ελένη. Δεν τα πούλησα από κακία!» φώναξε η Δήμητρα και κράτησε σφιχτά την τσάντα της λες και ακόμα ήταν μέσα εκεί τα δικά μου χρυσαφικά.

Εκείνη τη στιγμή τα πόδια μου κόπηκαν.

Στεκόμουν στη μέση του σαλονιού της πεθεράς μου, με το κλειδί του μικρού ξύλινου κουτιού στο χέρι, και ένιωθα πως αν μιλούσα θα ούρλιαζα.

Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που δεν άκουγα ούτε την τηλεόραση που έπαιζε στο βάθος, ούτε το κουτάλι της κυρίας Αθηνάς που χτυπούσε νευρικά στο φλιτζάνι. «Πού είναι;» είπα μόνο. Η Δήμητρα κατέβασε τα μάτια.

Και τότε πετάχτηκε η πεθερά μου. «Έλα τώρα, μην κάνεις έτσι για λίγα χρυσαφικά.

Εσύ έχεις.

Δεν θα σου λείψουν.» Νομίζω αυτή η φράση με αποτελείωσε περισσότερο κι από την κλοπή.

Τα χρυσαφικά δεν ήταν “λίγα”. Ήταν ένα σετ της γιαγιάς μου, της Ευγενίας.

Ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, ένα λεπτό βραχιόλι και ένα χρυσό κολιέ με μικρές πράσινες πέτρες.

Τα είχε φορέσει στον γάμο της, τα είχε δώσει στη μάνα μου, και πριν πεθάνει μου τα είχε αφήσει στο χέρι, μέσα σε ένα μαντίλι που μύριζε ακόμα πούδρα και λεβάντα. «Να τα κρατήσεις, κορίτσι μου.

Όχι για την αξία τους.

Για να θυμάσαι ποια είσαι.» Τα φύλαγα στο σπίτι μας, σε ένα κουτί μέσα στην ντουλάπα.

Δεν τα φορούσα σχεδόν ποτέ.

Μόνο σε κάτι πολύ ιδιαίτερο.

Όταν πριν δύο εβδομάδες πήγα να τα πάρω για τη βάφτιση της ανιψιάς μου και το κουτί ήταν άδειο, πάγωσα.

Στην αρχή νόμιζα ότι τα είχα μετακινήσει εγώ.

Έψαξα παντού.

Συρτάρια, ντουλάπες, κουτιά, μέχρι και στα χειμωνιάτικα παπλώματα.

Μετά άρχισα να σκέφτομαι ποιος είχε μπει σπίτι.

Η μόνη που είχε περάσει αρκετές φορές τελευταία ήταν η Δήμητρα, η αδερφή του άντρα μου.

Ερχόταν για καφέ, για “να δει τα παιδιά”, για να πάρει τάπερ, για χίλια δυο.

Δεν ήθελα να το πιστέψω.

Ένιωθα άθλια και μόνο που μου περνούσε από το μυαλό.

Ο άντρας μου, ο Στέφανος, με κοίταξε σαν να υπερέβαλλα. «Μην τρελαίνεσαι από τώρα, Ελένη.

Μπορεί να τα έχασες.» «Εγώ; Τα χρυσαφικά της γιαγιάς μου; Σοβαρά τώρα;» «Λέω να ψάξουμε πρώτα, μη γίνουμε ρεζίλι χωρίς λόγο.» Αυτό το “μη γίνουμε ρεζίλι” έπρεπε να το είχα προσέξει.

Γιατί τελικά δεν τον ένοιαζε τι έγινε σε μένα.

Τον ένοιαζε να μη χαλάσει η ησυχία με τη μάνα και την αδερφή του.

Η αλήθεια βγήκε από μόνη της.

Μια γνωστή της ξαδέρφης μου δουλεύει σε ενεχυροδανειστήριο στην Πατησίων.

Είδε τη Δήμητρα να πηγαίνει ένα χρυσό σετ που της φάνηκε πολύ συγκεκριμένο, γιατί είχε τις πράσινες πέτρες και παλιό κούμπωμα.

Με πήρε τηλέφωνο διστακτικά.

Όταν το άκουσα, ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.

Πήγα αμέσως στον Στέφανο. «Θα έρθεις μαζί μου ή να πάω μόνη;» Με κοίταξε, έτριψε το μέτωπό του και είπε αυτό το απίστευτο: «Να μιλήσω πρώτα στη μάνα μου.» Στη μάνα του.

Όχι σε μένα.

Όχι στη γυναίκα του που της έκλεψαν οικογενειακό κειμήλιο.

Εκεί κάτι ράγισε μέσα μου.

Όταν πήγαμε στο σπίτι της κυρίας Αθηνάς, η ατμόσφαιρα μύριζε καφέ και άμυνα. Η Δήμητρα ήταν ήδη εκεί.

Κλαμένη, αλλά όχι όπως κλαίει κάποιος που ντρέπεται.

Πιο πολύ σαν να ήθελε να τη λυπηθούμε. «Χρωστούσα», είπε. «Με κυνηγούσαν. Ο Μανώλης έχει μείνει χωρίς δουλειά τρεις μήνες, το νοίκι πίσω, η ΔΕΗ απλήρωτη.

Δεν ήξερα τι να κάνω.» «Και ήξερες τι να κάνεις με τα δικά μου;» της είπα. Σιωπή. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences